Τρίτη, 27 Ιουλίου, 2021

Ερρίκος Φραντζισκάκης, ένας ξεχασμένος Χανιώτης ζωγράφος

Ο Ερρίκος Φραντζισκάκης το 1947.

Ενας ξεχασμένος Χανιώτης ζωγράφος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και το περιοδικό “Αυγερινός” του 1924

Δεν πάνε κάποιοι μήνες που στο πολύπαθο νησί έγινε πράξη ο διακαής του πόθος, η “Ένωση” και πλέον η ελληνική σημαία κυματίζει στο Φιρκά. Μόλις με τ’ απόβροχο έχει φέξει στην κοσμοπολίτικη πολιτεία και στο σπιτικό του Κωσταντή και της Θελξινόης Φραντζισκάκη στην περιοχή της Τριμάρτυρης, επικρατεί ανακατωσούρα.

Η μητέρα του Θελξινόη, πίνακας του Ερρίκου Φραντζισκάκη (ημιτελής).

Το πρωτοβρόχι του Σεπτέμβρη τους ξάφνιασε όλους. Τα πιτσιρίκια, ο Ερρίκος και ο Φωκίων ετοιμάζονται για το νηπιαγωγείο. Ο Ερρίκος Φραντζισκάκης ως δευτερότοκος γιος του Κωστή Φραντζισκάκη και της Θελξινόης, το γένος Παπαδάκη γεννήθηκε στα Χανιά. Τ’ αδέλφια του ήταν η πρωτότοκη Ευαγγελία, που έζησε τον Καναδά με τον σύζυγό της Ελευθέριο Τροχαλάκη, ο Φωκίων που διέπρεψε στα πανεπιστήμια του Παρισιού και της Θεσσαλονίκης ως καθηγητής νομικής, ο Ιάσων που έζησε στην Γενεύη, η Ιουλία που παντρεύτηκε τον Κώστα Κριεζή και έζησε στην Αθήνα και ο μικρότερος Φραντζής, άνθρωπος της τέχνης που ίδρυσε την galleri «Ζυγός» (1956) στην Αθήνα και το ομώνυμο περιοδικό ζωγραφικής (1955-1983), το πλέον έγκυρο και μακροχρόνιο περιοδικό τέχνης της Ελλάδας, αρχικά μηνιαίο και αργότερα διμηνιαίο.

Ερρίκος Φραντζισκάκης (1908-1958): Ο μύστης της ζωγραφικής

1947. Ο Φραντζής (αριστερά) και ο Ερρίκος (δεξιά) Φραντζισκάκης στο κατάστημα μούστων του Μυσεσίου στην οδό Νίκης 10, Αθήνα.

Κι άλλες φορές έχουμε αναφερθεί στους ανήσυχους νέους των Χανίων στις αρχές της δεκαετίας του 1920, οι οποίοι δεν άντεχαν το πνευματικό και καλλιτεχνικό τέλμα της εποχής μετά την τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής. Με τον νεανικό τους ενθουσιασμό καυτηρίασαν την «αδιαφορία των πολλών», ίδρυσαν τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο» και εξέδωσαν νεανικά λογοτεχνικά περιοδικά όπως τις «Λογοτεχνικές Σελίδες» τον Αύγουστο του 1923 και τον «Αυγερινό» τον Αύγουστο του 1924. Σχεδόν όλοι απ’ αυτούς τους νέους εξελίχθηκαν αργότερα σε προσωπικότητες και σημαντικούς παράγοντες της κοινωνικής, επιστημονικής, πολιτικής, πολιτιστικής ζωής και των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων του λαού μας. Ένας τέτοιος νέος ήταν και ο Ερρίκος Φραντζισκάκης σημαντικός Χανιώτης ζωγράφος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, του οποίου τη μορφή και το έργο, ανασύρουμε σήμερα από τη λήθη και φέρνουμε στην επιφάνεια μαζί με ένα νεανικό του κείμενο, για να τον γνωρίσουν και οι σημερινοί πολίτες.

1935, Νεκρή φύση, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Γεωργίου Ι. Κατσίγρα Δήμου Λάρισας.

Τα βιογραφικά του στοιχεία, αναφέρουν [1]: «Πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής σε μικρή ηλικία στα Χανιά. Σπούδασε ζωγραφική από το 1927 έως το 1931 στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης, τα τρία τελευταία χρόνια μάλιστα υπότροφος του Ελευθέριου Βενιζέλου […]».

Την Πέμπτη 10 Ιουλίου 1930, η χανιώτικη εφημερίδα «Ηχώ της Κρήτης», που ίδρυσε ο βουλευτής και πολιτευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων Αριστομένης Μητσοτάκης, στο πρωτοσέλιδό της έγραφε για τον Ερρίκο Φραντζισκάκη:

1935. Σπουδαία καλλιτεχνική παρέα. Από αριστερά Λάζαρος Λαμέρας (γλύπτης), Νίκος Νικολάου (ζωγράφος), καθισμένος Θανάσης Απάρτης (γλύπτης), Ερρίκος Φραντζισκάκης (ζωγράφος), Γιάννης Μόραλης (ζωγράφος).

«Λίγες μέρες τώρα βρίσκεται πάλι ανάμεσα μας ο νεαρός συμπολίτης μας που ξενιτεύθηκε για σπουδές πριν τριάμισυ χρόνια ακολουθώντας το καλλιτεχνικό ένστικτό του. Μας ήρθε ίδιος ολόιδιος -είναι η αλήθεια- εξωτερικά, μα πόσο αλλοιώτικος εσωτερικά! Στο διάστημα που έλειπε μέσα του γίνηκε μια μεγάλη αλλαγή, που μονάχα όσοι τον είχαν γνωρίσει πριν φύγη, μπορούνε σήμερα να τη διακρίνουν. Όσο ήταν ακόμη εδώ μια ανησυχία χαρακτήριζε τη ζωή του, ένας πόθος για την ανάταση, μα κι ίσως-ίσως μια κάποια έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις του, γιατί τα λίγα μαθήματα που είχε πάρει εδώ κι οι δάσκαλοι που είχε παρακολουθήσει τότε δεν του είχαν εμπνεύσει όσο έπρεπε την ελπίδα, την αυτόπεποίθηση. Περιωρισμένος από Θεωρητικές γνώσεις, πάνω στην τέχνη που τον ενδιέφερε και από την γνωριμία των έργων των μεγάλων δασκάλων της ζωγραφικής κι αναφερόμενος κατ’ ανάγκην σε τελματώδη ατμόσφαιρα, δεν είχε μπορέσει να εμπνευσθή, να ενθουσιασθή, να δημιουργήση. Στα τελευταία είχε αποφασίσει να λυτρωθή από το περιοριστικό αυτό περιβάλλον κι ακολουθώντας το ταλέντο που ένιωθε μέσα του ξεκίνησε για σπουδές συστηματικές. Στη Ρώμη που δεν έχει μονάχα πολεμική ιστορία μα που στάθηκε και για τα ειρηνικά προϊόντα του πολιτισμού μεγάλη, που συγκεντρώνει σπάνια καλλιτεχνική παράδοση από τ’ αρχαία χρόνια ως την Αναγέννηση και τη νεότερη εποχή έφτασε μια μέρα ο συμπολίτης μας Φραντζισκάκης με την απόφαση να γίνη ζωγράφος. Ηκολούθησε μαθήματα κοντά σε μεγάλους δασκάλους, γνωρίστηκε με τον κόσμο της τέχνης τον σύγχρονο και τον παλιό, που ζει στη μεγάλη αυτή καλλιτεχνική κοσμόπολη, μελέτησε το κάθε τι που ενδιέφερε την τέχνη του και κατώρθωσε μέσα στα τριάμισυ αυτά χρόνια της απουσίας του ν’ αποκτήση ότι του έλειπε ακριβώς όταν ξεκινούσε τη θεωρητική γνώση για τη ζωγραφική, τη γνωριμία των μεγάλων έργων της τέχνης, την πρακτική εξάσκηση με τα μαθήματα των δασκάλων που άκουσε. Κατώρθωσε να εμπνευσθή, να ενθουσιασθή, κατώρθωσε ακόμη να δημιουργήση. Να η εσωτερική αλλαγή του νεαρού μας συμπολίτη! Σήμερα μας φέρνει μαζί του λίγους πίνακες που ετοίμασε τον τελευταίο καιρό σπουδάζοντας και που του χάρισαν την πρώτη συγκίνηση από την επιδοκιμασία των ειδικών. Ξεχωρίζουν ανάμεσα στους πίνακες αυτούς δυό προπάντων που βρήκαν θέση σε δυό καλλιτεχνικές εκθέσεις της Ρώμης. Ο ένας είναι η “Αυτοπροσωπογραφία” του καλλιτέχνη κι ο άλλος “Η σαρκοφάγος και το περιβάλλον της”. Ότι διακρίνει κανείς στα έργα αυτά είναι πως δεν πρόκειται για μια αντικειμενική απεικόνιση των πραγμάτων, αλλά ίσα-ίσα για την απόδοση των αντικειμένων σύμφωνα με την υποκειμενική αντίληψη του καλλιτέχνη. Η ψυχρή κι αδιάφορη πολλές φορές πραγματικότητα περνώντας απ’ το διυλιστήριο της ιδιοσυγκρασίας του καλλιτέχνη γίνεται ενδιαφέρουσα. Στην Αυτοπροσωπογραφία απεικονίζεται η ψυχική κατάσταση ενός μονομανούς. Από το σχήμα της μορφής, την κατασκευή των ματιών που έχουν κάτι από την ισόρροπη και κάτι από την ανισόρροπη ζωή από την ευγενική διάθεση των χρωμάτων πηγάζει ένας υπέροχος πίνακας. Στη Σαρκοφάγο και το περιβάλλον της φαίνεται μεγάλη μαεστρία στους χρωματισμούς, στην απόδοση των γραμμών και των σχημάτων που μια θαυμάσια ιδέα της εντυπώσεως που άφησε στην ψυχή του καλλιτέχνη ένα κομμάτι βαρειάς και ήρεμης καθολικής εκκλησίας. Ο κ. Φραντζεσκάκης είναι πολύ νέος ακόμη, θα ξαναγυρίση στη Ρώμη και θα τελειώση σε λίγο τη σπουδή του. Μπορούμε να περιμένουμε απ’ ό,τι ως τώρα μας παρουσιάζει μια πρώτης τάξεως εξέλιξη, που του ευχόμαστε να είναι όσο το δυνατόν ταχύτερη».
Σ. Κρητικός

Ο μικρότερος αδελφός του Φραντζής Κ. Φραντζισκάκης, γράφει για τον Ερρίκο: «[…] Μετά από μια σύντομη παραμονή στα Χανιά και στην Ελλάδα εγύρισε στη Ρώμη για να τελειώσει τις σπουδές του εκεί. Στη συνέχεια έφυγε για το Παρίσι για την ολοκλήρωση των σπουδών του απ’ όπου επέστρεψε το 1933. Επιστρέφοντας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άνοιξε το κατάστημα έργων τέχνης “Το Μουσείον”. Αργότερα, για να μελετήσει τη βυζαντινή τέχνη, ταξίδεψε στο Άγιον Όρος. Μέλος της ομάδας “Τέχνη”, το 1938, σε συνεργασία με τον φίλο και μαθητή του Πάνο Σπανούδη, έφερε στο φως το δεκαπενθήμερο περιοδικό Techni σε μια προσπάθεια να θέσει καλλιτεχνικά ζητήματα στο ελληνικό πλαίσιο κάτι που δεν ήταν εύκολο εκείνη την εποχή με τις τότε πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα. Λίγα χρόνια αργότερα το 1942, κάτω από τη ναζιστική κατοχή, έγραψε και δημοσίευσε το μικρό βιβλίο “Περί ζωγραφικής”, το οποίο απεικονίστηκε με χαραγμένες σφραγίδες του Γιάννη Μόραλη. Πρόκειται για ένα απλό και διαυγές εγχειρίδιο, το οποίο, όπως λέει, κατευθύνεται πρωτίστως στους ζωγράφους, αλλά μπορεί να διαβαστεί από οποιονδήποτε, ακόμη και από μη ειδικούς, αρκεί να έχει ξεπεράσει το στάδιο του “καθεστώτος”, για το οποίο, αισθάνθηκε την βαθύτατη περιφρόνηση. Το γεγονός είναι ότι ο Ερρίκος Φρατζισκάκης ζωγράφισε πολλές εικόνες, αλλά τις έσπασε, τις κατέστρεψε. Αυτό που τον απασχολούσε πολύ περισσότερο από τη γνώμη άλλων ανθρώπων ήταν οι επιταγές της συνείδησης του: μια συνείδηση ​​που ήταν πάντα σε εγρήγορση, καθοδηγώντας τον και προστατεύοντάς τον από τον πειρασμό απλών λύσεων, τις οποίες περιφρονεί και αποφεύγει με κάθε κόστος. Εντούτοις, ήταν εσωστρεφής μόνο όσον αφορά τη ζωγραφική του. Γενικά, ήταν διαδηλωτικός στα άκρα και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής δραστηριότητας που εντάσσεται με την πίστη του. Θα μπορούσε να μιλήσει για ώρες, αναλύοντας ατελείωτα τις θρησκευτικές ζωγραφιές του Πανσέληνου, τις ανθρώπινες μορφές του Giorgione και του Tintoretto, τα καλλιτεχνικά πλεονεκτήματα του Corot ή των πορτρέτων του Fayum. Ωστόσο, ποτέ δεν προσπάθησε να χωρέσει κανένα από αυτά τα πράγματα σε ένα προκαθορισμένο μοτίβο της ανθρώπινης πνευματικής ανάπτυξης ούτε να τα ερμηνεύσει ιστορικά, περικλείοντάς τα σε ψυχρές θεωρητικές φόρμουλες. Και γι’ αυτόν τον λόγο άσκησε αυτό που κήρυξε, επειδή οι πίνακές του, οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως διαχρονικοί, δεν μπορούν ακόμα να γκρεμιστούν βάσει των σημερινών αισθητικών προτύπων. Από το 1940 ως το 1946 εγκατέλειψε σχεδόν τελείως τη ζωγραφική και ασχολήθηκε με τη συγκέντρωση και τη μελέτη στοιχείων με τα έργα και τους ζωγράφους του 19ου αιώνα, τα οποία αργότερα δημοσίευσε στο βιβλίο του “Έλληνες ζωγράφοι του δέκατου ένατου αιώνος”, που εκδόθηκε το 1957 από την Εμπορική Τράπεζα. Το τέλος της κατοχής σήμανε την αρχή μιας νέας φάσης στη ζωγραφιά του. Σταμάτησε να κάνει νεκρές φύσεις, συνωστισμένες συνθέσεις και πορτρέτα (από τα οποία, όπως συμβαίνει, μόνο λίγα έχουν επιβιώσει, συμπεριλαμβανομένου ενός ημιτελούς από τη μητέρα του) και επέστρεψε ξανά στην ανοιχτή χώρα, την οποία είχε χάσει τόσο πολύ. Εκεί ήταν σε θέση να εφαρμόσει στην πράξη όλα όσα είχε μάθει και να αποθηκεύσει μακριά στο μυαλό του, ενώ μελέτησε τα προβλήματα του φωτός μέσα στους τέσσερις τοίχους του στούντιo του ή κάτω από τον φλεγόμενο ήλιο της Αττικής. Ταξίδεψε στη Σκόπελο και τη Μυτιλήνη, στο Πήλιο και στην Εύβοια, σε μέρη όπου μεγάλωσε το ελαιόδεντρο-το ουράνιο δέντρο, που αγαπούσε πάνω από όλα. Θα περάσει ολόκληρο το καλοκαίρι σε ένα μέρος, κάθεται στον ίδιο ελαιώνα κάτω από τα δέντρα, ήσυχα προσπαθώντας να πιάσει αυτές τις σπάνιες στιγμές, λουσμένο στο υπερφυσικό φως, το οποίο λάμπει στα τοπία του. Σπάνια, όμως, ήταν ικανοποιημένος με τον εαυτό του και έτσι συνέχισε να σκίζει τα έργα του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αν και κατάναλώθηκε από ένα άλλο πάθος, αυτό της διδασκαλίας της τέχνης στους νέους -ένα πάθος το οποίο, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν ήταν ούτε βραχύβιο ούτε λιγότερο έντονο από τους άλλους, τον απορρόφησε από το 1948 μέχρι το θάνατό του- δημιούργησε επίσης τον όμιλο Stathmi σε συνεργασία με άλλους δέκα καλλιτέχνες και μαζί τους παρουσίασε το έργο του στην Αθήνα και στο εξωτερικό, στη Στοκχόλμη, το Κάιρο, τη Ρώμη και αλλού. Αυτές οι εκθέσεις και η συμμετοχή του σε λίγες Πανελλήνιες Εκθέσεις ήταν οι μόνες επαφές που είχε με το κοινό μετά τον πόλεμο (πριν τον πόλεμο που είχε εκθέσει και με τον όμιλο Techni). Οι έλληνες καλλιτέχνες που θήτευσαν στο Παρίσι, όπως ο Γιάννης Μόραλης, ο Ερρίκος Φραντζισκάκης, ο Νίκος Νικολάου κ.ά. βρέθηκαν κοντά στο Δημήτρη Γαλάνη και μέσω αυτού ήρθαν σε επαφή με το έργο του γάλλου ζωγράφου Andre Derain. Εκτός από τους παραπάνω στην ομάδα της Στάθμης ανήκουν ο Γιώργος Μπουζιάνης, ο Θανάσης Απάρτης, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Γιώργος Γουναρόπουλος, ο Αντώνιος Σώχος, ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, ο Άγγελος Θεοδωρόπουλος, ο Τάσος Αλεβίζος, η Βάσω Κατράκη, η Λουκία Μαγγιώρου, ο Βάλιας Σεμερτζίδης, η Ελένη Βακαλό, η Ελένη Ζογγολοπούλου, η Αγλαΐα Παππά, ο Ορέστης Κανέλλης, ο Γιώργος Σικελιώτης, ο Αγήνωρ Αστεριάδης και ο Γιάννης Μηταράκης.

Ηχώ της Κρήτης, Άρθρο για τον Ερρίκο Φραντζισκάκη.

Το 1948 διορίστηκε καθηγητής καλλιτεχνικών μαθημάτων στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο των Ελευθεριάδη και Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, ενώ το 1951 ανέλαβε για δέκα μήνες την καλλιτεχνική διεύθυνση του υαλουργείου της εταιρείας Λιπασμάτων. Ζωγράφος κυρίως τοπίων, ασχολήθηκε επίσης με την προσωπογραφία και τη νεκρή φύση υιοθετώντας τα διδάγματα του ιμπρεσιονισμού, ενώ σε ορισμένες συνθέσεις του διακρίνονται επιδράσεις από το έργο του Cezanne και τον κυβισμό. Πέθανε στην Αθήνα το 1958. Όταν πέθανε, θρηνούσε ένας μεγάλος κύκλος φίλων και γνωστών που όλοι είχαν εμπνευστεί από αυτόν. Θυμήθηκαν μια ελαφριά, άγρια ​​μορφή. έναν χιουμοριστικό άνθρωπο κι έναν ευχάριστο συνομιλητή (αν και μερικές φορές διαλογικό όταν καλείται να υπερασπιστεί τις ιδέες του), ένα τεχνίτη που ήταν ευγενής και λιτός, καθώς εργαζόταν στοχαστικά στο καβαλέτο του, έναν άνθρωπο της “ελληνικής Ανατολής” που ήταν και ένιωθε Έλληνας στα βάθη της ψυχής του. Ο Ερρίκος ήταν ένας εραστής της Ιταλικής Αναγέννησης με ευρύτατη στάση απέναντι στην τέχνη, ένας ευαίσθητος φοιτητής της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα, ο βραδινός σύντροφος που ήταν σκισμένος ανάμεσα στα αξιοθέατα της καλής διαβίωσης και του ασκητισμού, ο απαράδεκτα ενθουσιώδης δάσκαλος που ήταν ασυναγώνιστος στο εύρος της εκπαίδευσής του και το εύρος της γνώσης του […]».

Ερρίκος Φραντζισκάκης, Νεκρή φύση, 1935.

Και ο Φραντζής Κ. Φραντζισκάκης, συνεχίζει: «Η απτή απόδειξη του έργου της ζωής του είναι ελάχιστη: τριάντα έως τριάντα πέντε από τα έλαια του διασκορπισμένα εδώ και εκεί, λίγα σχέδια και μια σειρά από γυάλινα αντικείμενα που έγιναν στα γυαλικά του Μποδοσάκη κατά την περίοδο που ήταν διευθυντής σχεδίου εκεί. Μήπως, κάποιος αναρωτιέται, γιατί όλες οι άλλες του δραστηριότητες δεν του άφησαν χρόνο να ζωγραφίσει περισσότερο από αυτό; Γιατί είχε πολλά άλλα καταναλωτικά ενδιαφέροντα σε μια ή την άλλη περίοδο: την ποίηση ως νεαρός, τη μελέτη των παλαιών κυρίων αργότερα, τη διδασκαλία της τέχνης στους νέους, για να αναφέρουμε μόνο λίγους. Αυτό μπορεί να φαίνεται να είναι η προφανής απάντηση, αλλά δεν αντέχει σε έλεγχο, διότι κανένα από τα άλλα συμφέροντά του δεν θα μπορούσε να τον ωθήσει να παραμελήσει τη ζωγραφική, όχι για μια στιγμή. Ούτε η ποίηση (την οποία εγκατέλειψε νωρίς, ως απάντηση, όπως ανέφερε πάντοτε, στις συμβουλές του πατέρα του να επιλέξει έναν και μοναδικό σκοπό στη ζωή) […]».

Δρόμος στην Παλιά Πόλη.

Γράφοντας για τους Χανιώτες ζωγράφους και αγιογράφους, ο σπουδαίος Χανιώτης ποιητής και λογοτέχνης, Γιώργης Μανουσάκης στο κείμενό του «Άνθιση των Τεχνών και των Γραμμάτων – 20ος αιώνας», αναφέρει: «Γνωστοί δυτικότροποι αγιογράφοι κατά το Μεσοπόλεμο ήταν ο Γεώργιος Πολάκης κι ο Δημήτριος Κοκότσης, που ασχολήθηκαν και με την κοσμική ζωγραφική (Ο δεύτερος μας έδωσε δυνατά πορτραίτα γερόντων Κρητικών και σκηνές αγροτικής ζωής). Στα Χανιά έζησε η ζωγράφος Φλωρεντίνη Καλούτση και οι νεότεροί της Γεώργιος Γεροντίδης ή Γεροντάκης και Αγλαΐα Κυρμιζάκη, ενώ δύο άλλοι σημαντικοί ζωγράφοι, ο Ανδρέας Γεωργιάδης και ο Ερρίκος Φραντζισκάκης, αναδείχτηκαν στην Αθήνα».

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (αριστερά) το 1924, με τον φίλο του Φωκίωνα Φραντζισκάκη, στην οδό των Εμπορικών, μπροστά από τη βιτρίνα του “Αθη- ναϊκόν” (από το βιβλίο του Μαν. Κριαρά, “Μακράς ζωής αγωνίσματα”).

Ο εξαίρετος Χανιώτης γλύπτης και καλός φίλος Γιάννης Μαρκαντωνάκης, γράφει για την γνώση του με τον Ερρίκο Φραντζισκάκη και τον Ζυγό: «Ο Ερρίκος Φραντζισκάκης αναμφισβήτητα είχε τον αέρα κοσμοπολίτη καλλιτέχνη. Η βιωματική του σχέση με την Τέχνη κυρίως στη Ρώμη, διαμόρφωσε ένα πνεύμα οικουμενικότητας που τον εισήγαγε στη νεωτερικότητα, χωρίς όμως να υιοθετήσει ως καλλιτέχνης τις αρχές του Μπαουχάους και της αφαίρεσης (βλέπε Καντίσκυ, “πνευματικό στην Τέχνη”. Παρέμεινε συντεταγμένος παραστατικός στο μετα- ϊμπρεσιονιστικό ιδίωμα, κυρίως στην τοπιογραφία του, ενδιαφέρουσες οι προσωπο- γραφίες του (λίγες σε σύγκριση με τον Μόραλη ή τον Μυταρά). Αλλά, η ρεαλιστική αντιμετώπιση των νεκρών του φύσεων ενδεχομένως επηρέασαν ζωγράφους όπως οι νεότεροι Κρητικοί Λευτέρης Κανακάκης και Γεροντίδης Γεροντάκης.

1909. Περιοχή Μεγάλο Αρσενάλι (αρχείο Ευθύμη Λεκάκη).

Στην Ελλάδα άνοιξε δρόμους όχι τόσο με τη δημιουργική του κατάθεση και την συμπόρευση με τους μεγάλους της εποχής του, Γκίκα, Μόραλη, Τσαρούχη, Γραμματόπουλο, όσο για την “εμπνευσμένη πρωτοβουλία” του να συμβάλει (διότι εν τω μεταξύ είχε φύγει απ’ τη ζωή) μέσω του νεότερου αδερφού του Φραντζή στην δημιουργία της καινοτόμου, απαραίτητης και πρωτοπόρου γκαλερί ο “Ζυγός”, παρουσιάζοντας Τέχνη στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Είχα την τύχη να ζήσω για μια δεκαετία περίπου το “Ζυγό”, τη δεκαετία του ’70 αφού οι απόγονοι του συνέχισαν το δρόμο που είχε χαράξει ο Ερρίκος, με εκθέσεις γνωστών αλλά και νέων καλλιτεχνών. Οι επισκέψεις στο χώρο εκεί πίσω από την Εθνική Πινακοθήκη ήταν για εμάς τους φοιτητές της Α.Σ.Κ.Τ., προσκύνημα και ελπίδα για μελλοντική συμπόρευση».

Σημειώσεις

[1] Τα βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από σημείωμα της Εθνικής Πινακοθήκης, από δύο κείμενα του Δρα Κων/νου Πρώιμου, (διδάσκοντα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο μεταπτυχιακό του τμήματος αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών, κριτικού τέχνης και επιμελητή εκθέσεων), από στοιχεία που μου έστειλε ο ανιψιός του Ίων Φραντζεσκάκης (γιος του Φραντζή) και από δημοσιεύματα εφημερίδων και περιοδικών.

Χάληδων. Το πρώτο κτήριο από αριστερά, είναι το δεύτερο παρθεναγωγείο και στο κέντρο η πύλη εισόδου που οδηγούσε στο ναό της Τριμάρτυρης.

Ερρίκος Κ. Φραντζισκάκης: Όταν ήμουν μικρός

(από το περιοδικό Αυγερινός, έτος Β΄, τεύχος 13, σελ. 116-118, Σεπτέμβριος 1925)
«Ή πέντε ή έξι χρονών παιδάκι ήμουνα, πάντα μικρούτσικο πολύ μικρούτσικο. Και θυμάμαι, κείνη την κάμερα, τις βαθμίδες και τα δυο μακρυά θρανία με τους πάγκους των. Κι ύστερα μια εικόνα που ήταν άνθρωποι, που κουβαλούσανε άχερα, και που κάτω-κάτω είχε κάτι εργαλεία ζωγραφισμένα. Κάτι δρεπάνια κάτι σφυριά… Ναι το φθινόπωρο, ο χειμώνας, όλα ζωγραφιές όμορφες. Ένας σκελετός κι ένας άλλος κόκκινος άνθρωπος και κάτι λουλούδια, όλα ζωγραφιές, ζωγραφιές. Και το τραπεζάκι της δασκάλας, η πράσινη τσόχα του, τα βιβλία που ήταν απάνω. Ο πίνακας με τα πράσινα και κόκκινα καρόλια, και τ’ άλλο, κείνο με το κρόταλο που χτυπούσε το διάλημα. Πως τα θυμάμαι… κείν’ η γριούλα η μητέρα της κυρ Αγαθονίκης, το μαζωμένο της μαύρο σκουφάκι. Καθούτανε πάντα σε μια γωνιά, σε μια καρέκλα καθούτανε κι έπλεκε. Κι η κυρ Αγαθονίκη στο πράσινο τραπεζάκι, εκεί πάντα καθούτανε αυτή. Κι όταν έβρεχε ήταν καλά, κι όταν ήταν λιακάδα στ’ άβαφα σκαλοπάτια. Εγώ κυττούσα στο παράθυρο. Απέναντι μια μουρνιά, μια μεγάλη μουρνιά και μια κρεβατίνα. Όλο όμορφα, πράσινα χτυπητά. Κι εκεί στην άκρη, ένα παράθυρο, ένα παράθυρο με καφάσι. Αχ αν έλειπε θάβλεπα ποιοι περνούσανε από κάτω, όμως ήταν καφάσι. Έγραφα στην πλάκα με το κοντήλι, ζωγράφιζα ανθρώπους, βαποράκια, όλο ζωγράφιζα στην πλάκα. Κι ο Γιάννης! Τούδινα την πλάκα μου του Γιάννη και μούκανε ένα μουσουλούκι [2] μια τρύπα. Κι ύστερα έκανε το πετρέλαιο να πηδά, να τρέχη από την πηγή το πετρέλαιο. Πω πω πως ζωγράφιζε ο Γιάννης! Κι απέναντι τα παράθυρα ήταν πράσινα, καταπράσινα. Και το χειμώνα… ήταν κλαδιά ξερά που γυαλίζανε στη βροχή. Όμως ένα δενδρουλάκι, ναι κείνο το ψηλό το κιτρινιάρικο που έμενε χειμώνα καλοκαίρι με φύλλα. Δεν θυμάμαι τι ήταν αυτό το αδύνατο δενδρουλάκι. Κι η Μπεμπίτσα, το άσπρο της σκουφάκι το πλεχτό. Και το καλοκαίρι κείνο με την Γαλλικιά κορδέλα. Πάντα αυτή κρατούσε ρολόι, κι έλεγε και την προσευχή πάντα αυτή, σιγοχτυπούσε γλυκά το κρόταλο κι έλεγε τραγουδιστά: Βασιλεύ ουράνιε…

Φραντζισκάκης Ερρίκος, Νεκρή φύση, 1935.

Εμείς το ξαναλέγαμε. Πόσο αδύναμη ήταν η φωνίτσα μου, όμως σκιρτούσα, τραγουδούσα κι εγώ. Ύστερα καθίζαμε στις βαθμίδες, έτσι τις λέγαμε βαθμίδες. Η κυρ Αγαθονίκη άρχιζε το μάθημα, κι έπιανε απ’ τη σειρά απ’ τη πρώτη βαθμίδα. Στις δέκα πήγαινε στα θρανία, ναι στα μεγάλα θρανία, στη δεύτερη τάξη. Κι ύστερα ήταν διάλημα. Ο Θοδώσης αρχηγός μας! Εμπρός φώναζε, και μας έκανε μια γραμμή, μια λουρίδα. Ανεβαίναμε στη μεγάλη πέτρα μπρος απ’ τα μεγάλα κάγκελα του τζαμιού. Το φρούριο! αυτό ήταν η μεγάλη πέτρα!

Πηγαίναμε στο σοκάκι κει που ήτανε το μικρό μαγειρειό, κι ο χονδρός μάγερας, κι η γυναίκα του, κείν’ η κατσουφιασμένη με το μαύρο τσεμπέρι. Κι ύστερα τρέχαμε στο φρούριο! και το πέρναμε! Στεκούμαστε και κυττάζαμε μέσα στο τζαμί, ήταν σκοτεινό αλλόκοτο. Μα ο Μιχαλάκις μούχε πει μέσα είναι μια γαϊδουροκεφαλή, και γονατίζουνε και κάνουνε την προσευχή τους οι Τούρκοι. Ήταν φοβερό παράξενο, άσκημο αυτό μια γαϊδουροκεφαλή!… Ας είναι, τρέχαμε ύστερα στην άσπρη πετρόσκαλα. Και πήγανε ο Γιάννης ή κανείς άλλος κι αγόραζε παστέλι, μιας πεντάρας παστέλι. Ήταν πλακωτό μα και φτηνό, φτηνό το παστέλι του Σμαήλ Αγά. Άμα τρώγαμε το παστέλι ξαναπηγαίναμε στο Φρούριο. Κι ύστερα κυνηγητό. Ως που πάν’ απ’ την κρεβατίνα κει στο γαλάζιο παράθυρο η κυρ Αγαθονίκη, όχι το κρόταλο κείνο το κοφετί κρόταλο έκανε Κλο, Κλο, Κλο. Ανεβαίναμε τη σκάλα, κείνη με το παχύ πόμπολο. Οι βαθμίδες πάντα ήταν άβαφες πάντα λερωμένες. Και γίνονταν πιο λερές πιο σκονισμένες όταν οι άλλοι σέρνουνταν, πάλευαν. Κάτ’ απ’ τις βαθμίδες κάτ’ απ’ τη κουφάλα που σχημάτιζαν οι βαθμίδες, ήταν μπρόκες πολλές, και κρέμουνταν τα καπέλα μας. Ναι εκεί στη κουφάλα καμιά φορά γίνουνταν τα τραχαπαλέματα τα γενναία. Περνούσαν λίγα λεπτά, λίγη ώρα και ξαναρχότανε απ’ τη πόρτα η κυρ Αγαθονίκη, απ’ τη πόρτα που δεν είχε καμιά κορνίζα. Κι άμα έμπαινε μιλιά, ή σιγανές μιλιές, φρόνιμες φοβισμένες. Και γω έπιανα τη χρυσή μου πλακίτσα, αχ πως ήθελα νάχα και μολύβι και χαρτί! μελάνι; Α! το μελάνι!… Όμως σε λίγο πήρα και μολύβι, και κάθισα στο μπάγκο, ναι στο μακρύ το μαύρο θρανίο. Κι ήταν η Λούλα, ο Νίκος, η Ρίκα, και όλες οχτώ εννιά και παραπάνω. Αργότερα και μελάνι…! Κουρκουμά μελάνι σε πράσινο θηκάκι πάνινο! Πω-πω και πέννα! Η Μπεμπίτσα ήτανε στον άλλο πάγκο με τη Κοκό, με το Σπύρο. Μάθαμε κι ένα τραγούδι, ένα παράξενο, ένα θλιβερό τραγούδι όμορφο. Το λέγαμε με το κρόταλο.

Διαφημίσεις δίσκων COLUMBIA.

Λοιπόν μια μέρα έν’ απόγεμα, ήταν θαρώ και λίγη συννεφιά συνέβηκ’ αυτό: Όλοι κουβεντιάζανε για τον Τερσανά [3], τι παράξενο όνομα, Τερσανάς. Λέγανε για ένα άλλο μεγάλο σκολειό στο Τερσανά. Κι ύστερα για εργόχειρα, για πλουμιστά χαρτάκια, για τραγούδια. Τι όμορφη που ήταν η κρεβατίνα κει στο γαλάζιο παράθυρο, κι ο Γιάννης οι ζωγραφιές του, το πετρέλαιο! Μα ήμουν παιδάκι δεν πολιοκαταλάβαινα, Τερσανάς, εξετάσεις… αυτό τόλεγε ο Σπύρος, η Κοκό οι μεγάλοι. Κι ύστερα σε λίγο, σε λίγη ώρα η κυρ Αγαθονίκη μου φώναξε. Μ’ έβαλε στη γραμμή πρώτο, στη γραμμή σαν στρατιώτη. Και τ’ άλλο μούδωσε μια σημαία κι ένα κοντάρι μικρό, ντυμένο με άσπρη και μπλάβη κορδέλα. Ύστερα πηγαίναμε γυρίζαμε όλη τη κάμερα. Της έλεγα: Τι είν’ αυτό; και γελούσε η κυρ Αγαθονίκη, και μούλεγε, για τις εξετάσεις για το Τερσανά. Και ξαναρωτούσα. Το κάναμε αυτό πολλές φορές, δέκα είκοσι φορές, κι οι άλλοι λέγανε και τραγουδάκια, βάζανε και κάτι μεγαλίστικα ρούχα, σα θεατρίνοι! Ως που μια μέρα, μια γλυκιά μέρα, με πήραν απ’ το χεράκι και με πήγαν στο Τερσανά. Μια κάμερα, μια μεγάλη κάμερα, θρανία και ζωγραφιές πολλές. Κι ύστερα ένας πίνακας, ένας αλλοιώτικος πίνακας, χωρίς καρόλια. Κι ένα παραβάν, ένα με τρία φύλλα. Στη μέση ένα τραπέζι, ένα τραπέζι με πιλάφι. Πω-πω ντροπή… θα φάμε πιλάφι; θα φάμε μπροστά σε τόσο κόσμο; Και τραγουδήσανε ύστερα οι μεγάλοι ένα τραγούδι, όμως χωρίς κρόταλο, ένα τραγούδι πεταχτό, γρήγορο… Στάθηκα. Μπορεί νάκλαιγα, όμως δε θυμάμαι. Αυτό μόνο θυμάμαι πως όλοι γελάσανε, ξεκαρδιστήκανε στα γέλια, γιατί των φώναξα: Αυτό είναι ωραίο να το ξαναπήτε! Και το ξανάπανε, όμως όπως είπα χωρίς κρόταλο. Εκεί μπροστά, κοντά στο Δεσπότη, εκεί κωλλητά στους άλλους ήταν ένα μεγάλο παιδί. Κι η ψάθα του, τα ρούχα του, όλα του μ’ αρέσανε. Το κύτταζα κρατούσε μπαστούνι, ένα όμορφο μπαστούνι. Ήταν κουτσό. Παίζανε στη σειρά όλα τα παιχνίδια, όλα και κείνο που φωνάζανε: Μαμά, μπαμπά ελάτε στο τραπέζι… Το πιλάφι. Κάνανε πως τρώγανε, όμως δε φάγανε, εγώ ντρεπόμουνα που τους έβλεπα. Άμα τελειώσαμε πήγαμε απ’ το Καστέλι απ’ το μεγάλο δρόμο. Όλοι πηγαίναμε σιγά-σιγά, γελούσαμε. Εγώ κρατούσα το τουφεκάκι μου, κείνο που είχα δώσει του Νίκου του ξαδέρφου μου. Κι άμα πήγα στο τραπέζι όλοι με φιλήσανε, γιατί ξέχασα ήμουνα και γω σημαιοφόρος! Πέρασε το καλοκαίρι. Και το φθινόπωρο, δε θυμάμαι και καλά, μα τότες φαίνεται, να τι έγινε. Ξαναπήγαμε στο σπίτι της κυρ Αγαθονίκης, εκεί στο γραφείο της. Κι ύστερα από μέρες κάθισα όχι στις βαθμίδες μα στα θρανία. Κι ωστόσο συμβήκανε τα διάφορα μικροπράγματα όλ’ αυτά που τα γράφω ανακατωμένα. Μα μερικά έτσι τα θυμάμαι πιο καλά. Θυμάμαι το μικρό μου αδελφό, μια μπουκιά ήταν κι είχε μάθη ένα τραγούδι, ένα μεγάλο τραγούδι. Κι ο Τατάκις χα-χα αυτός στις επόμενες εξετάσεις έγινε μάντης, ναι κυρ μάντης κι έλεγε τα μελλούμενα. Σ’ ένα είπε: Εσύ θα γίνεις πεταλωτής. Πεταλωτής; Ο Τατάκις έτσι για γούστο έδερνε τον αδερφό μου [4], χα-χα τι παράξενος που ήταν, τι τρελλός ο Τατάκις. Κι έν’ άλλο μικρούτσικο παιδάκι είχε μάθει απ’ το μπαμπά του νάναι Γερμανόφιλος χα-χα Γερμανόφιλος! Φώναζε, γούρλωνε τα ματάκια του, χτυπούσε τις γροθιές του στο θρανίο. Στο θρανίο; Α! να τι συνέβηκε: Αυτό έγινε τον τρίτο χρόνο, ήμουνα στη Τρίτη τάξη. Μ’ αυτό, αυτό το άσκημο δε λέγεται τι κρίμα να χαλάσουνε τις βαθμίδες για να κάνουνε θρανία. Κάτι θρανία που μείνανε κι αυτά άβαφα, λερωμένα με χαρακιές. Ως που μια μέρα έφυγε η κυρ Αγαθονίκη για να φύγουμε και μεις».
Ερρίκος Φραντζισκάκης

Σημειώσεις:

[1] Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας, Έτος Η΄, τευχ. Α΄, αριθμ. Φυλ. 71, έτος 1906, σ. 220-221.
[2] μουσουλούκι ή μουσλούκι: Τενεκεδένιο δοχείο γύρω στο μισό μέτρο ύψος με μια βρυσούλα πολύ μικρού διαμετρήματος στο κάτω μέρος. Το μουσλούκι κρεμόταν στην κουζίνα ή στην αυλή και κάτω από τη βρυσούλα υπήρχε λεκάνη, μπακιρένια ή και χτιστή. Προέρχεται από το τούρκικο musluk που θα πει βρύση, κάνουλα. Δούλευε σίγουρα μέχρι τη δεκαετία του ’70, σε χωριά χωρίς κεντρική υδροδότηση και στις πόλεις σε… παράγκες εκτός σχεδίου.  Στην τουρκική αργκό musluk θα πει και τσουτσούνι. (πηγή: http://www.mytiliniadialektos.gr/?P = 809).
[3] Ο Ταρσανάς ή Αρσανάς είναι δημώδης όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας. Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη Ταρσανάς εννοούμε κυρίως ναυπηγικές μονάδες και νεώρια.
[4] Εννοεί τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδελφό του Φωκίωνα, ο οποίος αργότερα διέπρεψε ως καθηγητής νομικής στα πανεπιστήμια του Παρισιού και της Θεσσαλονίκης.

Σπάνια απεικόνιση του Ελευθ. Βενιζέλου, σε ηλικία 19 ετών. Βρίσκεται στο αρχείο του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών.

Το νηπιαγωγείο που φοίτησαν ο Ερρίκος και ο Φωκίων Φραντζισκάκης

Από τα πρώτα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας το θέμα για την εκπαίδευση των νηπίων απασχολούσε τους λειτουργούς της εκπαίδευσης. Στο εκπαιδευτικό συνέδριο που έγινε στη μεγάλη αίθουσα του Ανώτερου Παρθεναγωγείου Χανιών από τις 24 έως τις 29 Ιουλίου του 1900, ένα από τα πρώτα θέματα που συζητήθηκαν ήταν η πρόταση της διευθύντριας του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου Χανίων Ελένης Δρανδάκη, ν’ αναλάβει η Πολιτεία τη συντήρηση των Νηπιαγωγείων. […] Τελικά το συνέδριο παμψηφεί αποφάσισε «…να μείνει το ζήτημα του Νηπιαγωγείου ως έχει εν τω Νόμω». Το 1906, ο ύπατος αρμοστής Κρήτης και ο επί της παιδείας σύμβουλος Ε. Χουρδάκης, συντάσσει τον κανονισμό και το αναλυτικό πρόγραμμα των Νηπιαγωγείων. Εκεί ορίζονταν ότι τα πλήρη νηπιαγωγεία θα αποτελούνται από τρεις ετήσιες τάξεις και θα γίνονται δεκτά παιδιά και των δυο φύλων, από το 4ο έως και το 7ο έτος της ηλικίας τους. Οι διδασκάλισσες που θ’ αναλάμβαναν την εκπαίδευση τους έπρεπε να έχουν πτυχίο νηπιαγωγού. […] Ωστόσο τα νηπιαγωγεία εξακολουθούσαν στην πλειοψηφία τους να εντάσσονται στην ιδιωτική εκπαίδευση και στο τέλος της δευτέρας περιόδου της Κρητικής Πολιτείας (1909) σε όλη την Κρήτη, λειτουργούσαν 5 ιδιωτικά νηπιαγωγεία, 3 Χριστιανικά και 2 Μουσουλμανικά με 184 νήπια.

Τον Οκτώβριο του 1907 σώζεται μαρτυρία ίδρυσης ιδιοσυντήρητου νηπιαγωγείου από την Αγαθονίκη Πιερράτου, στη συνοικία Καστέλλι των Χανίων. Μετά από δυο μήνες λειτουργίας του συγκεκριμένου νηπιαγωγείου η τοπική εφημερίδα («Υψηλά Λευκά Όρη», αρ. φυλ. 103, 13-12-1907, σ.1.) σχολιάζει: «Χάρις εις το ευμέθοδον της διδασκαλίας εν διαστήματι δυο μόνον μηνών έμαθον να αναγιγνώσκωσι, να γράφωσι, να αριθμώσιν… Τινά μάλιστα (παιδία) την μεσημβρίαν γευματίζουσιν εντός του Σχολείου και κατά την ώρα του γεύματός των τυγχάνουσιν ιδιαιτέρας όλως περιποιήσεως και μερίμνης. Εν ολίγοις το Νηπιαγωγείον είναι άξιον παντός επαίνου, πάσης εκτιμήσεως και πάσης εξυψώσεως εν τη συνειδήσει του καθ’ ημάς ομογενούς κοινού. Τινές αβασανίστως… εμπιστεύονται τα φίλτατα αυτών τέκνα εις ξένας σχολάς, εκθαμβούμενοι δυστυχώς εκ της κατ’ επιπολήν λάμψεως των ξενογλώσσων τούτων σχολών… Τινές δε πάλιν μετά της αυτής αδικαιολογήτου αδιαφορίας αποστέλλουσι τα τέκνα των εις ιδιωτικά σχολεία μη ανεγνωρισμένα παρά του Υπουργείου Δημοσίας Εκπαιδεύσως εις τα κοινώς λεγόμενα “σπιτοσχολεία” αγνοούντες ότι επιφέρουσιν ούτω την παρεμπόδισιν της πνευματικής των τέκνων των αναπτύξεως…». (Από τον κανονισμό του Νηπιαγωγείου Αγαθονίκης Πιερράτου, Επίσημος Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας, Έτος 1907, τεύχ. Α΄, αριθμ. Φυλ. 70). Μεταξύ των άλλων ο συγκεκριμένος κανονισμός κάνει λόγο για το σκοπό της ιδρύσεως του: «Το Νηπιαγωγείον τούτο ιδρυθέν κατά το Φροβελιανό σύστημα σκοπόν έχει την ανάπτυξη των φυσικών, πνευματικών και ηθικών δυνάμεων του παιδός δια των επιτηδειοτέρων μέσων και τρόπων». Το Νηπιαγωγείο περιελάμβανε και αυτό τρείς τάξεις, στις οποίες γίνονταν δεκτά παιδιά αμφοτέρων των φύλων από του 4ου έτους της ηλικίας τους. Τα μαθήματα που διδάσκονταν σε κάθε τάξη αναγράφονται στον πίνακα που ακολουθεί και εύκολα μπορεί κάποιος να διαπιστώσει ότι δε διαφέρουν από αυτά των δημόσιων δημοτικών σχολείων των κοριτσιών και υπερτερούν σε σχέση με το πρόγραμμα των δημόσιων χριστιανικών νηπιαγωγείων.

Το πρόγραμμα διδασκαλίας του ιδιοσυντήρητου Παρθεναγωγείου της Αγαθονίκης Πιερράτου

Α΄ τάξη: Θρησκευτικά άσματα, θρησκευτικαί ομιλίαι και ηθικαί. Φυσική Ιστορία, ομιλίαι περί των μάλλον γνωστών ζώων, φυτών και ορυκτών επί των αντικειμένων ή των εικόνων αυτών. Αντικειμενική διδασκαλία. Εκμάθησις των στίχων της αλφαβήτου επί του αναγνωσματηρίου και σχηματισμός λέξεων.

Β΄ τάξη: Θρησκευτικά άσματα, θρησκευτικαί ομιλίαι και ηθικαί. Ιερά Ιστορία, διηγήματα κατ’ εκλογήν εκ της Παλαιάς και Καινής διαθήκης. Φυσική Ιστορία (συνέχεια). Αντικειμενική διδασκαλία (συνέχεια). Άσκησις εις το προφέρειν ευκρινώς λέξεις και προτάσεις. Αριθμητική επί του Αριθμομέτρου. Αρίθμησις από του 1-10, άσκησις επί των δυο πρώτων πράξεων εντός του 10. Γυμναστική. Γραφή μέχρις απλών λέξεων επί του αβακίου.

Γ΄ τάξη: Θρησκευτικά άσματα, θρησκευτικαί ομιλίαι και ηθικαί. Ιερά Ιστορία (συνέχεια). Πραγματογνωσία. Αριθμητική: αρίθμησις από του 1-20, άσκησις επί των τεσσάρων πράξεων εντός του 20, γραφή αριθμών. Γραφή λέξεων και φράσεων επί του χάρτου δια μολυβδοκονδύλου. Άσκησις εις το αναγιγνώσκειν. Ιχνογραφία γραμμική. Γυμναστική. Εργόχειρα. τα απλούστατα.

Το νηπιαγωγείο της Α. Πιερράτου, συνέχισε τη λειτουργία του. Η τοπική εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» (20-9-1908, α.φ. 186, σ.3) αναφέρει: «Συνεχίζον και εφέτος τον εθνωφελή αυτού σκοπόν το ημέτερον Νηπιαγωγείον ήρξατο από της παρελθούσης Δευτέρας 25 λήγοντος των εγγραφών αυτού δια το σχολικό έτος 1908-9, από δε της 1-9-1908 άρχεται των τακτικών μαθημάτων του…». Επίσης η τοπική εφημερίδα «Το σύνταγμα» σχολιάζει την χριστουγεννιάτικη σχολική εορτή που έγινε στο συγκεκριμένο Νηπιαγωγείο, το προαναφερόμενο σχολικό έτος (Πρβλ. «Το Σύνταγμα», έτος Γ΄, αρ. φυλ. 114, Χανιά 31-12-1908, σ. 2).

Αθηναϊκόν

Γράφει ο Φραντζής Κ. Φραντζισκάκης στο βιβλίο του [1]: «[…] Το βράδυ εκείνο, το σημαδιακό στην πολιτική του σταδιοδρομία, ο Βενιζέλος το πέρασε στο μαγαζί του Κωστή (Φραντζισκάκη) [2], που μύριζε ακόμη φρέσκια μπογιά. Για συντροφιά του είχε καλέσει πέντ’ έξι φίλους του μερακλήδες, με τους οποίους λίγο καιρό πρωτύτερα, στο Θέρισο, μοιραζόταν, αν μη ψωμί κι αλάτι -δε σφίξανε λωδά και τόσο τα πράματα-, τα κουλουράκια και τους “κεπτέδαις” που του ’στελνε ανελλιπώς από τα Χανιά ο δεύτερος μεγάλος έρωτας της ζωής του, η Παρασκευούλα Βλουμ. “Τι λες τα καταφέραμε;” Ανέβασε μ’ έναν του λόγο τον Κωστή στον έβδομο ουρανό. “Κοινός” τους άθλος, υποτίθεται, κατατρόπωση του “τυράννου”. “Μ’ εσένανε όλα κατορθωτά”, τον τράβηξε μαζί του στην πτήση, καθώς απογειωνόταν ο Κωστής. Και η φωνή του ραγισμένη απ’ τη συγκίνηση πήγε και τρύπωσε ανάμεσα σ’ επιφωνήματα και σε ζητωκραυγές. Ο “γιαχουντής” -έτσι τον έλεγαν κοροϊδευτικά τον Βενιζέλο οι εχθροί του, που θα πει ο… εβραίος- έδρεπε τις πρώτες μετά την επανάσταση δάφνες. Με το ’να χέρι του σηκωμένο ψηλά και με τ’ άλλο περασμένο στο μπράτσο του πιο πιστού, από τα χρόνια ακόμη που ήταν άσημος, θαυμαστή του, βημάτισε προς το τραπέζι που θα καθότανε. […]

Στη γλώσσα τη στεγνή του εμπορίου το Αθηναϊκόν -αυτή ήταν η επωνυμία του μαγαζιού- χαρακτηριζόταν ως “εδωδιμοπωλείον”. Όρος άκομψος, ισοπεδωτικός, όσο κι εκείνος του “ανθοπωλείου” για ένα κιόσκι στην καρδιά του Χάαρλεμ που θα πουλούσε σπάνιες ορχιδέες, ή του “υφασματοπωλείου” για μια φίρμα στο Χάλιφαξ ειδικευμένη σε υψηλές ποιότητες, από δαμασκηνά και πάνω. Αυτής της περιωπής προϊόντα πρόσφερε στους πελάτες του κι ο Κωστής. Προϊόντα πρώτης γραμμής, ικανά να προκαλέσουν τη σιελόρροια και στον απαιτητικότερο μέσω της γεύσεως ηδονοθήρα. Στο μαγαζί του έβρισκε κανείς ότι πιο φίνο υπήρχε στον κόσμο σε ντελικατέσες, σε ποτά, σε γλυκίσματα: χαβιάρια ρούσικα και περσικά∙ ζαμπόν, σαλάμια, μορταδέλες από τη Γερμανία∙ όλη τη γκάμα των ελβετικών και γαλλικών τυριών∙ κονσέρβες τις περίφημες “Amieux Freres”∙ κρασιά μ’ επιλεγμένες χρονολογίες, παραρρήνια και Μπωζολαί∙ σαμπάνιες, βότκες, ουΐσκυ, λικέρ… Και, κοντά σ’ αυτά, φοντάν, μπονμπόν, σοκολάτες, μπισκότα, πάστες και λοιπά. Εξόν από ελάχιστα που τα προμηθευόταν από Αθηναίους εισαγωγείς κι απ’ τις βιεννέζικου τύπου πάστες που τις παρασκεύαζε για λογαριασμό του ένας ειδικά μετακλημένος από την Αθήνα ζαχαροπλάστης, ο ξακουστός Σωκράτης, όλα τ’ άλλα έρχονταν απευθείας από τους τόπους παραγωγής τους. Όμως η πρωτοτυπία του μαγαζιού βρισκόταν αλλού. Στο ότι τις ντελικατέσες του τις πουλούσε και σερβιρισμένες επιτόπου, με την κατάλληλη για κάθε μια γαρνιτούρα και φυσικά με το κρασί ή το ποτό που έπρεπε να τη συνοδεύει. Μ’ άλλα λόγια λειτουργούσε και σαν διαρκές γαστριμαργικό σεμινάριο γι’ αυτούς που φρόντιζαν να εκλεπτύνουν τον ουρανίσκο τους. Την ιδέα οι δύο χρήσεις να συνυπάρξουν στον ίδιο χώρο την έριξε στον πατέρα μου ένας καλοφαγάς και πότης ολκής, ο Μαρτίνοβιτς, υποπρόξενος της Ρωσίας στα Χανιά. Αυτός τον εβοήθησε και στο να επιλέξει τις non plus ultra (κορυφαίες) νοστιμιές που θα ’μπαιναν στο μαγαζί του. Όμως οι παραγγελίες απαιτούσαν και τη σχετική μονέδα. […] Το πρόβλημα του το ’λυσε ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής του, πρόξενος κι αυτός -της Γαλλίας-, ο Ερρίκος ο Πρέβε, δανείζοντάς του τα χρήματα που του λείπανε. Έν’ άλλο δύσκολο παλούκι που ’χε να πηδήσει ήτανε και το να βρει κατάλληλο χώρο στη θέση που τον ήθελε: κεντρική περί το Σαντριβάνι, χωρίς πολλούς θορύβους από το πήγαιν’ έλα των τροχοφόρων. Μέρες έψαχνε, μα δεν τον έβρισκε. Ώσπου με τα πολλά νόμισε πως έπεσε σε κελεπούρι. Συμφώνησε με το νοικοκύρη, του μέτρησε τον “αρραβώνα”… . […] Ήτανε μια σούδα (η λατινική λέξη suda σημαίνει στενό πέρασμα) μήκους 20 μέτρων και πλάτους στο φαρδύτερο σημείο της, έξι, που στα χαρτιά, σαν κάτοψη, έμοιαζε με κροκόδειλο του Νείλου μουμιοποιημένο. Το ρύγχος της βρισκότανε στο στενό της Τριμάρτυρης, η ουρά του στην Οδό των Εμπορικών [3] και τα ζεβλά ποδάρια του σε κάτι μεσιανές εσοχές προς τα όμορα σπίτια. Τελικά τη σούδα την έφερε σε λογαριασμό ένας Αθηναίος διακοσμητής, τονίζοντας την ομοιότητά της με κροκόδειλο. Στο διαπλατισμένο κέντρο της έβαλε μια σειρά ροτόντες σα να ’σαν οι φολίδες στη ράχη του ερπετού, ενώ τους τοίχους τους έντυσε, απ’ τη μεριά που ήταν οι ροτόντες, μ’ ωραίες χρωμολιθογραφίες σταλμένες απ’ έξω, κι από την άλλη με ντουλάπια και ράφια γεμάτα ως τα μπούνια με κουτιά μπουκάλια, κονσέρβες και ότι άλλο είχε χρωματιστό περιτύλιγμα. […]». Εκτός από τα γαστριμαργικά καλούδια στο “εδωδιμοπωλείον” του Κωστή πουλιούνταν και δίσκοι βινυλίου με κρητικά και τις επιτυχίες της εποχής. Επίσης, σύμφωνα με δημοσίευμα ο Κωστής έπαιζε “χανβάγια”, «πότε στην “Αίγλη” και πότε στην αίθουσα των “Ολυμπίων”».

Σημειώσεις

[1] Φραντζής Κ. Φραντζισκάκης, «Ενθυμού και μη λησμόνει…, Μυθιστορία, σελ. 140-143, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997.
[2] Όπως μας πληροφορεί ο Φραντζής Κ. Φραντζισκάκης στο βιβλίο του «Ενθυμού και μη λησμόνει…» ο προπάππους του ο Γιώργης βοήθησε τον παππού του τον Γιάννη να φύγει από τον Βάμο, στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα για να γλυτώσει το μαχαίρι των γενιτσάρων, «στην γη, τότε, της Επαγγελίας, τη Σύρα». Εκεί τακτοποιήθηκε ο Γιάννης κι άνοιξε δουλειές. Στα 1966 για ν’ αποφύγει τα επαναστατικά αιματηρά γεγονότα, του ’ρθε συστημένος ο Κυριάκος Βενιζέλος με τη φαμίλια του και τον δίχρονο Λευτεράκη. Ο Γιάννης τον φιλοξένησε στο σπίτι του. Μετά από αρκετό διάστημα και μεγάλο δίλημμα ο Κυρ. Βενιζέλος επέστρεψε στα Χανιά το 1872 όπου δρομολόγησε την επαγγελματική και οικογενειακή ζωή του. Όταν ήρθε η ώρα ο Λευτεράκης να πάει στο Γυμνάσιο, το 1877 ο Κυριάκος Βενιζέλος έστειλε το γιο του στην Αθήνα στο ιδιωτικό σχολείο “Λύκειο Αντωνιάδη” ως οικότροφο για καλύτερη μόρφωση. Εκεί χάρη στην οξύνοια και τη φιλομάθειά του διακρίθηκε ως ο καλύτερος μαθητής της σχολής. Αργότερα στα Χανιά ο Κυριάκος αρρώστησε κι αποσύρθηκε από το μαγαζί που διατηρούσε με είδη κιγκαλερίας, στο σπίτι του στη Χαλέπα με την έγνοια του Λευτέρη του και το δίλημμα που θα φοιτήσει τα δύο τελευταία χρόνια του Γυμνασίου: στου Αντωνιάδη για το οποίο παραπονιόταν ή στο δημόσιο τ’ ονομαστό της Σύρας με τις ευνοϊκότερες κατά τον Ψιλάκη προοπτικές; Ο κύβος ερρίφθη κι η Σύρος κέρδισε. Ο νεαρός Λευτέρης επιβιβάστηκε στο βαπόρι “Λλόϋδ Τριεστίνο” μαζί με άλλους δύο υπότροφους του Ψιλάκη. Φτάνοντας στην Ερμούπολη, τους υποδέχτηκε ο ίδιος ο γυμνασιάρχης Ψιλάκης και τους φιλοξένησε σε κοιτώνες που είχε. Είδε ξανά το Δημοτικό που πήγαινε κι επισκέφθηκε τους Φραντζισκάκηδες που τον υποδέχτηκαν θερμά, ενθυμούμενοι τα παλιά από την συγκατοίκησή τους.
[3] Η Οδός των Εμπορικών βρισκόταν στην νότια πλευρά της κλειστής πλατείας του Μητροπολιτικού Ναού της Τριμάρτυρης, ήταν στενή κι έβγαινε τότε προς την οδό Ποττιέ, τη σημερινή οδό Χάληδων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ

• Φραντζής Κ. Φραντζισκάκης, Ενθυμού και μη λησμόνει… Ανάγνωσμα κατάλληλο για κρυφά σχολεία, Μυθιστορία, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1997.
• Κων/νος Πρώιμος, Κείμενο στο βιβλίο της Ντενίζ-Χλόης Αλεβίζου, «Ενότητα, σχηματοποίηση και απλοποίηση στο έργο του Ερρίκου Φραντζισκάκη».
• Κων/νος Πρώιμος, Ενότητα, σχηματοποίηση και απλοποίηση στο έργο του Ερρίκου Φραντζισκάκη, Ανακοίνωση στο 11ο Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο.
• Ίων Φραντζεσκάκης, κείμενα από το αρχείο της οικογένειας.
• Κείμενα, από το εικαστικό περιοδικό “Ζυγός” και από την εφημερίδα “Ηχώ της Κρήτης”.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες