Πέμπτη, 6 Μαΐου, 2021

Απόκριες και Καθαρή Δευτέρα στην Κρήτη

ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Α’ ΜΕΡΟΣ

Στην Κρήτη, όπως και σ’ όλη την Ελλάδα, οι Απόκριες είναι περίοδος ευθυμίας και διασκέδασης. Κι αυτό, γιατί από μεθαύριο αρχίζουν νηστείες, προσευχές κι αγρυπνίες, εφτά εβδομάδων, για να φτάσουμε στο Πάσχα!

Είναι επομένως ψυχική ανάγκη πριν από τούτο το βαρύ “στάδιο των αρετών” να το ρίξουμε για λίγο έξω και ν’ αφήσουμε τον εαυτό μας να ζήσει ευχάριστες ώρες και κάποτε τρελές και πολυποίκιλες διασκεδάσεις.

Πλούσιο φαγοπότι, κέφι στ’ αποκορύφωμά του, ευθυμία στο έπακρο και άλλα “προσόμοια” είναι έργα και ημέρες των ανθρώπων τούτων των ημερών!
Μα, ας πιάσομε για λίγο το Τριώδιο.

Με τις Κυριακές του Τελώνη του Φαρισαίου και του Ασώτου ακούσαμε την προφωνή των Αποκράδω. Το όνομα έμεινε από τα Βυζαντινά χρόνια, που κάποιος προσφωνούσε, διαλαλούσε δηλαδή, πως αρχίζουν οι Απόκριες!

Με την επόμενη Κυριακή, είμαστε κιόλας στην Κρέτινη, τη βδομάδα που δεν νηστεύεται το κρέας ούτε τα τετραδοπάρασκα. Μόλις όμως σβήσει η Κυριακή αργά, οι Χριστιανοί τ’ αποκριγιώνουνε, δηλαδή παύουν να τρώνει κρέας, ως το Πάσχα.

Την Πέμπτη της Κρέτινης βδομάδας τη λέμε τσουκνοπέφτη, γιατί σε κάθε σπίτι απόψε, το ψητό μυρωδάτο κρέας “ξετσουκνίζει” σαν ψήνεται οφτό στα κάρβουνα και μοσχοβολάει ο τόπος. Ευκαιρία -απόψε- για βεγγέρα κι αποσπερίδα σε συγγενικά ή φιλικά σπίτια. Το κρασί κι ο μεζές υπάρχει, δόξα σοι ο Θεός, σε κάθε νοικοκυριό. Η καμινάδα καίει και ζεσταίνει για τα γεραθειά, γιατί τα νιάτα έχουν ξεσύρει πάρα έξω τα “κουτσουράκια” τους (=τα καθίσματα) και “τα σκαμνιά” τους κι απ’ ώρας συναγωνίζονται στα καθαρογλωσσίδια, στα λογοπαίγνια, στις αστείες κι “αρσίζικες” μαντινάδες, τις λίγο άσεμνες κι ελευθερόστομες, που επιτρέπονται μόνο για τούτες τις μέρες.

Στα χαρούμενα ψυχαγωγικά νυχτέρια και στις κεφάτες αποσπερίδες των Απόκρεω, παίζονται και παιχνίδια σαν την κολοκυθιά, την μπερλίνα, το μπουκάλι και άλλα παρόμοια, ώσπου νάρθει κι η ώρα της λύρας, να στηθεί ο χορός, που τον περιμένουν με λαχτάρα τα νιάτα ιδιαίτερα, και που θα κρατήσει, τις πιο πολλές φορές, ως το ξημέρωμα!

Απόψε ο λυρατζής με τον λαγουτιέρη του θα παίξουν και θα τραγουδήσουν μαντινάδες και τραγούδια “που ‘ναι των αποκράδω” όπως τα παρακάτω, με την ιδιαίτερη σπιρτάδα, τ’ αστεία και τα υπονοούμενά τους:

“«- Ημουνε κράχτης πετεινός, κι εδά στα γεραθειά μου,
να με τσιμπούν οι γι’ όρνιθες, δεν το βαστά η καρδιά μου…»
«- Το μερακλή τον πετεινό, όσο κι ανέ γεράσει,
οι γι’ όρθες τόνε σέβουνται, απ’ όπου κι αν περάσει».
Κι αυτό με τα αστεία του:
«- Πώς ήτον και πώς γίνηκε ετούτη νια η Κρήτη,
Να μην μπορεί να βρει κιανείς φαμέγιο για το σπίτι,
Κι’ αν βρει κιανένα, να ζητά να κάμουνε παζάρι;
– Κάτσε καλέ μ’ αφεντικέ να κάμωμε παζάρι.
Εγώ σαν είναι συννεφιά δεν πάω στο ζευγάρι.
Θέλω στιβάνια κόκκινα και καλογαζωμένα,
Σαν πορπατώ να τρίζουνε και να’ναι παινεμένα.
Θέλω καρτσόνια γαλανά, κόκκινους καρτσοδέτες,
(Να μη μου λες αφεντικό, να πα να σκάφτω δέτες).
Και θέλω και τη βράκα μου νάναι οχταφυλλάτη,
Να μην τσιτώνει απάνω μου, σαν την προβιά του κάτη.
Θέλω και ζώνη κόκκινη μεταξοφαδιασμένη,
Απ’ τση κεραδοπούλας μου τα χέρια περασμένη.
Θέλω ψιλό ποκάμισο και σταυρωτό γελέκι
Να μη με πιάνει ο φταρμός, μήδε τ’ αστροπελέκι…

Κι οι απαιτήσεις του “φαμέγιου” ξεπερνούν τα όρια και τα όνειρά του πιο πλούσιου “νοικοκύρη”!
Ε δεν υπάρχουν λοιπόν, “φαμέγιοι” στο νησί μας!
Ας θυμηθούμε όμως πάλι τη σημερινή τη μέρα.
Είναι “Τσουκνοπέφτη”, “Τσικνοπέμπτη”, “Πέμπτη της Κρέτινης βδομάδας”. Είναι μέρα γλεντιού και κεφιού, μα δεν είναι μόνο.
Γιατί σήμερα, στην Κρήτη μας, διατηρείται πατρογονικό συνήθειο να κάνουμε “μιστά” να “μπέμπουμε φαγητά και στα φτωχικά σπίθια” και να μην ξεχνούμε πως:
«-Τση Τσουκνοπέφτης η δωρά, και τση Μεγάλης Πέφτης,
Και της ημέρας τση Λαμπρής, στον Ουραν’ ανεβαίνει!»
(Πληροφ. χα Αναστασία Α. Αποστολάκη, 75 χρόνων, από το Σέλινο).

Πράξη που κρύβει μεγαλείο ψυχής! «Δεν μπορεί να σου κολλήσει, παιδί μου,το καλό φαΐ, όντε δεν το ‘χει κι ο γείτονάς σου!» μας ορμήνευγε ο μακαρίτης ο αφέντης μας, κάθε χρονιάρα μέρα!

Την τέταρτη Κυριακή, τη λέμε Τυρινή, κι εμείς, όπως και σ’ όλο τον ελλαδικό, πιστεύω χώρο, γιατί κύριο άρτυμα είναι το τυρί, κι ότι παράγεται από το γάλα.

Λέγεται και μακαρωνού για τα μακαρόνια ή τα λαζάνια που μαγειρεύουν!

Σε πολλά χωριά της Δυτικής Κρήτης, κι ιδίως στον Πελεκάνο, ετοιμάζουν απαραίτητα και κατημέρια, το βράδυ της Τυρινής αποκριάς, ένα είδος καλιτσουνιών με πολλή μυζήθρα.
Αλλά για τούτη ιδιαίτερα τη μέρα, και γενικά για τις Απόκριες, έχουμε πολλά να πούμε. Τόσα στ’ αλήθεια, που σκέφτεσαι τι να πρωτοθυμηθείς και λογαριάζεις τι να μην ξεχάσεις!

Σε μερικά όμως, οι άνθρωποι του τόπου μας, είναι ιδιαίτερα δεμένοι, όπως στα παρακάτω:

α) Τα Σάββατα των τριών τελευταίων εβδομάδων “τση Κρέτινης, τση Τυρινής, τση Πρώτης εβδομάδας (ενν. των Νηστειών)”, οι γυναίκες δεν λούζονται και δεν καλλωπίζονται, γιατί, κατά που λέει η πατρογονική κατάρα, όσες δεν υπακούουν είναι αφορισμένες!

«-Ανάθεμα ‘που λούστηκε, τούτα τα τρία Σάββατα,
το Κρέτινο, το Τυρινό, τση Πρώτης Εβδομάδας.
Κι απού λουστεί και χτενιστεί και λόγο δεν πιστέψει
οντε λαμπροφορέψουνε, να μην λαμπροφορέψει».

Και πίσω απ’ αυτό το τετράστιχο, ακολουθεί μια τραγική ιστορία, που δικαιολογεί το μεγάλο λόγο της.

β) Τα Σάββατα των Τριών αυτών βδομάδων, “τση Κρέτινης, τση Τυρινής τση Πρώτης βδομάδας”, τα λέμε Ψυχοσάββατα. Οι νοικοκυρές ετοιμάζουν κόλλυβα και μαζί με κρασί τα πηγαίνουν στην εκκλησία. Μετά τις αιτήσεις για τις ψυχές των πεθαμένων μας, τα μοιράζουν έξω στο εκκλησίασμα. Μέρες αφιερωμένες στους νεκρούς -τούτα τα Σάββατα- δεν αφήνουν περιθώρια για λουσίματα και καλλωπισμούς, όπως τον υπόλοιπο χρόνο. Εξήγηση για την παραπάνω δεισιδαιμονία που ριζωμένη καθώς είναι δεν την καταπατεί στον τόπο μας, καμιά γυναίκα!

γ) Αν φταρνιστεί κανείς στ’ αποκριάτικο τραπέζι, το θεωρούν για κακό (Ξενιτειά γή θάνατος, λέει η γριά και… στενοχωριέται).

δ) Τα ψίχουλα του ψωμιού του τραπεζιού της τελευταίας αποκριάς, τα φυλάγουν τα κορίτσια για να τα βάλουν το βράδυ στο μαξιλάρι τους, κι ίσως ονειρευτούν ποιον θα πάρουν!

ε) Στ’ αποκριάτικα τραπέζια, της τελευταίας ιδίως Κυριακής, τα φαγητά δεν σηκώνονται όλη μέρα κι ως τα μεσάνυχτα το τραπέζι δεν ξεστρώνεται.

στ) Στ’ αποκριάτικα τραπέζια δεν τρώνε μόνοι τους οι άνθρωποι του σπιτιού. Φέρνουν κι άλλοι συγγενείς και φίλοι τα φαγητά τους κι έτσι γίνεται μια συντροφιάμεγάλη όπου εύκολα δημιουργείται κέφι και γλέντι, που κρατά ως το ξημέρωμα. Απόψε, ιδιαίτερα της Τυρινής το βράδυ, θα παιχτούν παιχνίδια,θα γίνουν αστεία, θα χορευτούν χοροί, μέχρι κι “αράπικος” και θα τραγουδήσουν μαντινάδες και τραγούδια αστεία και κάπου κάπου… ελευθερόστομα, μια και το “καλεί η βραδιά” κι αφού:

«- Τσι μεγάλες Αποκρές κουζουλένουνται κι οι γρες!» κατά που λέει ο χαρακτηριστικός παροιμιακός λόγος.

Ας ξανάρθουμε όμως στο τραπέζι της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, της Τυρινής, δηλ. απ’ όπου ανοίξαμε τούτη την μεγάλη παρένθεση για το αποκριάτικο γλέντι.
Τούτο το κέφι θ’ αποκορυφωθεί απόψε με τους μασκαράδες!

ζ) Από τις γριές και τους γέροντες των χωριών μας, που ρωτήσαμε, μάθαμε πως: Μασκαράδες ντύνονται νέοι και νέες, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι μικρότεροι τη μέρα, οι μεγαλύτεροι τα βράδια «των Αποκράδω» και πιο πολύ τις τελευταίες Απόκριες.
Συνήθως οι κουκούγεροι (άλλη ονομασία των μεταμφιεσμένων στον τόπο μας) παριστάνουν γέρους και γριές, με το απαραίτητο τυρί (=καμπούρα), στην πλάτη, έγκυες γυναίκες προχωρημένης εγκυμοσύνης και άλλα σχετικά θέματα, πάντα αντίθετου φύλου.
Τις μασκάρες ή μουτσούνες ετοιμάζουν από καιρό, με δέρμα (προβιά) λαγού ή κουνελιού συνήθως. Κάποτε, πιο παλιά, μας είπαν, χρησιμοποιούσαν το μπλε σκληρό χαρτί περιτυλίγματος των μακαρονιών, μ’ ανάλογη διακόσμηση, τρυπήματα για τα μάτια, μύτη, στόμα ή κι από άλλα πρόχειρα υλικά…
Αλλοι φορούν παλιά ρούχα ανάποδα!

Απαραίτητα ήταν και τα κουδούνια, σε διάφορα μεγέθη και είδη, όπως: λέρια, καμπανέλλια, μεσόλερα, σκλαβέρια κ.λ. που κρεμνούσαν στη μέση τους, μπρος και πίσω, οι μασκαράδες και που με ρυθμικές κινήσεις έπαιζαν αρμονικά και συνόδευαν τα βήματά των! Τα κουδούνια αυτά υπήρχαν σ’ όλα τα σπίτια των χωριών μας, με την πλούσια, τότε, κτηνοτροφία, γιατί σήμερα, όλο και λιγοστεύουν “τα λέρια” και τα πρόβατα, οι βοσκοί και τα κατσίκια!

Στα χέρια των, οι μασκαράδες, κρατούσαν χοντρά ραβδιά, τις χουρχούδες και μ’ αυτά έκαναν κινήσεις και χειρονομίες τέτοιες, σαν να φοβέριζαν τους περίεργους ή τους έτοιμους να τολμήσουν να τους ξεμουρώσουν, να τους ξεμασκαρώσουν δηλαδή, για να τους γνωρίσουν!

Να τους τώρα, συντροφιές – συντροφιές. Πηγαίνουν στα συγγενικά και λοιπά σπίτια του χωριού, χαιρετούν με νοήματα, κάνουν αστεία και τούμπες, φοβερίζουν παίρνουν προσεκτικά το προσφερόμενο κέρασμα στο καλαθάκι των, γιατί δεν μπορούν να το φάνε, χτυπούν συνέχεια τα χουρχουδοράβδια των ρυθμικά και τέλος, φεύγουν για άλλο σπίτι!

Ολοι, ωστόσο, βγαίνουν στους δρόμους και στα σοκάκια, για να δουν τις συντροφιές των μεταμφιεσμένων, να λογαριάσουν ποιος είναι ποιος και τέλος να συμμαζευτούν στο πιο ευρύχωρο σπίτι ή καφενείο, όπου το γλέντι κι ο χορός θα συνεχιστούν με πολύ κέφι!

Εδώ, ανάμεσα στ’ άλλα στιχάκια θα τραγουδήσουν και τα επίκαιρα τούτα:
«- Φεύγει και πα η Αποκρά, πάνε και τα ποτήρια
και μπαίνει η Σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια!».
«- Φεύγουνε και οι γι’ Αποκρές, πάνε κι οι Τυρινάδες
και μπαίνει η Σαρακοστή με τσι εφτά βδομάδες»
κι ύστερα, με τις γλυκόσυρτες Μεραμπελιώτικες και Μαλεβιζιώτικες κοντυλιές, θα τραγουδήσουν ντέρτια και καημούς, σεβντάδες και μεράκια και πάθια της καρδιάς, με λυμένη πια τη γλώσσα τους, μάγια που τα ’χεις κισσαμίτικο κρασί, π’ απόψε τόσο τους δρόσισες όλους!

Ατέλειωτα είναι και τ’ αστεία αποκριάτικα τραγούδια με τις μαντινάδες τους, π’ ως τα ξημερώματα θα τραγουδούν!

Όμως τούτη η συντροφιά, αυτό τ’ ανθρώπινο δυναμικό, το χαιρόμαστε, γιατί ξέρει να διασκεδάσει, να χαρεί, να κάνει κέφι, χωρίς καθόλου να ξεφεύγει από το μέτρο και “το πρεπό”, ορισμός και κανόνας πατροπαράδοτος, από την “αθρωπιά” τση Κρήτης!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες