Κυριακή, 14 Απριλίου, 2024

Διήγημα: «…κάτι διάχυτες αισθήσεις»

Τι σου είναι και η φτώχεια, η “φτωχαδούρα της συνενοχής” που έλεγε και η νονά µου η Μελπωµένη.
Η νονά µου ήταν άρχουσα τάξη, απορώ που µε βάφτισε εµένα τον παρακατιανό.
Μια ζωή στα δύσκολα, στην ξέρα και στην άπνοια ήµουνα.
Μεροκαµατάκι λιγοστό, εκµετάλλα, το ξεφτιλίκι πήγαινε σύννεφο.
∆εν προσπάθησα βέβαια και πολύ στη ζωή µου, αλλά το κάτι τις µου φαίνεται ότι το άξιζα.
Φτώχεια και των γονέων…
Μια φορά ένας φίλος µου είπε «µη φοβάσαι τίποτα εσύ, είσαι στη µόδα, είσαι θεσµός».
Έπρεπε όµως να δουλέψω λιγουλάκι για να φάω και να πληρώσω το νοίκι µου.
Ήµουν νέος, φτωχός και πεινασµένος.
«Ναι, είµαι στη µόδα».
Μια και δυο έπιασα δουλειά σε ένα εργοστάσιο. Σκληρή δουλειά, ο επιστάτης “σκύλος” και µέτραγα να περάσουν οι µέρες για να πάρω το πρώτο βδοµαδιάτικο.
Την Πέµπτη, µε έκοψε η λιγούρα αλλά πήγα στη δουλειά.
Τον Κωστάκη τον είχα γνωρίσει στο εργοστάσιο.
Ήταν µαυριδερός και όλο έπιανε την κουβέντα και όλο του ούρλιαζε ο επιστάτης.
«Τα ΄µαθες»; µου λέει ο Κωστάκης, «έφτασε από τα “αλλοδαπά” η κόρη του µεγάλου αφεντικού. Πάω να την προϋπαντήσω».
Σκάει µύτη να φύγει ο Κωστάκης, τον βλέπει ο επιστάτης και τον σιχτιρίζει.
Ξαναγυρνά στη θέση του ο Κωστάκης και λούφαξε.
«Ε τον γρουσούζη…», µονολόγησε.
Κατά τις 12 κάναµε το διάλειµµα. Τι να βάλω στο στόµα µου αφού δεν κρατούσα τίποτα.
Με κατάλαβε το φιλαράκι και µου ‘δωσε δυο φρυγανιές.
«Τρώγε ρε, να στυλωθείς…»
Τι να κάνω, άρχισα να µασουλάω.
Τον κερατά µπαγιάτικη φρυγανιά µου ‘δωσε.
Πίνω µια γουλιά νερό να πάνε κάτω τα φαρµάκια, ακούω σούσουρο, σηκώνεται ο Κωστάκης και φωνάζει: «Σήκω ρε, η κόρη του αφεντικού».
Τι να κάνω, στέκοµαι προσοχή όπως στα Στρατά.
Κούκλα η… κόρη, φόραγε ένα µπουφάν όσο δεκατέσσερις δικούς µου µισθούς.
«Αγόρια και κορίτσια, µας λέει, το εργοστάσιο θα το αναλάβω εγώ. Ο µπαµπάς θα φύγει για δουλειές στο εξωτερικό».
«Σώπαααααα», λέει ένας από πίσω…
«Βλέπω είστε και αγενείς. ∆εν πειράζει, θα σας στρώσω».
Έρχεται, στέκεται µπροστά µου, µε κοιτάει και µου λέει «Νόστιµος είσαι, τι τρως;»
Μούγκα εγώ.
«Τι τρως χρυσό µου; Γιατί δεν µιλάς καµάρι µου; Έλα αµέσως στο γραφείο να σε δω από κοντά».
Γυρίζει λικνίζοντας και πάει µε τρεις παρατρεχάµενους προς το γραφείο του αφεντικού.
«Κωλόφαρδε, µου λέει ο Κωστάκης. Σήκω και πήγαινε αµέσως στο γραφείο της».
«Πήγαινε ρε βλάκα» µου φώναξαν όλοι.
Τι να κάνω, βάζω τα “µούτρα µου κάτω” και πάω στο γραφείο.
«Ο κύριος;» µου λέει ο τζουτζές έξω από το γραφείο της κοράκλας.
«Με ζήτησε η κυρία», απαντώ.
«Κωλόφαρδε, πέρασε αµέσως».
Μπαίνω κλάµενος µέσα, να σου η κυρία µε δύο δύο τζουτζέδες.
«Παιδιά, περάστε έξω. Αφήστε µας µόνους», λέει η όµορφη.
«Τι γίνεται αγοράκι; Γιατί δεν µιλάς;»
«Τι να πω κυρία;»
«Όχι κυρία µωρό µου. Ξένια µε λένε».
«Κι εµένα Γιώργη…» ψιθύρισα.
«Γιώργη, από πού είσαι;»
«Ξέχασα», της λέω.
«Καλά χαζούλης είσαι παιδάκι µου; Πού φύτρωσες;»
Σιωπή και µούγκα εγώ.
Σιωπή, σιωπή, σιωπή…
«Θες κάτι να φας;» µε ρωτά η κούκλα.
Σιωπή και µούγκα.
Σιωπή και µούγκα.
Σιωπή και µούγκα.
«Γιατί δεν µιλάς πουλάκι µου; Με εκνεύρισες πολύ. Εσένα σε απολύω γιατί είσαι βλακέντιος».

 


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα