Τρίτη, 13 Απριλίου, 2021

Φαρμακοποιοί μιας άλλης εποχής

Οι φαρμακοποιοί βρίσκονται τώρα και έναν χρόνο στην πρώτη γραμμή του μετώπου στη μάχη κατά του κορωνοϊού. Καθημερινά γίνονται δέκτες της αγωνίας του κόσμου, καλούνται να απαντήσουν σε λογικά ή και… παράλογα ερωτήματα, ενώ, μεταξύ άλλων, συμβάλλουν καθοριστικά στην εξέλιξη των εμβολιασμών, βοηθώντας τους πολίτες να κλείσουν ραντεβού.

Θα έλεγε, ωστόσο, κανείς ότι τα φαρμακεία δεν είναι η πρώτη φορά που αποτελούν σημείο αναφοράς. Κάθε άλλο. Οι “διαδρομές” γυρίζουν σήμερα πίσω τους δείκτες του ρολογιού και ταξιδεύουν στα χρόνια που οι φαρμακοποιοί των Χανίων ήταν είδος σπάνιο καθώς αποτελούσαν ουσιαστικά μια ολιγάριθμη ομάδα ή ακριβέστερα μια… παρέα. Τότε που τα φάρμακα παρασκευάζονταν στο γουδί και τα σκονάκια τους δεν έφεραν τη φίρμα κάποιας σύγχρονης πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας, αλλά ήταν σφραγισμένα με το ταλέντο και τη γνώση των φαρμακοποιών.

Στη φωτογραφία διακρίνεται η πρώτη προπολεμική γενιά επιστημόνων φαρμακοποιών των Χανίων: Από αριστερά (όρθιοι) οι Νίκος Μουντάκης, Γιώργος Μπιτσάκης και Γρηγόρης Σκουλάς. Επίσης, στην πρώτη σειρά (καθισμένοι) διακρίνεται η πρώτη Κρητικιά επιστήμονας φαρμακοποιός Ελευθερία Λεκανίδου μαζί με τον καθηγητή Εμμανουήλ Εμμανουήλ (τρίτος από αριστερά) και τον Στυλιανό Μπιτσάκη (πρώτος δεξιά

Η πρώτη γυναίκα φαρμακοποιός της Κρήτης

Η Ελευθερία Λεκανίδου υπήρξε η πρώτη γυναίκα φαρμακοποιός της Κρήτης. Σε μια εποχή που τα κορίτσια ούτε καν σχολείο δεν τα έστελναν, εκείνη καταφέρνει με την υποστήριξη της οικογένειάς της να σπουδάσει και ανοίγει το 1926 το φαρμακείο της. Η κόρη της, Δέσποινα Αρετάκη – Τζαφάλια, συνταξιούχος φαρμακοποιός η ίδια, μας περιγράφει το κλίμα εκείνης της εποχής, όπως το γνώρισε μέσα από τη μαρτυρία της μητέρας της: «Πιο πριν υπήρχαν κυρίως πρακτικοί φαρμακοποιοί. Τότε υπήρξε μια φουρνιά φαρμακοποιών που βγήκε από το πανεπιστήμιο. Εκτός από τη μητέρα μου ήταν οι Μουντάκης, Μανιουδάκης, Σπυριδάκης, Μπιτσάκης, Σκουλάς κ.ά.».

«Τα
προπολεμικά χρόνια
υπήρχε πολλή φτώχεια,
δεν υπήρχαν ασφαλιστικά ταμεία και ως επί το πλείστον οι φαρμακοποιοί έφτιαχναν συνταγές στο γουδί», σημειώνει η συνταξιούχος φαρμακοποιός Δέσποινα Αρετάκη – Τζαφάλια, κόρη της πρώτης γυναίκας επιστήμονα φαρμακοποιού της Κρήτης, Ελευθερίας Λεκανίδου.

«Εκείνα τα χρόνια υπήρχε πολλή φτώχεια, δύσκολα χρόνια. Δεν υπήρχαν ασφαλιστικά ταμεία και ως επί το πλείστον οι φαρμακοποιοί έφτιαχναν συνταγές στο γουδί αλλά και δίναν πολλά φάρμακα δωρεάν γιατί ο κόσμος δεν είχε να πληρώσει», σημειώνει η κα Αρετάκη – Τζαφάλια, υπογραμμίζοντας συγχρόνως την εποχή εκείνη, «την ύπαρξη γιατρών -ηρώων, που επισκέπτονταν ασθενείς στα σπίτια και στο τέλος όχι μόνο χρήματα δεν έπαιρναν αλλά έβαζαν και λεφτά στο μαξιλάρι, γιατί άμα ήταν άρρωστος κανείς δεν είχε μεροκάματο για να πάρει τα φάρμακα».

Σε αντίθεση με τα σημερινά, τα προπολεμικά φαρμακεία δεν κατακλύζονταν από προϊόντα φαρμακευτικών βιομηχανιών αλλά η “καρδιά” τους χτυπούσε στο εργαστήριό τους, όπου παρασκευάζονταν σιρόπια, σκονάκια, αλοιφές και άλλα φάρμακα χειροποίητα.
Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής οι λιγοστοί φαρμακοποιοί των Χανίων θα υποχρεωθούν μετά από εντολές των κατακτητών να συστεγαστούν ανά 2-3: «Τότε υπήρχαν 6-7 φαρμακεία. Οι περισσότεροι φαρμακοποιοί είχαν καταφύγει στα χωριά τους και γύρισαν στα Χανιά με τα πόδια. Η μάνα μου γύρισε πεζή από τον Αλίκαμπο. Το φαρμακείο της ήταν στη Χάληδων και το βρήκε κατεστραμμένο από τις βόμβες και λεηλατημένο». Η πείνα κυριαρχούσε και για να προμηθευτεί από την Αθήνα ένας φαρμακοποιός τις ουσίες που είχε ανάγκη για την παρασκευή των φαρμάκων πλήρωνε με… ελαιόλαδο ή τσιγάρα.
Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε και ο πρώτος Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών. Ο συνεταιρισμός λειτούργησε έως το 1953, όταν ο κάθε φαρμακοποιός έκανε ξανά το δικό του φαρμακείο.

Τη χρονιά εκείνη η Ελευθερία Λεκανίδου ανοίγει το φαρμακείο της στην πλατεία Κοτσάμπαση, ενώ η κα Αρετάκη – Τζαφάλια θα πάρει τη “σκυτάλη” το 1968: «Μέχρι τότε το επάγγελμα ήταν κλειστό και ήμασταν μόνο 9 φαρμακεία στην πόλη των Χανίων. Την περίοδο της χούντας άνοιξε το επάγγελμα. Εκείνα βέβαια τα χρόνια τα φαρμακεία προμηθεύονταν πια έτοιμα σκευάσματα από ελληνικές κυρίως εταιρείες και βέβαια υπήρχαν τα ασφαλιστικά ταμεία».

Τη ρωτάμε πώς βίωσε την αλλαγή από την εποχή που κυριαρχούσαν τα σκονάκια στα βιομηχανοποιημένα φάρμακα: «Με τα έτοιμα σκευάσματα πια οι υπάλληλοι έκαναν τη δουλειά και οι φαρμακοποιοί -θα λέγαμε- ήταν επί των δημοσίων σχέσεων», σχολιάζει αστειευόμενη και προσθέτει: «Πέρα από την πλάκα, οι φαρμακοποιοί ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή σε θέματα υγείας, γιατί τα φαρμακεία είναι συχνά ο πρώτος σταθμός που επισκέπτεται κανείς όταν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας. Επίσης, τα φαρμακεία προσφέρουν δωρεάν πολλές υπηρεσίες όπως βλέπουμε και σήμερα: κλείνουν ραντεβού για τα εμβόλια, θα προμηθεύουν τα τεστ, κάνουν ενέσεις, παίρνουν πιέσεις κ.λπ.».

Ο Ιωάννης Μουντάκης, με τις κόρες του – φαρμακοποιούς, Νίκη και Ελένη στο φαρμακείο τους

Αφοσιωμένοι στον άνθρωπο

Από τους παλιότερους φαρμακοποιούς των Χανίων, ο οποίος είχε και την ιδέα της ίδρυσης της φαρμακαποθήκης στα Χανιά το 1965, ήταν ο Ιωάννης Μουντάκης.

«Γεννήθηκε στη Χαλέπα το 1931. Φοίτησε στην φαρμακευτική Σχολή Αθηνών όπου εισήχθη το 1949 έβδομος επί συνόλου 900 διαγωνισθέντων. Μετά τις σπουδές του επέστρεψε στα Χανιά όπου και ανέλαβε και ανέπτυξε το φαρμακείο του παππού μας Νικόλαου Μουντάκη φαρμακοποιού και δημάρχου Χανίων», λένε μιλώντας στις “διαδρομές” οι κόρες του, Νίκη και Ελένη, που σήμερα, ως φαρμακοποιοί, έχουν αναλάβει τα ηνία του φαρμακείου.

Τα φάρμακα τα έφτιαχναν οι ίδιοι οι φαρμακοποιοί οι οποίοι κρατούσαν και βιβλίο στο οποίο έγραφαν αναλυτικά τη σύσταση των φαρμάκων και τη συνταγή του γιατρού βάση την οποία εκτελούσαν»

«Το φαρμακείο μας είναι το πιο παλιό φαρμακείο στην πόλη των Χανίων το οποίο βρίσκεται στην ίδια θέση, στην οδό Τσουδερών πίσω από τη Δημοτική αγορά, από την ίδρυση του το 1924 μέχρι και σήμερα», τονίζουν και προσθέτουν:

Κατά την γερμανική κατοχή υπήρξε υποχρεωτική συστέγαση του φαρμακείου Μουντάκη με το φαρμακείο της Ελευθερίας Λεκανίδου.

«Ο πατέρας μας ήταν ένας άνθρωπος με τεράστια αγάπη για τον άνθρωπο τη φαρμακευτική και τους φαρμακοποιούς. Ήταν εκ των ιδρυτών και πρόεδρος του συνεταιρισμού φαρμακοποιών Χανίων αλλά και του φαρμακευτικού συλλόγου για πάνω από 30 χρόνια. Η ιδέα της ίδρυση της φαρμακαποθήκης στα Χανιά το 1965 ήταν του πατέρα μας και ήταν πρωτοποριακή ιδέα για την εποχή και πρόσφερε μεγάλη διευκόλυνση στη χανιώτικη κοινωνία, έτσι ώστε ο πολίτης του νομού Χανίων να μπορεί να βρει άμεσα το φάρμακο του και να μην περιμένει να μεταφερθεί από την Αθήνα. Ακόμη και μέχρι πρόσφατα, πολύ νεότεροι συνάδερφοι ζητούσαν τη συμβουλή του πατέρα μας για την ίδρυση, τη λειτουργία των φαρμακείων τους, την οποία τους έδινε απλόχερα με μεγάλη χαρά».

Απαντώντας σε ερώτησή μας για τις δυσκολίες της εποχής, όπως τους τις είχε μεταφέρει σε συζητήσεις του, επισημαίνουν:

«Η εποχή εκείνη ήταν δύσκολη. Τα φαρμακεία είχαν άλλη μορφή. Τα φάρμακα τα έφτιαχναν οι ίδιοι οι φαρμακοποιοί οι οποίοι κρατούσαν και βιβλίο στο οποίο έγραφαν αναλυτικά τη σύσταση των φαρμάκων και τη συνταγή του γιατρού βάση την οποία εκτελούσαν. Υπήρχαν και ειδικά βιβλία τα οποία κάθε συγκεκριμένη περίοδο περνούσαν έλεγχο. Το φαρμακείο πέρασε δύσκολες στιγμές τις περιόδους της Κατοχής και της Δικτατορίας. Κατά τη γερμανική κατοχή υπήρξε υποχρεωτική συστέγαση του φαρμακείου Μουντάκη με το φαρμακείο της Ελευθερίας Λεκανίδου, ενώ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας πέραν των άλλων περιορισμών, λόγω των αριστερών πεποιθήσεων ενός φαρμακοϋπαλλήλου είχε κληθεί ο πατέρας μας πολλές φορές από την αστυνομία με απαίτηση την απόλυση του εν λόγω υπαλλήλου, που βέβαια δεν έγινε ποτέ».

«Οι φαρμακοποιοί τότε μεταξύ τους ήταν αλληλέγγυοι, συνεργάζονταν μεταξύ τους, δεν υπήρχε ανταγωνισμός αλλά κοινή προσπάθεια τόσο για την προώθηση και επίλυση των προβλημάτων στη λειτουργία των φαρμακείων και τη διακίνηση των σκευασμάτων όσο και για την ευκολότερη πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες», μας λένε η Νίκη και η Ελένη Μουντάκη.

Και συνεχίζουν μεταφέροντας εμπειρίες του πατέρα τους: «Εκείνη την εποχή οι δυσκολίες ήταν πολλές, η πρόσβαση στο φάρμακο ήταν δύσκολη, όμως η ανθρωπιά και αλληλεγγύη ήταν μεγαλύτερη από ποτέ. Ακόμα και σήμερα ακούμε διηγήσεις για τον πατέρα μας και τον παππού μας που δίχως δεύτερη σκέψη βοηθούσαν και στήριζαν όσους είχαν ανάγκη χωρίς αντίτιμο.

Σεβασμός, αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, αφοσίωση και αγάπη στο επάγγελμα του και στην οικογένεια του. Αυτός ήταν ο πατέρας μας Γιάννης Μουντάκης και αυτή η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε, η δύναμη μας για δουλειά, εκσυγχρονισμό και ανανέωση».

Από γενιά σε γενιά η παράδοση στο φαρμακείο Μπιτσάκη συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Από αριστερά διακρίνονται η Μίρκα Μπιτσάκη (φαρμακοποιός), Ευτυχία Μυλωνάκη, Δέσποινα Μπιτσάκη και η Λιλή Μπιτσάκη (φαρμακοποιός), ενώ στη φωτογραφία πίσω διακρίνεται ο Γιώργος Μπιτσάκης που υπήρξε από τους πρώτους προπολεμικούς επιστήμονες φαρμακοποιούς.

Τα χρόνια που οι φαρμακοποιοί ήταν μια παρέα

Ο Στέλιος Μπιτσάκης από το Κακοδίκι Σελίνου υπήρξε από τους πρώτους επιστήμονες Κρητικούς φαρμακοποιούς.

Το 1894 θα ιδρύσει το πρώτο του φαρμακείο στο Τζαμί του Γιουσούφ Πασά, το σημερινό αρχαιολογικό μουσείο στην οδό Χάληδων. Ο πρωτότοκος γιος του, Γιώργος Μπιτσάκης, θα ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του και θα αφού σπουδάσει φαρμακοποιός ιδρύει το φαρμακείο του το 1925 στη Σπλάντζια, ενώ αργότερα η “σκυτάλη” θα περάσει στην κόρη του Λιλή Μπιτσάκη, που μας ξεναγεί σε εκείνα τα χρόνια: «Το οικογενειακό φαρμακείο μεταφέρθηκε γύρω στο 1939 στην πλατεία Νέων Καταστημάτων. Το φαρμακείο του παππού ήταν σημείο αναφοράς για κάθε Σελινιώτη επισκέπτη στα Χανιά. Οποιος έρχονταν στην πόλη πέρναγε από το φαρμακείο για να πουν τα νέα, να αφήσουν τα πράγματά τους για να πάνε σε κάποια δουλειά κ.λπ.», σημειώνει.

Το φαρμακείο Μπιτσάκη δεν ήταν, ωστόσο, σημείο αναφοράς μόνο για τους εκ Σελίνου επισκέπτες, αλλά και για την ιατρική κοινότητα των Χανίων: «Τότε υπήρχε κι ένα δωμάτιο που λειτουργούσε σαν εξεταστήριο και βέβαια τα φαρμακεία εκείνη την εποχή ήταν σημείο αναφοράς για τους γιατρούς. Δεν θα ξεχάσω τον Μπακλατζή ή τον Λεβεντάκη που έρχονταν για να πουν τα νέα τους και παράλληλα εξέταζαν».

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι φαρμακοποιοί των Χανίων ήταν μια μικρή κοινότητα που είχαν αγαστές σχέσεις μεταξύ τους: «Οι λίγοι φαρμακοποιοί εκείνης της εποχής ήταν όλοι φίλοι. Δεν υπήρχαν αντιζηλίες, αντιπαλότητες και ανταγωνισμοί. Θυμάμαι με τον πατέρα μου να επισκεπτόμαστε το σπίτι του Σπυριδάκη, του Μουντάκη, του Μανιουδάκη κ.ά.», τονίζει η κα Λιλή Μπιτσάκη.

Τα προπολεμικά χρόνια οι φαρμακοποιοί παρασκεύαζαν τα φάρμακα στο εργαστήριό τους, συμβουλευόμενοι τις γνώσεις, την εμπειρία τους αλλά και εκδόσεις φαρμακοποιίας όπως αυτή του Βικέντιου Πίντου (1883) που διατηρεί στο αρχείο του, το φαρμακείο Μπιτσάκη – Βεριγάκη.

Τη ρωτάμε για την αντιμετώπιση του κόσμου απέναντι στους φαρμακοποιούς εκείνα τα χρόνια: «Οι άνθρωποι έδειχναν μεγάλη εμπιστοσύνη στον φαρμακοποιό. Θυμάμαι ότι έρχονταν στο φαρμακείο με συνταγή από τον γιατρό και μας ρωτούσαν αν είναι εντάξει. Στο δικό μας φαρμακείο είχαμε έναν υπάλληλο τον Λευτέρη Καφάκη, ο οποίος είχε μεγάλη φήμη. Ερχόταν κόσμος για να τον συμβουλευτεί. Μιλάμε για μια εποχή που ο φαρμακοποιός παρασκεύαζε τα φάρμακα. Έπρεπε να ξέρει κάθε ουσία τι είναι, τις δοσολογίες κ.λπ. Δεν είναι όπως σήμερα που ουσιαστικά οι φαρμακοποιοί είναι μεταπράτες που πουλάνε φάρμακα».

«Το φαρμακείον τούτο τελείως και επιστημονικώς καταρτισθέν υπόσχεται συν τη ευθηνία, ευσεινηδησίαν και επιστημομονικήν ακρίβειαν περί την εκτέλεσιν των συνταγών και παρασκευήν των Φαρμάκων», πληροφορεί το κοινό, η παλιά διαφήμιση του φαρμακείου του Στυλιανού Α. Μπιτσάκη, ενώ στη σημείωση χαμηλά ενημερώνει ότι ο γιατρός Εμμ. Μπιτσάκης «δέχεται καθ’ εκάστην εν τω φαρμακείω δωρεάν τους άπορους ασθενείς».

Η κα Λιλή θα μπει στο επάγγελμα το 1966. Τα βιομηχανικά φάρμακα ήταν πια καθεστώς και μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι πελάτες επέμεναν να ζητούν κάποια φαρμακευτικά σκονάκια που χρειάζονταν, να παρασκευάσει το φαρμακείο.

Ωστόσο, το καλό κλίμα μεταξύ των φαρμακοποιών διατηρούνταν ακόμα: «Ημασταν πολύ ενωμένοι και αγαπημένοι και μετά που μπήκα εγώ στο επάγγελμα. Θυμάμαι ότι είχαμε μοιράσει και τα ασφαλιστικά ταμεία για να έχουν όλοι δουλειά. Για παράδειγμα ένα μήνα είχα εγώ το Δημόσιο, τον άλλο το είχε ένα άλλο φαρμακείο και είχα εγώ τη ΔΕΗ. Επίσης, τότε αρχίσαμε να παίρνουμε καλοκαιρινές άδειες. Κλείναμε δηλαδή το φαρμακείο για 20-25 μέρες και έτσι έπαιρναν άδεια όλοι, κι εμείς και οι υπάλληλοι. Ηταν κάτι σπουδαίο για την εποχή. Υπήρχε μια συνεννόηση κι αυτό ήταν πολύ ευχάριστο. Σήμερα, βέβαια, είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα με τόσα φαρμακεία που υπάρχουν. Έχουμε γίνει κάπως σαν… περίπτερα».

Ο Παντελής Κατάκης, φαρμακοποιός στο Καστέλι Κισάμου μας δείχνει φάρμακα και σκευάσματα από τα χρόνια τα παλιά…

..Και γιατρός και κτηνίατρος!

«Ο φαρμακοποιός την εποχή που ξεκινούσα στα τέλη της δεκαετίας του ’70, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη όπως το Καστέλι Κισσάμου -που απείχε 1:30 ώρα από τα Χανιά από το παλιό δρόμο και που είχε δύο γιατρούς χωρίς ειδικότητα στο Κέντρο Υγείας και ένα κτηνίατρο- ήταν παράλληλα και γιατρός και κτηνίατρος» μας εξηγεί ο κ. Παντελής Κατάκης, για χρόνια φαρμακοποιός στη Δυτ. Κρήτη.

Σε ένα χώρο μέσα στο σύγχρονο φαρμακείο του διατηρεί φάρμακα και εξοπλισμό που χρησιμοποιούσε τα πρώτα του χρόνια ως επαγγελματίας.

Μας δείχνει το γουδί στο οποίο γινόταν η παρασκευή του φάρμακου, το βαμβάκι της “ΧΡΩΠΕΙ” και το “ΛΑΤΙΝΑ” ένα είδος πούδρας όλα ελληνικής κατασκευής, το Νeutrapirine -ένα είδος ασπιρίνης που δινόταν τότε και πολλά άλλα ακόμα. Ο κ. Κατάκης αποφάσισε να γίνει φαρμακοποιός επηρεαζόμενος από τη γιαγιά του που είχε ανάγκη πολύ συχνά να της πηγαίνουν τα χαπάκια για την πίεση από το Καστέλι Κισσάμου στο χωριό τους, τον Κάμπο στη δυτική Κίσσαμο. Πήγε 6 χρόνια στο οικοτροφείο που είχε συστήσει ο μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου Ειρηναίος και έπειτα σπούδασε στη Γένοβα της Ιταλίας και έκανε αναγνώριση του πτυχίου του στην Αθήνα, ενώ άνοιξε το φαρμακείο στην Κίσσαμο το 1978.

«Το φαρμακείο από πάντα ήταν τόπος συναθροίσεων και συσκέψεων, σημείο όπου γίνονταν κουβέντες και συζητήσεις για όλα τα μικρά και μεγάλα θέματα των τοπικών κοινωνιών. Την εποχή των αγώνων για την επαναφορά του δεσπότη, στο φαρμακείο μου συγκεντρώνονταν ο Δημήτρης Κακαβελάκης και άλλοι σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής και έκαναν τις συσκέψεις τους» θυμάται ο συνομιλητής μας.

Τα πρώτα χρόνια πολλά φάρμακα και σκευάσματα ετοιμάζονταν από τον ίδιο τον φαρμακοποιό.
«Έφτιαχνα βάμμα ιωδείου, οξυζενέ, αλοιφές για εκζέματα, ψωρίαση, χιονίστρες, στοματικά διαλύματα για πληγές στο στόμα. Τότε φτιάχναμε και πολλά χάπια και υπόθετα που τώρα η βιομηχανία τα κατασκευάζει με μικρότερο κόστος.
Βέβαια ακόμα παρασκευάζω, δεν το έχουμε αφήσει ειδικά για δερματικά φτιάχνω πολλά σκευάσματα» λέει ο κ. Κατάκης.

Στα χρόνια της επαγγελματικής του δραστηριότητας είναι δεκάδες τα απίστευτα περιστατικά που έζησε. «Δεν θα ξεχάσω μια γυναίκα που ήταν έγκυος και την είχαν πάει στο παλιό αστυνομικό τμήμα γιατί δεν προλάβαιναν να τη μεταφέρουν στην κλινική στα Χανιά. Εγώ μαζί με μια γυναίκα που είχε κάνει κάτι ανάλογο στο παρελθόν, την ξεγεννήσαμε! Επίσης ήταν αμέτρητα τα περιστατικά που έρχονταν άνθρωποι επειδή δεν υπήρχε εδώ οφθαλμίατρος για να τους βγάλω από τα μάτια ρινίσματα, πετραδάκια. Όταν δεν μπορούσα τους έστελνα στον Ανυφαντάκη το φωτογράφο της Κισσάμου που είχε αγοράσει ένα ισχυρό μικροσκόπιο και έκανε αυτός την αφαίρεση! Στις δε αποστάσεις για να πάω φάρμακα, επειδή δεν ήταν εύκολο να κατέβει ο κόσμος από τα χωριά, είχα πάει μέχρι τη Τζιτζιφιά και τη Σαρακίνα στο Σέλινο. Και βέβαια ο φαρμακοποιός ήταν και κτηνίατρος. Κτηνιατρικό φάρμακο υπήρχε μόνο η πενικιλίνη. Πολλές φορές μου έφερναν ζώα που είχαν μαστίτιδα, και άλλα που είχαν πληγές, τους έβαζα μελάνι ή τους έκανα ράμματα. Είχα σώσει τεράστιο αριθμό ζώων που είχαν φάει “φόλες” δίνοντας τους ατροφίνη και απομορφίνη, αν τα προλαβαίναμε νωρίς γλυτωναν… Και τώρα όπως και ο τότε ο φαρμακοποιός αποτελεί ένα ξεχωριστό επαγγελματία. Δεν είναι τυχαίο ότι βρίσκεται στη λίστα των επαγγελματιών που έχουν μεγάλη αποδοχή από τον κόσμο γιατί έχει άμεση επαφή μαζί του! Είναι επιχείριση βέβαια το φαρμακείο, αλλά πρωτίστως είναι ο άνθρωπος, αυτόν πρέπει να βλέπει ο φαρμακοποιός και αυτήν την αρχή είχα πάντα» καταλήγει.

Ο πρόεδρος του Δ.Σ. Φαρμακοποιών Χανίων Μανώλης Κατσαράκης.

Ο φαρμακοποιός από το χθες στο σήμερα

«Το φαρμακείο σε κάθε εποχή αποτελούσε έναν χώρο υγείας, άμεσης πρόσβασης και ο φαρμακοποιός ήταν, είναι και θα είναι αρωγός της υγείας των πολιτών, έχοντας αυτό ως πρωταρχικό του στόχο», επισημαίνει ο Μανώλης Κατσαράκης, πρόεδρος Δ.Σ. Φαρμακοποιών Χανίων.

Απαντώντας σε ερώτησή μας για τις διαφορές του χθες με το σήμερα, τονίζει ότι «σήμερα, σε αντίθεση με την παλιά εποχή, οι ραγδαίες επιστημονικές εξελίξεις, οι καταιγιστικές πληροφορίες, οι αλματώδεις και συνεχώς εξελισσόμενες γνώσεις, οδηγούν τον σύγχρονο φαρμακοποιό μπροστά σε νέες ευθύνες, σε νέες παροχές και υπηρεσίες, σε νέες τεχνικές, με συνεχή επιμόρφωση. Τον οδηγούν σε οδούς εξειδίκευσης και διαφοροποίησης (φυτοθεραπεία, δερμοκαλλυντικά, υπηρεσίες υγείας, ορθοπεδικά βοηθήματα, αναπνευστικές συσκευές κ.ά.) που απαιτούν επένδυση τόσο σε χρόνο και επιμόρφωση, όσο και σε χώρους και χρήματα.

Το επάγγελμα συνολικά εξελίσσεται ταχύτατα παρακολουθώντας τις εξελίξεις και τα τεχνολογικά άλματα αλλά και προσαρμόζεται στις ολοένα μεταβαλλόμενες συνήθειες, ανάγκες και απαιτήσεις».

«Πώς και πόσο έχει επηρεαστεί το επάγγελμά σας με την πανδημία» ρωτάμε τον κ. Κατσαράκη, ο οποίος μας απαντά ότι στην πρωτόγνωρη αυτή περίοδο της πανδημίας, εν μέσω πρωτοφανών και ιδιαίτερων συνθηκών που ταλανίζουν ολόκληρο τον πλανήτη, οι φαρμακοποιοί κληθήκαν να δράσουν υπεύθυνα και πολυεπίπεδα, ευαισθητοποιώντας τον πληθυσμό έναντι της απειλής της covid-19, επικοινωνόντας τα επείγοντα μέτρα ασφαλείας και ατομικής προστασίας και απαντώντας σε καταιγισμό αποριών.

Παράλληλα, έπρεπε να προστατευθούν λειτουργώντας με πρωτόκολλα ασφάλειας, να ανταποκριθούν στην επισκεψιμότητα και τις ανάγκες των ασθενών σε κατάσταση lockdown της αγοράς, να αποκτήσουν ρόλο στο πρόγραμμα εμβολιασμού covid-19 αλλά και να ανταποκριθούν στο σχεδιασμό της πολιτείας για τη διάθεση και χρήση των self test από τους πολίτες.

Ο κ. Κατσαράκης, αφού σημειώνει ότι σήμερα το επάγγελμα είναι κορεσμένο όσο αφορά τον αριθμό των φαρμακείων που αντιστοιχούν σε κάθε δήμο, προσθέτει ότι ανέκαθεν υπήρχε και εμφανίζεται αυξημένος σήμερα ανταγωνισμός που είναι θεμιτός γιατί αποτελεί πηγή βελτίωσης και εξέλιξης προς όφελος κοινού και ασθενών, εφόσον οι ακολουθούμενες πρακτικές δεν παραβαίνουν τη δεοντολογία.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες