Κυριακή, 24 Ιανουαρίου, 2021

Επιστροφή στην Ημέρα Εκείνη

«Ήταν εννιά το πρωί της Κυριακής 1ης Δεκεμβρίου 1913, όταν τα μάτια όλων ήταν στραμμένα με προσμονή προς τη θάλασσα, αντίκρισαν να σχηματίζεται στο βάθος η βάρια σιλουέτα του “Αβέρωφ”. Το θωρηκτό συνόδευαν τα μικρότερα πολεμικά “Σπέτσαι”, “Πάνθηρ” και “Αετός”. Σε λίγο από μια ατμάκατο που αποσπάστηκε από τα πλευρά του “Αβέρωφ” αποβιβάστηκαν στην προκυμαία ο βασιλιάς, ο πρωθυπουργός, οι πρίγκιπες και ο ναύαρχος Κουντουριώτης. Στην αποβάθρα του λιμανιού, τους υποδέχτηκαν ο γενικός διοικητής Κρήτης Λουκάς Κανακάρης – Ρούφος, ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, ο μουσουλμάνος νομάρχης Χανίων Χαμίτ Βεηζαδέ, ο δήμαρχος Μανώλης Μουντάκης, ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος Νινολάκης, ο αρχιραβίνος, ο μουφτής και οι αρχηγοί των τελευταίων κρητικών επαναστάσεων […] Μετά τη δοξολογία στον μητροπολιτικό ναό των Εισοδίων, μια τεράστια πομπή βάδισε προς το φρούριο. Μέσα σε απόλυτη σιωπή ακούστηκε ο εθνικός ύμνος.
Αμέσως μετά τα τηλεβόλα των θωρηκτών άρχισαν να βροντούν, οι καμπάνες των εκκλησιών να χτυπούν, οι καρδιές να σκιρτούν και τα μάτια να δακρύζουν. Ήταν η στιγμή που ο βασιλιάς και οι γηραιότεροι αρχηγοί των κρητικών αγώνων, ο Χατζημιχάλης Γιάνναρης και ο Αναγνώστης Μάντακας, ύψωσαν την ελληνική σημαία στο ψηλότερο κατάρτι του πύργου του Φιρκά. Μέσα σ’ αυτό το χαλασμό δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός. Ήταν επιθυμία του πρωθυπουργού, την οποία ο κρητικός λαός σεβάστηκε απολύτως. Είχαν περάσει μόλις τέσσερα χρόνια και λίγοι μήνες από τις 5 Αυγούστου του 1909, μέρα κατά την οποία τα αγήματα των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν αποκόψει τον ίδιο κοντό και είχαν ρίξει την ελληνική σημαία. Εκείνη τη μέρα οι Έλληνες είχαν δεχθεί μια μεγάλη προσβολή και ο Βενιζέλος απελπισμένος είχε καταφύγει σε μια έρημη ακτή για να κλάψει. Η ίδια σημαία τώρα κυμάτιζε περήφανη χάρη στον δυνατό άνεμο». Από το κεφ. “Η ελληνική σημαία κυματίζει περήφανη στον Φιρκά”, του βιβλίου “Ελευθέριος Βενιζέλος Ο άνθρωπος, ο ηγέτης”, του Νικολάου Εμμ. Παπαδάκη (Παπαδή).

«Επιστροφή στην Ημέρα Εκείνη./ Στη χειροπιαστή πραγματικότητα/ της πρώτης λέξης της φοβερής επωδού:/ Ένωσις ή Θάνατος!/ Για να δουν τα μάτια, ν’ αφουγκραστούν τ’ αυτιά,/ να ψαύσουν τα χέρια, να μυρίσει η μύτη/ να γευτεί η γλώσσα, να νιώσει ο νους/ το σώμα της γιορτής./ Όπως οι παππούδες μας./ Τι η καρδιά πολλές φορές τους είχε ξεγελάσει.// Στον φρικτό Φιρκά./ Εδώ όπου η σημαία της Ελλάδας,/ για πρώτη φορά επισήμως,/ κυμάτισε στον κρητικό ουρανό/ στέλνοντας “πρωτίστως,/ το γλυκύ της ελευθερίας” σάλπισμα,/ εις τας ψυχάς, αι οποίαι/ δεν ηυτύχησαν να ζήσωσιν». Το ποίημά μου “1η Δεκεμβρίου 1913” (“Όταν γίνεις ποίημα”, εκδ. “Πυξίδα της πόλης”, Χανιά 2013).

Κορωνοϊκά… στα πεταχτά

Από παράταση σε παράταση; Θα παραταθούν τα υφιστάμενα μέτρα για την ανάσχεση της πανδημίας του κορωνοϊού μετά τις 7 Δεκεμβρίου ή δε θα παραταθούν; Κι αν παραταθούν, μέχρι πότε θα παραταθούν; Θα κάνουμε ή δεν θα κάνουμε “κανονικά” (έστω μέσα σε εισαγωγικά) Χριστούγεννα; Τα πάνω κάτω και τα πέρα δώθε έρχονται τα πράγματα απ’ τον περί ου ο λόγος ιός, που κατά τα φαινόμενα μόνο προβλέψιμος δεν είναι. Φοβού τον Κοβητά, για να τον πω κι εγώ όπως κι ο φίλος ιερωμένος στις μαντινάδες του, ακόμα κι όταν υποχωρεί. Και προπάντων μην κάνεις προβλέψεις.

Τριγυρνώ, τριγυρνώ στις πλατείες, αφού ο κορωνοϊός δεν είναι εδώ… Όλα καλά! Τριγυρνώ, τριγυρνώ στις πλατείες, αφού ο κορωνοϊός δεν είναι εδώ… Είπαμε, όλα καλά! Τριγυρνώ, τριγυρνώ στις πλατείες, αφού ο κορωνοϊός δεν είναι εδώ… Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του ώρα!

«Τις μάσκες να μη βγάζετε στους δρόμους να μη βγείτε/ και όχι εις τον Κοβητά με μια φωνή να πείτε,/ γιατί ‘ν’ αόρατος εχθρός ύπουλος και μπαμπέσης/ και δεν γλυτώνεις εύκολα στα δίχτυα του αν πέσεις». Συμβουλευτική η ρίμα που μου έστειλε για σήμερα ο φίλος ιερωμένος. Για τη μάσκα ο λόγος και από τη Νεκταρία Θεοδωρογλάκη στη δική της ρίμα, που είναι ερωτικού περιεχομένου, ωστόσο. Απολαύστε την: «Ο κορωνιός ευθύνεται που είμαι μακριά σου/ στην καραντίνα δεν μπορώ, να ‘ρθω στη γειτονιά σου./ Φορώ τη μάσκα και μπορώ και κρύβω τον καημό μου/ όποιος σιμώσει τον γροικά τον αναστεναγμό μου./ Βάνεις τη μάσκα και θαρρείς πως κρύβεις τον σεβντά σου/ πως μ’ αγαπάς διαβάζω το, κερά μου στη ματιά σου». Έρωτας στον καιρό της καραντίνας… Άλλη διάσταση.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες