Δευτέρα, 10 Μαΐου, 2021

«Ὁ φίλος τὸν φίλον ἐν κινδύνοις γιγνώσκει»

» Από το Αναγνωστικό Αρχαίων Ελληνικών του Ν. Ζούκη της πάλαι ποτέ Α΄ Γυμνασίου

Χθες το βράδυ όλα θόλωσαν μέσα μου. Μπερδεύτηκαν, μαύρισαν, και μαύρισα μαζί τους κι εγώ. Γύρω μου όλα άλλαξαν. Το κοσμικό σκηνικό ήταν κι’αυτό θολό.

Τα άστρα θάμπωσαν, σκοτείνιασαν, κι’ έγιναν ένα με την σκοτεινιά της νύχτας και το σκοτάδι της δικής μου ψυχής. Λές και πέθανε η χαρά, η αισιοδοξία. Λές και κάποιος να σκότωσε την ελπίδα. Τί τα έκανε όλα αυτά; Το πρόβλημα, ναι, το πρόβλημα το δικό μου, και μόνον αυτό έφτανε για να σκοτεινιάσει μπροστά μου το σύμπαν.

Σκέφτηκα να σκοτώσω το πρόβλημα για να αναπνεύσω λίγο. Σκέφτηκα να το ξορκίσω. Θέλησα να του κάνω ένα μεγάλο κακό, σαν κι’αυτό που μου έκανε εκείνο, αλλά ύστερα…, ύστερα σκέφτηκα να το αγκαλιάσω, να φιλιώσω μαζί του, να το αγαπήσω, να το σφίξω δυνατά, όχι για να το συνθλίψω, αλλά να το κάνω να ντραπεί για το κακό πού μου είχε κάνει, να του δείξω τί σημαίνει αγάπη, να μετανιώσει, και να με αφήσει να ησυχάσω.
Άπλωσα λοιπόν τα χέρια μου, αλλά ήμουν τόσο μικρός, αδύναμος, βουβός και μόνος, και δεν έφταναν να το αγκαλιάσω. Μίκρυναν τα κουράγια, μίκρυνε κι η αγκαλιά μου, μεγάλωνε το πρόβλημα, και με οδηγούσε ίσια στην απογοήτευση, στον ύστατο μισάνθρωπο και σατανικό σκοπό του. Απελπισία, απογοήτευση, στεναχώρια χωρίς σπίθα ελπίδας, ψυχικός θάνατος.

Το πορτοφόλι της ψυχής μου άδειο, άδειο από αρετή, από δύναμη, από αγκαλιά κι’ από κουράγιο. Μου πέρασε για μια στιγμή να ζηλέψω τα ξένα πορτοφόλια, τις ψυχές των άλλων, δεν το έκανα. Αρκετά φτώχυνε η ψυχή μου από αρετές, σκέφτηκα, ας μην την επιβαρύνω και με τις αμαρτίες της ζήλιας. Αναστέναξα για να ανασάνω, κι’ άκουσε τον στεναγμό μου αδελφός, αδελφός σωτήρας της στιγμής, της περίστασης, της ζωής μου ολάκερης. Δύναμις κραταιά και πόλις οχυρά, αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος. Αλλά ήταν μακριά. Εγώ στην Αθήνα, αυτός στην Θεσσαλονίκη. Πώς και πόσο να μεγαλώσει την αγκαλιά του και τα χέρια του για να με φτάσει και να με χτυπήσει φιλικά στον ώμο; Μα όσο εγώ βυθίζομαι στην απελπισία μου, αυτός προσπαθεί; Τί προσπαθεί να κάνει, άραγε; Τί μπορεί να καταφέρει;

Ξέρετε εσείς άνθρωπο με τόσο μακριά χέρια; Κι‘ όμως δείχνει να τα καταφέρνει. Άκου, μου λέει, αδελφέ, άπλωσε τα χέρια σου και περίμενε. Θα απλώσω κι’εγώ τα δικά μου από εδώ, κι’ ο Κωνσταντίνος, κι’ η Γεωργία, κι’ ο Στράτος, κι’ η Σοφία από την Κατερίνη κι’ από τη Λάρισα, κι’ο Πέτρος στην Λαμία, από την Θήβα ο Γιωργής κι’ ο αδελφός Ηλίας, όλοι μαζί μια αγκαλιά, σαν όταν ήμασταν παιδιά σε γειτονιάς παιχνίδι. Το Βάσανο που σε στεναχωρεί να το αγκαλιάσουμε όλοι μαζί. Και να, μια αγκαλιά κυκλωτική, αγάπης και στοργής αδελφικής, κι’ όπου εμείς πολλοί, εκεί κι’ Εκείνος παρών, τα βήματά μας να οδηγεί.

Δεν την αντέχει ο καημός την ζέστη της αγάπης. Ή θα φιλιώσει με αυτήν ή θα λιώσει, θα σκάσει. Ποιός μπορεί να αντισταθεί σ’αυτή την αγκαλιά που μοιάζει υπερκόσμια και είναι αληθινή; Την βλέπεις με τα μάτια σου, και είναι ζωντανή. ΚΑΝΕΝΑΣ.

Όπου είναι συγκεντρωμένοι δυο ή τρείς στο όνομά Του, εκεί βρίσκεται και ο ίδιος ο Δημιουργός.

Μας το είπε ο ίδιος. Μας το υποσχέθηκε. Δεν παίρνει πίσω τον λόγο Του. Κι’ εμείς δεχθήκαμε να σφιχταγκαλιαστούμε. Θελήσαμε να υπακούσουμε, να ακολουθήσουμε την εντολή Του, και να μας γίνει η αγάπη βίωμα, όχι υποχρέωση. Να αγαπάμε όχι κατ’ ανάγκην, αλλά από ανάγκη, όπως αναπνέουμε το οξυγόνο. Αληθινά, όπως αληθινή είναι η ύπαρξή μας. Αγάπη, ύπαρξη, ζωή, ευτυχία, αρμονία. Η αδελφική αγάπη έχει, θέλει και δίνει δύναμη. Δεν έχει αντίκρισμα, ούτε περιμένει αντάλλαγμα. Και δεν εξαργυρώ­νεται σε κανένα οικονομικό ταμείο του κόσμου. Κι’αν ενωθούν όλα τα οικονομικά ταμεία του κόσμου, πάλι δεν φτάνουν τα πλούτη τους να την εξαργυρώσουν. Είναι φτωχά, ρακένδυτα και τραγικά.

Η αγάπη θέλει ανθρώπους δυνατούς, και αν δεν είναι, μπορεί να τούς κάνει να είναι. Ένας σπόρος Αγάπης μπορεί να δώσει περισσότε­ρους καρπούς από όλους τους σπόρους στην χλωρίδα της γης. Ένας σπόρος και ένας Γεωργός. Ποιός θα ξεκινήσει πρώτος να φυτεύει και ποιός θα διαδώσει το νέο φυτώριο; Ποιός θα ξεκινήσει να δώσει παράδειγμα για την εξάπλωση αυτής της νέας εφεύρεσης;

Ναι, της νέας εφεύρεσης, διότι ακόμα o άνθρωπος δεν εφηύρε την Αγάπη. Είναι ένα δώρο που χαρίζεται στον άνθρωπο, αλλά αυτός παλεύει μέσα του για να δώσει τις παραμέτρους και τις συντεταγμένες που την καθορίζουν. Παλεύει από την μια με τα συμφέροντα/την φιλαυτία και από την άλλη με τις μικρότητες και τους εγωισμούς, να την φέρει στα μέτρα του, φοβούμενος να μην τον πειράξει στα υπόλοιπα σχέδιά του. Αντιλαμβάνεται ότι είναι κάτι πολύ δυνατό, ίσως το δυνατότερο στην Δημιουργία, και το φοβάται σαν το κακό αποτέλεσμα της ατομικής ενέργειας, που την έκανε βόμβα και την έστρεψε εναντίον του.

Ξεχνάει πώς δεν είναι δικό του επικίνδυνο δημιούργημα, αλλά δώρο, ευλογία. Την φοβάται όμως γιατί ό,τι χειρίστηκε σαν άνθρωπος το έκανε επικίνδυνο για τον ίδιο. Φοβάται την δύναμή της, γιατί δεν ξέρει την αληθινή της δυνατότητα. Δεν την έβαλε ποτέ στις προτεραιότητές του, και όποτε την θυμήθηκε, την χρησιμοποίησε, δεν την άφησε να τον χρησιμοποιήσει εκείνη. Την χρησιμοποίησε σαν ψεύτης, με ιδιοτέλεια και λανθασμένα.

Ο εγωισμός ξεχνάει πως η αγάπη δίνει δίκαιο επειδή έχει. Ζητάει συγγνώμη και όταν δεν φταίει. Μόνο μια συγνώμη, μπορεί να σταματήσει φιλονικίες και πολέμους. Μπορεί να σταματήσει διαζύγια, δικαστήρια, αντιδικίες, να αποτρέψει έναν φόνο. Μπορεί να προσελκύσει ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά και μια δεύτερη συγγνώμη.

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες