Σάββατο, 8 Μαΐου, 2021

Αναστάσιμα και του Άη Γιώργη

«Ει τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως. Ει τις δούλος ευγνώμων, εισελθέτω χαίρων εις την χαράν του Κυρίου αυτού. Ει τις έκαμε νηστεύων, απολαυέτω νυν το δηνάριον. Ει τις από της πρώτης ώρας ειργάσατο, δεχέσθω σήμερον το δίκαιον όφλημα. Ει τις μετά την τρίτην ήλθεν, ευχαρίστως εορτασάτω. Ει τις μετά την έκτην έφθασε, μηδέν αμφιβαλλέτω· και γαρ ουδέν ζημιούται. Ει τις υστέρησεν εις την ενάτην, προσελθέτω, μηδέν ενδοιάζων. Ει τις εις μόνην έφθασε την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα· φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον […] Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Από τον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που διαβάζεται από τον ιερέα στο τέλος της αναστάσιμης λειτουργίας. Και αν μ’ αρέσει να τον ακούω…

«Ήτο ήδη ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, όταν ο παπ’ Αγγελής και οι αιπόλοι του έφθασαν εις την Παναγίαν την Δομάν. Το μικρόν εξωκκλήσιον ήτο κτισμένον υπό συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικώς υπ’ αυτών, σκεπαζόμενον φιλοστόργως από τους κλώνας των. Ο ναΐσκος ήτο πενιχρός, αλλά διετηρείτο και ήτο λειτουργήσιμος. Ήτο δε εκ των ολίγων ναϊδίων, όσα εσώζοντο όρθια από της παλαιάς εποχής. Γείτονες αυτού, χαμηλότερα προς την θάλασσαν, ήσαν το πάλαι εντός της κοιλάδας, της συνεχομένης μεταξύ δύο ακτών, πάμπολλοι ναΐσκοι έως τέσσαρες δωδεκάδες. Οι πλείστοι ήσαν σήμερον ερείπια. Η Παναγία Δομάν, απλή αναπαράστασις της Ζωοδόχου Πηγής του Βυζαντίου, και περιβαλλομένη, ως με στέφανον, από τον αειθαλή κόσμον των πελωρίων δένδρων της, ίστατο ακόμη ορθή, κι εφαίνετο λέγουσα προς τους αδελφούς της, όσοι είχαν γονατίσει, καταβληθέντες από τον κάματον της διά τόσων ετών πορείας. “Παρηγορηθήτε, σας αντιπροσωπεύω εγώ”» Από το διήγημα “Στην Αγι’ Αναστασά” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ένα από τα πασχαλινά διηγήματα του Αγίου της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που επιστρέφω, κάθε χρόνο, το Μεγάλο Σάββατο.

«Κι εκειά που τόνε ψύριζε περνά ‘να περιστέρι/ κι εβάστα και χρυσό σταυρό εις το δεξί του φτέρι./ – Ξύπνα δα Άη – Γιώργη μου που μου ‘πες μη φοβούμαι/ κι αν το σκοτώσεις το θεριό, Θεού παιδί λογούμαι./ Σηκώνετ’ ανατολικά και κάνει τον σταυρό ντου/ και παίζει πρώτη κονταριά και κόβει το λαιμό ντου./ Από τη μέση την αρπά ξεκάπουλα τη βγάνει/ και πειρουνίζει τ’ άλογο τση μάνας τζη την πάει./ Ο αφέντης της εκάθονταν απάνω στο παλάτι,/ κι έσταζε το αχείλι ντου το άδολο φαρμάκι./ Κι η μάνα τζη εκάθονταν πάνω στο παραθύρι/ κι έσταζε το αχείλι τζη φαρμάκι στο ποτήρι./ “Αν σε ξεμίστεψ’ άνθρωπος να του χαρίσω πόλη/ κι αν σε ξεμίστεψε άγιος να χτίσω μοναστήρι”./ “Δε με ξεμίστεψε άνθρωπος να του χαρίσεις πόλη,/ μόν’ με ξεμίστεψ’ άγιος ο Μέγας Άη- Γιώργης”./ Με τα κατάρτια το κερί και με τ’ ασκιά το λάδι/ και με τα τρυγοκόφινα το σερνικό λιβάνι». Οι τελευταίοι στίχοι απ’ το Τραγούδι του Άη- Γιώργη, τον Αργυροκαβαλάρη Άγιο που σκότωσε τον δράκο, όπως μου το είπε η μάνα μου Δέσποινα Κουργιαντάκη -Κακατσάκη το 1977. Κι αυτό στον νου μου. Χριστός Ανέστη, καλοί μου φίλοι!

Κορωνοϊκά… στα πεταχτά

«Τη μέρα της Πρωτομαγιάς στην εξοχή αν πάμε/ τα άνθη να μαζεύουμε, τη μάσκα θα φοράμε;» Η πρώτη απ’ τις τρεις μαντινάδες που μου έστειλε το Μεγάλο Σάββατο, μέρα Πρωτομαγιάς, η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. Ισχύει για αύριο, που τη γιορτάζουμε, όπως τη γιορτάζουμε τέλος πάντων, αλλά και η επόμενη: «Ο κορωνιός αλλεργικός στη γύρη στα λουλούδια,/ γι’ αυτό δεν του αρέσουνε στεφάνια και τραγούδια», μας λέει σ’ αυτήν, για να πάρει αμπάριζα και να συνεχίσει στην τρίτη: «Το Μάιο μυγιάζονται τα ζωντανά στη φύση, να μυγιαστεί κι ο κορωνιός, ντελόγο (αμέσως) να ψοφήσει» Άμποτε!

«Άρχισαν να τον φτιάχνουν/ λίαν πρωί το Μεγάλο Σάββατο, όπως κάθε χρόνο,/ στην αυλή της εκκλησίας,/ ντύνοντάς τον με τ’ αποφόρια τους./ Το μεσημέρι τον έστησαν/ στο καθιερωμένο σημείο/ της τιμωρίας του,/ όπως κάθε χρόνο, λοιδορώντας τον και βρίζοντάς τον./ Το απόγευμα σώριασαν τα λιόκλαδα/ που έφεραν απ’ τα λιόφυτα,/ κάτω απ’ τα πόδια του,/ όπως κάθε χρόνο.// Covid 19/ το όνομα του φετινού Ιούδα/ που έκαψαν τα μεσάνυχτα,/ ψάλλοντας το “Χριστός Ανέστη”». Το ποίημα “Ο φετινός Ιούδας” του γράφοντος, απ’ την ποιητική του συλλογή “Ιχνηλατώντας”. (Χανιά 2021).

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες