Τρίτη, 18 Ιανουαρίου, 2022

Ενα άγνωστο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου: “Η παρουσία του ανθρώπου”

Η σχέση του Γιάννη Ρίτσου και του Βαμιανού Τζιανουδάκη

Αξιότιμε κύριε διευθυντά, σεβαστοί αναγνώστες,
είναι φορές που ο φόβος από μια τραγωδία, η φτώχεια, η απόγνωση και η αναμονή των εξελίξεων μεγαλώνουν και βαραίνουν ακόμα πιο πολύ το φορτίο της ζωής των ανθρώπων.

Ωσπου, σκαλίζοντας τα υπάρχοντά μας κάποτε, εντελώς τυχαία, και προπαντός τα βιβλία, ανακαλύπτουμε κάποια ξεχωριστά και πολύτιμα με τέτοια ποιότητα και τόσες αξίες, ώστε διστάζουμε να τ’ αγγίξουμε σάμπως θα χάλαγαν ή θα χάνονταν μονομιάς από τα χέρια μας και το βλέμμα. Τότε μόνον αντιλαμβανόμαστε όμως την πραγματική ομορφιά, τον γνήσιο πόνο, την αλληλεγγύη και το αληθινό μοίρασμα, το ήθος και την τιμή του ανθρώπου. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς, φανερώνεται ακέραιο το θαύμα, σα να τραβά η ζωή την αυλαία της και να γιομίζει ανάσα και φως η ψυχή μας. Μόνο που δεν ξέρουμε πώς να τα περιγράψουμε, έτσι, άνθρωποι απλοί δίχως τέχνη, δίχως ρυθμό, αρμονία και δίχως τον δικό τους υψηλό τρόπο.
Διότι αυτή τη φορά πρόκειται για ένα ποίημα που ποτέ ο Γιάννης Ρίτσος δεν φανέρωσε, προτιμώντας ν’ αποτελέσει κάτι μονάκριβο στα χέρια μιας οικογένειας. Της οικογένειας του επιστήθιου φίλου του ποιητή, με το όνομα Τζιανουδάκης Σταμάτης. Ποιός ήταν λοιπόν εκείνος ο τόσο σημαντικός άνθρωπος, ώστε ο κορυφαίος ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος να του αφιερώσει ολάκερο ποίημα;
Ο Σταμάτης Τζιανουδάκης ήταν από τον Βάμο Αποκορώνου. Λάτρευε το χωριό του και δεν έπαυε ποτέ να κάνει λόγο γι’ αυτό στον φίλο του ποιητή, όπως μας πληροφόρησαν από την οικογένεια του Σταμάτη και η γυναίκα του η Κούλα και η κόρη του Ελισάβετ. Η Κούλα όσο ζούσε, επισκεπτόταν τα καλοκαίρια το χωριό, μένοντας φυσικά στο σπίτι τους, στην παλιά γειτονιά του Βάμου.
Ο Σταμάτης ήταν ένας άνθρωπος με Αριστερές ιδέες, ανιδιοτελής και έντονα ανθρωπιστής, πλήρως προσανατολισμένος στο όνειρο της παγκόσμιας επανάστασης για έναν καλύτερο κόσμο με ειρήνη, ισότητα, ελευθερία, αδερφοσύνη και δικαιοσύνη για όλους. Κι ίσως γι’ αυτό σπούδασε Νομικά. Έγινε δικηγόρος και για ένα διάστημα διετέλεσε Νομικός Σύμβουλος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας.
Αλλά όταν κατατάχτηκε στον Στρατό για να τον υπηρετήσει λόγω της κλήσης του από το κράτος, κρίθηκε “ανεπιθύμητος”. Ήταν σεσημασμένος εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Αναγκάστηκε λοιπόν να “υπηρετήσει” καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του στη Μακρόνησο. Η γυναίκα του είχε κάποτε περιγράψει ότι ο Σταμάτης μετέφερε κουβέρτες και φαγητό στους εξόριστους αριστερούς. Εκεί, στη Μακρόνησο, γνώρισε έναν άλλο εξόριστο, τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Γνώρισε κι άλλους πολλούς επώνυμους, δυστυχώς όμως δεν υπήρξε η δυνατότητα για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με ονόματα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Σταμάτης Τζιανουδάκης είχε συνάντηση κι επικοινωνία με τον σπουδαίο μας συγγραφέα Στρατή Τσίρκα, κάποτε στη ζωή του.
Λαθραία, κάποια στιγμή, ο Σταμάτης με εξαιρετική τόλμη και ηρωισμό, “μπαίνει” στα Αρχεία της Μακρονήσου και με κίνδυνο της ζωής του, κατορθώνει να παραχώσει μυστικά και άκρως απόρρητα έγγραφα στις αρβύλες του και καταφέρνει σε μια άδειά του να τα βγάλει προς τα έξω και να τα παραδώσει στη σύζυγο του Ηλία Ηλιού. Εκτός αυτού φυσικά, βοηθούσε με όλες του τις δυνάμεις αλλά και πέρα από τις δυνάμεις του, πολλούς ανθρώπους της Μακρονήσου. Ν’ αντέχουν τον σωματικό και ψυχικό πόνο, τη δίψα, την πείνα, τη στέρηση, τον εγκλεισμό, το στίγμα του “προδότη της πατρίδος”, την εξαθλίωση, τον χωρισμό από αγαπημένα πρόσωπα, την αγωνία και το μαρτύριο του να ζεις προδομένος. Χωρίς να ξέρεις σε ποιό σημείο τη κλίμακας βρίσκεσαι από δέσιμο, τη φάλαγγα και τον ξυλοδαρμό, μέχρι το μαχαίρι και τη σφαίρα ή το να σε πετάξουν από τα βράχια στο γκρεμό. Στο σπαραγμό και στο θάνατο επειδή αγαπάς και υποστηρίζεις κάθε επαναστάτη ενάντια στο φασισμό, επειδή θεωρείς όλους τους ανθρώπους απανταχού της γης αδέρφια σου και αρνείσαι να βλέπεις τον εχθρό μιας βίαιης κρατικής εξουσίας εχθρό σου, παρά αδερφό και φίλο.
Αυτό έμεινε στη μνήμη των “συνοδοιπόρων” του Σταμάτη όταν τους αγκάλιαζε, τους μιλούσε, τους παρηγορούσε, όταν φύλαγε την κουβέρτα ενός αγωνιστή που πριν από λίγο τον είχαν οδηγήσει στον τόπο εκτέλεσης κι είχε φύγει για εκεί που πια δεν μπορείς να ξαναγυρίσεις πίσω, γιατί είσαι Αριστερός, άρα εγκληματίας. Όταν τους γλύκαινε με ένα κομμάτι ψωμί που πολλές φορές το στερούσε από τον ίδιο του τον εαυτό, όταν δάκρυζε, όταν έκλαιγε για το χαμό των συντρόφων, ή “ατένιζαν” μαζί, στα πεταχτά, το ηλιοβασίλεμα και το φεγγάρι, νοσταλγώντας αυτά που σήμερα τα έχουμε ξεχάσει χορτάτοι, άπληστοι, ματαιόδοξοι, άνθρωποι της κατανάλωσης, του χρήματος και της μάζας.
Με ο Γιάννη Ρίτσο εντούτοις, η σχέση υπήρξε βαθύτερη, μακροχρόνια και αδρφική και λόγω της ιδιαίτερης μόρφωσης των δύο ανδρών, της ιδιαίτερης ευαισθησίας και του ανθρωπισμού τους. Αργότερα θα πήγαιναν πολύ συχνά για διακοπές στο Διακοφτό, ο Σταμάτης και η οικογένειά του και ο Γιάννης Ρίτσος με τη γυναίκα του τη Φιλίτσα και την κόρη τους Έρη. Η φιλία ετούτη, φιλία αδερφική, κράτησε ως το τέλος της ζωής των δύο ανδρών.
Ο δρόμος της σχέσης του Γιάννη Ρίτσου και του Σταμάτη Τζιανουδάκη στρώνεται και κυλά, στίχο τον στίχο, στο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, γραμμένο με τον ιδιαίτερο, καλλιγραφικό προσωπικό του τρόπο:

«Η παρουσία του ανθρώπου
Στο Σταμάτη Τζιανουδάκη
Είτανε λόγια που ειπώθηκαν μόνο για μια φορά –
δεν τα ξανάπαμε, δεν τα ξανακούσαμε. Είταν μέρες
που ο φόβος κ’ η απόφαση είχαν το ίδιο ύψος
που ο ήλιος και το μέτωπο του ανθρώπου συναντιόνταν
στην ίδια σκέψη, στην ίδια λύπη, στην ίδια φλόγα,
την ώρα της δύσης ή της ανατολής – λίγο πριν απ’ τη νύχτα
ή λίγο πριν απ’ την αξήγητη δόξα μιας μέρας.

Το συρματόπλεγμα άρχιζε απ’ τον πρώτο πυροβολισμό
ως το τέρμα της μνήμης. Κάθε πέτρα
είχε σημάδια από αίμα. Δε μπορούσες να μετρήσεις
στα πέντε σου δάχτυλα ένα όνειρο· δεν υπήρχαν δάχτυλα
ούτε όνειρο υπήρχε.

Ο Σταμάτης
πέρασε μες από το συρματόπλεγμα
όπως περνάει ένα χλωμό λουλούδι απ’ τα μεγάλα αγκάθια·
έβγαλε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο του και μας το πρόσφερε
σα να ‘βγαζε απ’ την τσέπη του ένα χαμογελαστό κλειδί και να
ξεκλείδωνε
την καλοσύνη, την ελπίδα και την άνοιξη.

Ύστερα, με την κίνηση εκείνη της αγάπης τη μικρή κι
αλάθευτη,
άναψε το τσιγάρο μας σα να ‘ναβε τη λάμπα σε μια κάμαρα με γυμνά κρεββάτια
ή ένα κερί μπροστά στα σκοτεινά εικονίσματα του Αγώνα.

Ώστε λοιπόν δεν πέθαναν τα στάχυα και τα ποιήματα;

Πίσω απ’ τη ράχη του Σταμάτη φάνηκε ένα άνοιγμα στο
συρματόπλεγμα.
Κοιτάξαμε βαθιά τα μάτια του – ξέραμε:
απ’ το μέρος που περνάει ένα δάκρυ
χωράει να περάσει όλος ο κόσμος. Κείνη τη νύχτα
καμιά σφαίρα δε μπορούσε να βρει τη θέση της καρδιάς μας.

ΙΙ
Εκεί που γονάτισε ο Σταμάτης
για ν’ ασπαστεί την άκρη της κουβέρτας ενός μάρτυρα
έμειναν δυο μεγάλα τριαντάφυλλα·
κ’ έτσι όπως έκανε το χέρι του να σκουπίσει τα μάτια του
έφυγε μες απ’ το μανίκι του ένα περιστέρι
κ’ εστάθη στο καρφί όπου κρέμονταν
η πινακίδα με τα ονόματα των προγραμμένων.

Ώστε λοιπόν δεν πέθαναν τα στάχυα και τα ποιήματα;

Επάνω στα φυλάκια ακούγονταν οι φωνές των φυλάκων:
“Αλτ, τις ει;”, “Αλτ, τις ει;” κι ακούστηκε ευδιάκριτη η
απάντηση:
“Εγώ, το φεγγάρι”, “Εγώ η Άνοιξη”. Και πέρασαν.
Μπήκαν στ’ αντίσκηνα κι άφησαν στο προσκέφαλό μας
ένα λαγήνι με νερό, ένα ψωμί, ένα γαρύφαλλο.

Μέσα στη νύχτα, μπρος στην πόρτα του αντίσκηνου
αγρυπνούσε ο Σταμάτης με το δίκωχο κάτω απ’ τη μασχάλη του –
απέραντη η σκιά του έφραζε το πέρασμα σε κάθε σκιά
μόνο στ’ αστέρια έδινε άδεια να κυκλοφορούν πάνω απ’ τον ύπνο μας.
Νερό, ψωμί, γαρύφαλλο: ο Σταμάτης,
ο αδελφός του φεγγαριού και της άνοιξης – ο αδελφός μου.

Ώστε λοιπόν δεν πέθαναν τα στάχυα και τα ποιήματα.
Αθήνα, Σεπτέμβρης 1960
Γιάννης Ρίτσος»

Ευχαριστούμε θερμά για τη δυνατότητα που μας δόθηκε από την οικογένεια Σταμάτη Τζιανουδάκη να διδαχτούμε και να διαβάσουμε Γιάννη Ρίτσο, με την ευχή, ετούτος ο τόπος να ξαναγεννήσει κορυφαίους ποιητές και τέτοιους ξεχωριστούς ανθρώπους.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα