Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου, 2022

Επίκαιρα θέματα – Κοινωνικοί προβληματισμοί

Το θεώρησα αναγκαίο καθήκον μου, να πάρω την πένα στα χέρια μου σήμερα και να γράψω, αγανακτισμένος, μια εικόνα που εκτυλίχθηκε μπροστά μου και που έμεινα άφωνος για αρκετά λεπτά της ώρας. Εικόνα που γύρισε τη σκέψη μου πίσω αρκετές δεκαετίες. Ποια είναι αυτή η εικόνα θα το μάθουμε στις επόμενες αράδες.

Μόλις που είχε ανοίξει το μικρό μαγαζάκι της γειτονιάς μου και θέλησα να πάω να πάρω μερικά ψώνια για τις ανάγκες του σπιτιού μου. Τώρα, πριν από μένα είχε πρωτοπάει μια αξιοπρεπέστατη κυρία, που η ηλικία της φαινότανε να είχε περάσει την όγδοη δεκαετία. Με το μπαστουνάκι της στο χέρι, με τη μάσκα κανονικά όπως λέει ο νόμος, έλεγε στον καταστηματάρχη τι ψώνια ακριβώς ήθελε. Ο καταστηματάρχης, σοβαρός κύριος, με όλη τη σημασία της λέξεως, χαμογελαστός, τοποθετούσε τα ψώνια της εν λόγω κυρίας προσεκτικά στην νάιλον σακούλα και με χαμόγελο στα χείλη του της λέει δίνοντάς της την τσάντα συγχρόνως:
-‘’Μήπως ξεχάσατε τίποτε άλλο κυρία…’’
και η κυρία απαντάει:
-‘’Όχι καλό μου, φτάνουν αυτά που πήρα΄΄
κι εδώ έμεινα άφωνος!
-‘’Πόσο κάνουν τα πράγματά μου;’’ ρωτάει τον καταστηματάρχη και αυτός της απαντάει ένα μικρό ποσό.
Η κυρία θλιμμένη του λέει:
-‘’Γράψτα παιδί μου’’.
Ο καταστηματάρχης αυτό έκανε, έγραψε το ποσό της αξίας των πραγμάτων σε ένα τετράδιο, που άθελά μου είδα ότι ήταν κι άλλα ονόματα.
Τέλος, παίρνει τα ψώνια της και το μπαστουνάκι της, ενώ φεύγοντας είπε, κοιτώντας με κατάματα:
-‘’Μας καταντήσανε ζητιάνους κύριε, τι να κάνουμε όμως, τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε… και μας φέρονται οι κυβερνήσεις όπως βολεύει αυτούς. Ανάθεμά τους όλους’’ και κατεβαίνοντας σιγά και προσεκτικά τα τρία σκαλιά συνέχισε:
-‘’Προσέχω κύριε να μη σωριαστώ και μισερωθώ κι αλίμονο μου τότε’’.
Η αλήθεια κύριοι είναι ότι βούρκωσαν τα μάτια μου με αυτή την εικόνα που είδα. Χωρίς να το θέλω γύρισε η σκέψη μου αρκετές δεκαετίες πίσω, τότε που ήμουνα ξυπόλητο παιδί και δεν είχα τη δεκάρα για να αγοράσω έστω και μια καραμέλα που ήθελα. Επίσης θυμήθηκα τη δόλια τη μάνα μου, που πήγαινε στον μπακάλη του χωριού κρατώντας ένα – δύο αυγά για να αγοράσει λίγο αλεύρι ή δυο ασπιρίνες ή μια δακτυλήθρα να μπαλώσει πάλι τα χιλιομπαλωμένα ρούχα μας. Έτσι μας είχαν καταντήσει οι βάρβαροι κατακτητές και ο εμφύλιος σπαραγμός.
Κι όμως, η δική μου μάνα κι άλλες πάρα πολλές μανούλες, κουβαλούσαν πυρομαχικά στους στρατιώτες μας μέσα στα χιόνια και στην παγωνιά και βοήθησαν στον αγώνα για να είμαστε εμείς ελεύθεροι σήμερα, αναπνέοντας καθαρό αέρα.
Πέρασαν από το μυαλό μου και άλλα πολλά γεγονότα κείνης της εποχής και ειλικρινά ντράπηκα για την εικόνα που είδα σήμερα που έμοιαζε κατά πολύ με εκείνες πριν από 65 χρόνια περίπου.
Μπορεί – έλεγα μέσα μου – αυτή η γλυκύτατη γιαγιά, να ήταν μια γυναίκα από κείνες που κουβαλούσαν όπλα στους επαναστάτες που πολεμούσαν τους Γερμανούς στον Ομαλό για να διώξουνε τον εχθρό από την πατρίδα μας. Ίσως αυτή η εν λόγο κυρία – έλεγα και βούρκωναν τα μάτια μου – να έχασε και κάποιο από τα παιδιά της ή στον πόλεμο ή στον εμφύλιο σπαραγμό.
Κύριοι κυβερνώντες, πως το επιτρέψατε να φτάσουν στο σημείο να ντρέπονται αυτοί οι άνθρωποι να πάνε να ψωνίσουν αφού αναγκάζονται να κρατάνε το τεφτέρι στα ροζιασμένα χέρια τους; Δεν θυμάστε τίποτα από κείνα που πρόσφεραν αυτοί οι απόμαχοι στην πατρίδα μας; Ε; Τίποτα δεν θυμάστε; Σκύψτε κύριοι τα κεφάλια σας από ντροπή. Αυτό πρέπει να κάνετε. Επιτέλους σκεφτείτε ότι η πενιχρή σύνταξη που τους δίνετε δεν φτάνει ούτε για να πάρουν τα φάρμακά τους έτσι που τους καταντήσατε.
Κι ερωτώ: Πόσα χρόνια θα ζήσουμε ακόμα; Δώστε την ευκαιρία, όταν κάποια μέρα κλείσουν μια για πάντα τα μάτια τους, φεύγοντας από αυτή τη ζωή, να φύγουν με αξιοπρέπεια κι όχι αφήνοντας χρέη στον μπακάλη της γειτονιάς γραμμένα στο τεφτέρι του. Πηγαίνετε κύριοι στις λαϊκές αγορές να δείτε, ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους, να απλώνουν το χέρι τους να πάρουν κάποιο αγαθό κοιτώντας την τιμή του χίλιες φορές, μετρώντας πρώτα τα λιγοστά χρήματα που τους έχουν απομείνει από την αγορά των φαρμάκων τους ή από την επιστροφή τους από το γιατρό. Που πήγε η δωρεάν περίθαλψη; Ντρέπονται κύριοι πολλοί άνθρωποι να δουν τα εγγόνια τους γιατί δεν έχουν να τους αγοράσουν μια σοκολάτα. Και πως να έχουν χρήματα όταν πληρώνουν μια επίσκεψη σε ένα οποιονδήποτε γιατρό τουλάχιστον είκοσι ευρώ;
Είδα στην λαϊκή στη γειτονιά μου, και κλείνω με αυτή την εικόνα που θα διαβάσετε, έναν στην ηλικία μου να παίρνει από τον πάγκο που ήταν γιομάτος καλούδια ένα και μόνο ένα τσαπί σταφύλι και μόνο που δεν έκλαιγε ο άνθρωπος. Βρέθηκε όμως ένας κύριος που διάβασε τον πόνο του και εφόσον του ζήτησε συγνώμη του πλήρωσε ένα κιλό σταφύλια. Και μόνο που δεν του φίλησε τα χέρια δίνοντάς του χίλιες ευχές.
Κι ερωτώ πάλι: Η κυρία φταίει για την κατάντια της χώρας μας ή ο γεροντάκος που δεν είχε να αγοράσει σταφύλια κι αρκέστηκε σε ένα μικρό τσαμπί; Έλεος κύριοι, έλεος! Που πήγαν τα μεγάλα λόγια των πολιτικών μας; ‘’Περήφανα νιάτα’’ και χίλια άλλα λόγια για την ευημερία του λαού μας;
Δεν είμαι εγώ εκείνος που θα υποδείξει ποιες λύσεις θα βρείτε. Μην αφήσετε όμως να αδειάσει κι άλλο η Ελλάδα μας. Και το πιο σπουδαίο για μένα, και κατηγορήστε με αν δεν συμφωνείτε μαζί μου, δώστε αγάπη και συμπαρασταθείτε στους απόμαχους της ζωής. Τουλάχιστον να κλείσουν τα μάτια τους με αξιοπρέπεια.

*O Δημήτρης Κ. Τυραϊδής είναι συγγραφέας – ποιητής, μέλος της Παγκοσμίου Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος των Πνευματικών Δημιουργών νομού Χανίων και άλλων πολλών πολιτιστικών συλλόγων

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα