Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου, 2022

Εκείνοι που φυλάνε Θερμοπύλες

Ήταν ένα γλυκό κι απαλό λιόγερμα. Ο ρήγας τ’ ουρανού, ράθυμος, κατέβαινε σιγά- σιγά, ροδοκόκκινος, ξαποσταμένος από το πολύωρο ημερήσιο ταξίδι του, ενώ η ερωμένη του η Δύση, κατακόκκινη, μάλλον από την ανυπομονησία της, τον περίμενε να τον σφίξει στην θερμή αγκαλιά της.

Ο παπάς του χωριού, πριν ακόμα βασιλέψει ο ήλιος, χτύπησε την καμπάνα της εκκλησίας για τον εσπερινό, ενώ οι γυναίκες κατηφόριζαν τα σοκάκια του μικρού χωριού ώστε να βρεθούν στην ώρα τους στην εκκλησία και ν’ απολαύσουν τα λόγια του εσπερινού. Την επόμενη μέρα ήταν μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Ήταν η Κοίμηση της Παναγίας.

Οι άνδρες και τα παιδιά, στο άκουσμα της καμπάνας, αμέσως άφησαν τα εργαλεία, φτυάρια, κασμάδες κλπ., που με κείνα ετοίμαζαν το μέρος μέσα στο καστανόδασος, το μέρος που θα συνάσσονταν η κάθε φαμελιά χωριστά, η μια κοντά στην άλλη, για το μεγάλο γλέντι της επόμενης μέρας. Είναι ένα έθιμο του χωριού, που οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων κι από πάππου προς εγγονό παραμένει ακόμα ζωντανό κι αναλλοίωτο.

Μετά το πέρας της Ιερής Ακολουθίας για την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου κατηφόρισαν προς το καστανόδασος, κρατώντας οι γυναίκες διάφορα εδέσματα που είχαν φροντίσει από νωρίς τα χαράματα να τα ετοιμάσουν και συνάσσονταν οι φαμελιές στο μέρος που είχαν ετοιμάσει οι άνδρες και τα παιδιά, όπως γράψαμε πιο πάνω, από την προηγούμενη μέρα.

Και τι καλούδια δεν είχαν ετοιμασμένα οι νοικοκυρές! Θέλεις καλιτσούνια, θέλεις διάφορες πίτες, θέλεις μαγειρευτά, όπως κοτόπουλα με πιλάφι, θέλεις διάφορες σαλάτες… Όλα ήταν εκεί άφθονα και πιτήδεια μαγειρεμένα, απλωμένα πάνω σε καθαρά, διαφόρων χρωμάτων τραπεζομάντηλα, ενώ το κρασί και η τσικουδιά έρεαν άφθονα όπου και αν έπεφτε η ματιά σου.

Οι εγκάρδιες δε ευχές δίδονταν ασταμάτητα από τα γελαστά χείλη των παραβρισκόμενων, πίνοντας και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους. Ήταν χαρά Θεού!

Εγώ παραβρέθηκα στην εν λόγω εορτή καλεσμένος από τον σύντεκνό μου και ειλικρινά δεν χόρταινα να απολαμβάνω όλα όσα διαδραματίζονταν . Τα καλέσματα δε των χωριανών, γνωστών και αγνώστων, ερχότανε το ένα κοντά στο άλλο.

«Έλα σύντεκνε κι από παέ, έλα να πιούμε μια κρασιά».

Τα καλέσματα δε ήταν τόσο εγκάρδια που ειλικρινά τους θαύμασα εκείνους τους ανθρώπους.

Οι μουσαφίρηδες δεν άργησαν να φτάσουν με τα λογής – λογής τροχοφόρα τους, ώσπου σε μια στιγμή δεν υπήρχε χώρος ελεύθερος να σταματήσουν. Κι εκεί να δείτε λεβεντιά κι εκεί να δείτε χάρη όπως λέει κι ο ποιητής. Αγκαλιάσματα και σταυροφιλήματα δεν είχαν τέλος.
Δυο ζυγές οργάνων ξετύλιγαν τις νότες της γνήσιας μουσικής, που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις ποια ήταν η καλύτερη. Εκεί, οι κοπελιές και τα κοπέλια έδειχναν την καλύτερη τέχνη του χορού τους, εισπράττοντας τα μύρια χειροκροτήματα των παραβρισκόμενων και η αλήθεια είναι καμάρωναν και με το δίκιο του βέβαια.

Τώρα, όταν άναψε για τα καλά το γλέντι, τα γέλια και τις χαρές συνόδευσαν σιγά – σιγά τα ‘’κελαϊδίσματα’’ των μπαλοθιών, λίγο ξέμακρα βέβαια από τον πολύ κόσμο, κάτι αναμενόμενο για όποιο κρητικό γλέντι, είτε αυτό είναι πανηγύρι ή γάμος κλπ. Δεν ανησύχησα, αντίθετα, δεν έπαψα να απολαμβάνω με χαρά.

Τέλος, όταν ο ρήγας τ’ ουρανού, όπως και στην αρχή, έγερνε ματοστάλακτος για την αγκαλιά της ερωμένης του Δύσης, η μια παρέα κατόπιν της άλλης αποχωρούσαν, όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι.

Εγώ δεν έφυγα από το χωριό. Πήγα στο σπίτι του σύντεκνού μου όπου θα με φιλοξενούσαν εκείνο το πανέμορφο βράδυ. Βγήκα όμως για λίγο, εφόσον ζήτησα συγνώμη από τους παραβρισκόμενους και ανέβηκα λίγο πιο πάνω από το σπίτι σε μια μικρή ραχούλα.

Αγνάντευα πέρα μακριά τον σταχτί ορίζοντα, ενώ στη σκέψη μου έφερνα όλες τις όμορφες στιγμές που πέρασα κείνη την πεντάμορφη μέρα. Όταν επέστρεψα στο σπίτι του σύντεκνου μου έμεινα έκπληκτος γιατί τα τραπέζια του σπιτιού ήταν γιομάτα με λογής – λογής εδέσματα ενώ η κινητικότητα των παιδιών έδιναν μια άλλη άγνωστη για μένα εικόνα.

«Έλα σύντεκνε να πιούμε μια να γνωριστούμε καλύτερα» μου είπαν γελαστοί και πάντα χαρούμενοι κι εγώ άρχισα με το πως είδα τα ήθη κι έθιμά τους και η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκα λόγια να πω πως όλα ήταν αψεγάδιαστα και πολύ νοικοκυρεμένα.

Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα όταν ο σύντεκνος μου μου είπε αν θέλω να πάω να ξεκουραστώ κι αυτό έκανα. Έφυγα δε την άλλη μέρα ευχαριστημένος και κατενθουσιασμένος. Σε όλη την διαδρομή δε για το σπίτι μου δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο κι ενδόμυχα έλεγα.

«Εύγε σ’ αυτούς τους ανθρώπους που κρατάνε ζωντανά τα ήθη κι έθιμά μας! Εύγε τους!

Τους χρωστάμε πολλά αλλά δυστυχώς η πολιτεία τους έχει εγκαταλείψει. Δρόμοι της προκοπής δεν υπάρχουν, νερό σε πολλά χωριά δεν υπάρχει, συγκοινωνία δεν έχουν και από ποιους λείπουν κυρίως αυτά; Από κείνους που φυλάνε Θερμοπύλες. Όλοι όμως λέμε ρήμαξαν τα χωριά μας. Έλεος.

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα