Τρίτη, 13 Απριλίου, 2021

Ένας επικίνδυνος γόης

» Julien Gracq (μτφρ. Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη)

Το Ξενοδοχείο των Κυμάτων μοιάζει, γράφει στο ημερολόγιο του ο Ζεράρ, με πλοίο με το οποίο διασχίζει κανείς το καλοκαίρι. Εκείνος θα φτάσει εκεί αρκετά πριν ξεκινήσει η σεζόν των δύο μηνών, που θα κορυφωθεί την πρώτη Σεπτέμβρη με το καθιερωμένο πάρτι μεταμφιεσμένων. Από το ξενοδοχείο θα περάσει πλήθος παραθεριστών, οι περισσότεροι εκ των οποίων το προτιμούν εδώ και χρόνια ως καλοκαιρινό προορισμό, με αποτέλεσμα μεταξύ των θαμώνων να έχουν δημιουργηθεί κάποιες -επιφανειακές- σχέσεις, που κρατούν όσο και οι διακοπές από την κανονική ζωή. Όπως σε κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη κοινωνία, έτσι και εδώ δεν θα μπορούσαν να λείπουν ο σχολιασμός και οι φήμες, το ενδιαφέρον που οξύνει η άφιξη ενός καινούριου προσώπου. Η άφιξη του Άλαν και της Ντολόρες θα αναταράξει τα συνήθη ημερήσια ανακοινωθέντα, το πέπλο μυστηρίου που τους καλύπτει δημιουργεί πλήθος ερωτημάτων προς απάντηση και μυθευμάτων προς διασπορά. Την ιστορία αυτού του μυστηριώδους ζεύγους, που εμφανίστηκε, θαρρείς, από το πουθενά στο Ξενοδοχείο των Κυμάτων, και κέντρισε το ενδιαφέρον όλων, γοητεύοντας και ταυτόχρονα σκανδαλίζοντας με την παρουσία του, θα δοκιμάσει να διηγηθεί ο αφηγητής, εκ των υστέρων, ενώ το καλοκαίρι έχει τελειώσει, Οκτώβρης πια, και ελάχιστοι ένοικοι έχουν απομείνει.

Αυτές τις τελευταίες ημέρες του φθινοπώρου που κυλούν σαν νερό, βιαστικές, ανακαλώ στη μνήμη μου με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τις αλέες της μικρής παραλίας, καθώς τελείωνε απότομα η σεζόν, να κατακλύζονται από τη σιωπή. Μόλις που απομένει λίγη ζωή σ’ αυτό το πανδοχείο της αποδημούσας απραξίας, όπου το κύμα των γυναικών με τα ανοιχτόχρωμα φορέματα και των παιδιών που κατακτούν πρόσκαιρα τον χώρο θα δραπετεύσει με τις περιοδικές του παλίρροιες και ξαφνικά θα αποκαλύψει, όπως οι τρικυμισμένες θάλασσες του Σεπτέμβρη, τις σπηλιές του από τούβλα και μπετόν, αυτούς τους σταλακτίτες από κροκάλες, αυτές τις παιδιάστικες και ελκυστικές κατασκευές, αυτά τα υπερβολικά περιποιημένα παρτέρια που ο θαλασσινός αέρας θα ρημάξει σαν ξεραμένες ανεμώνες, και όλα εκείνα τα οποία έχουν αφεθεί ξαφνικά σ’ ένα μοναχικό τετ-α-τετ με τη θάλασσα, μια και οι υπερβολικά καθησυχαστικές επιπολαιότητες έχουν εκλείψει, κι έτσι ανακτούν ορμητικά την πιο υψηλή τους θέση στην ιεραρχία, θέση ενός φαντάσματος μέσα στο καταμεσήμερο.

Και αφού περιγράψει τις ημέρες εκείνες του Οκτώβρη, με τον ουρανό καθημερινά να βαραίνει και τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου να αποκαλύπτουν τις πληγές από την αλμύρα της θάλασσας, ο αφηγητής θα παρεμβάλλει σελίδες από το ημερολόγιο του Ζεράρ, εκείνου που του μίλησε τόσο έντονα γι’ αυτό το ζευγάρι, που το έζησε από κοντά κατά τη διάρκεια της κοινής τους παρουσίας στο παραθαλάσσιο θέρετρο. Πριν όμως περάσει στις σελίδες του ημερολογίου, ο αφηγητής θα χρησιμοποιήσει μια συγκεκριμένη λέξη για να χαρακτηρίσει το μέρος εκείνο, τη λέξη νεκρόπολη, κάτι το οποίο αξίζει να σημειώσει ο προσεκτικός αναγνώστης, αφού πρώτα αποκλείσει την τυχαία χρήση της. Το ημερολογιακό μέρος του μυθιστορήματος παρουσιάζει το γνώριμο ενδιαφέρον των ημερολογιακών καταχωρήσεων στη λογοτεχνία, με κύριο αυτή τη σταδιακή εμπλοκή αφηγητή και αναγνώστη στην ιστορία, με διαφορά λίγων ωρών, αργά το βράδυ συνήθως, ο ήρωας σημειώνει στο ημερολόγιο όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ημέρας, μαζί με τις σκέψεις και τα συναισθήματα που αυτά του δημιούργησαν. Συνηθίζω να παρατηρώ τις ημερομηνίες καταγραφής στο ημερολόγιο, το ενδιαφέρον μου κινούν οι μέρες που παραλείπονται, άραγε τίποτε το σημαντικό δεν συνέβη τότε ή μήπως ήταν μέρες έντονες οι οποίες δεν επέτρεψαν στον ήρωα να καταγράψει τις σκέψεις του; Είναι όμως ιδιαίτερο και το χτίσιμο ενός ήρωα μέσω των σελίδων του ημερολογίου του, έτσι όπως ο αναγνώστης γίνεται -ας μου επιτραπεί η έκφραση- λαθραναγνώστης των πλέον μύχιων συναισθημάτων, των πλέον ανομολόγητων σκέψεων. Επίσης αξίζει να αναρωτηθεί κανείς και να δοκιμάσει να απαντήσει αν οι συγκεκριμένες σελίδες ημερολογίου, που παρατίθενται κάθε φορά, αποτελούν μέρος μιας σταθερής συνήθειας του ήρωα ή αν υπάρχει κάτι που πυροδότησε αυτή την επιθυμία/ανάγκη για ημερήσια καταγραφή.

Ο Ζυλιέν Γκρακ, ο οποίος παρεμπιπτόντως υπήρξε καθηγητής του Ζορζ Περέκ στο γυμνάσιο, γράφει το Ένας επικίνδυνος γόης ενώ κρατείται σ’ ένα γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία μοιάζει σχετικά απλή, τουλάχιστον στην επιφάνεια της ανάγνωσης, ένα θερινό θέρετρο, με έντονη την αύρα ενός χαμένου αλλοτινού μεγαλείου, ένα άγνωστο ζευγάρι που τραβάει την προσοχή, οι εικασίες σχετικά με τους δύο εραστές δεν αργούν να φουντώσουν. Όμως, τόσο ο τρόπος με τον οποίο ο Γκρακ στήνει την αφήγησή του, όσο και η γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί, προσδίδουν μια αλληγορία στο κείμενο, υποχρεώνοντας τον αναγνώστη να αναζητήσει συμβολισμούς και αντιστοιχίες με τη Γαλλία στα τέλη του πολέμου, όταν οι ισορροπίες επαναπροσδιορίζονται, και οι νικητές του χτες είναι οι χαμένοι του σήμερα, αν και η πλειοψηφία δεν έπαψε στιγμή να κοιτάζει τη δουλειά της. Μεγάλο μέρος όσων ο Ζεράρ καταγράφει στο ημερολόγιο του βασίζονται πάνω σε φήμες, ενώ και η κεντρική αφήγηση στήνεται πάνω σε όσα ο Ζεράρ μοιράστηκε με τον αφηγητή, αυτό το γαϊτανάκι φημών, η απουσία άμεσης επικοινωνίας, η αίσθηση ενός διαρκούς και ακατάπαυστου ψιθύρου δημιουργούν μια αίσθηση ζόφου και αγωνίας, υποσκάπτοντας την αναμενόμενα ανέμελη ατμόσφαιρα σε έναν τόπο προσωρινό όπως ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο.

Το Ξενοδοχείο των Κυμάτων, με την αίθουσα χορού και τους βαρυφορτωμένους πολυελαίους, τους ψιθύρους πίσω από υψωμένες παλάμες, το ζευγάρι των εραστών, τον τρόμο που καραδοκεί, η γοητεία της γλώσσας του Γκρακ, ανάμεσα σ’ άλλα καθιστούν το Ένας επικίνδυνος γόης ένα μυθιστόρημα θελκτικό στην ανάγνωση και ανοιχτό στην ερμηνεία, τέκνο της λογοτεχνίας μιας άλλης εποχής, λογοτεχνία που ειδικά οι Γάλλοι γνώριζαν καλά.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες