Τρίτη, 11 Μαΐου, 2021

Aν δεν μας έδινες την ποίηση, Κύριε…

«“Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί/ εθνικόν ότι είναι αληθές”. Από τον Διονύσιο Σολωμό/ η επισήμανση/. “Στης πολιτείας τη μάντρα οι λύκοι/ Παντού οι λύκοι!”/ ξεσπαθώνει ο Κωστής Παλαμάς/ “Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των/ όρισαν και φυλάγουυν θερμοπύλες”/ αποφαίνεται ο Κ.Π. Καβάφης/ Οπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει”, το παράπονο του Γιώργου Σεφέρη. “Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει”, βροντοφωνάζει ο Γιάννης Ρίτσος. Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου/ με τα πρώτα – πρώτα Δόξα Σοι!”, υπογραμμίζει ο Οδυσσέας Ελύτης. “Η Ελλάδα επιζεί μέσα από διαδοχικά θαύματα”/ υπενθυμίζει ο Νίκος Καζαντζάκης…! Τιτιβίσματα χελιδονιών/ οι φράσεις των ποιητών μας/ στην καθιερωμένη εαρινή τους σύναξη-/ “έχει μέλλον το έθνος μας”, το θέμα της. “Υπό την βασιλικήν δρυ” του κυρ. Αλέξανδρου». Το αφιερωμένο στο Γιάννη Κουβαρά, ποίημά μου με τίτλο “Τιτιβίσματα Χελιδονιών” από την ποιητική συλλογή “Οπως το ψωμί”, (εκδ. “Πυξίδα” της Πόλης, Χανιά 2018)

«Το ωραίο και το δύσκολο δεν είναι να κρατήσεις/ Είναι να πέσεις και να σηκωθείς” (Κωσταβάρας) “Πόσες φορές τσακισμένοι – δεν ξανασηκωθήκαμε/ Στηριγμένοι στ’ αποκούμπι αυτών των στίχων σου/ Τους κάναμε δεκανίκια να ξαναπερπατήσουμε/ Κι άλλες φορές – Μεσάνυχτα/ μες στον παροξυσμό της μοναξιάς μας/ δεν βρήκαμε άσυλο./ Στο μυθικό σου βιβλιοπωλείο/ που εσαεί διανυκτερεύει./ Εκτός δακτυλίου/ Εντός ζώνης κινδύνου// Ζηλεύω τους πελάτες σου ποιητή οδοντογιατρέ μου/ Γιατί έχουνε την πολυτέλεια/ Στα άδυτα της ποίησης να εμβαίνουν/ Τόσες διαλέξεις δωρεάν περί τέχνης να κοινωνούνε/ Τα καθημερινά και τον τροχό να λησμονούνε// Μα πάνω απ’ όλα σε ευγνωμονούμε/ Για δυό σου απέριττα πορτραίτα/ Των Μεγάλων Αμιλήτων/ Για την πινελιά σου για του Σολωμού την γλώσσα/ Και την άλλη για τον Κάλβο που φωτισμένον/ Από το μαύρο της γκρεμισμένης ζωής του/ Μας τον παράδωσες αράγιστον εις τους αιώνες.// Εχουμε τώρα/ που να προσευχηθούμε. “Το ποίημα “Πορτραίτο ποιητού εν ώρα εργασίας (Σχεδίασμα) του Γιάννη Κουβαρά, από την ποιητική του συλλογή “Του έρωτα και του έρω(ν)τα”. Ακριβό δώρο του σ’ εμένα, μέσω Διαδικτύου, τις προάλλες.

«Αν δε μου ‘δινες την ποίηση, Κύριε/ δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω/ Αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου/ Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές/ να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου/ να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο/ η έρημος μου λαό/ τα περιβόλια μου αηδόνια. […] Ωστόσο/ δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα/ Δεν πετώ ούτε ψίχυλα απ’ ό,τι μου δίνεις/ Γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα./ Γιατί θα ‘ρθει το βράδυ μου/ Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι/ το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει/ να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά/ για τους τσομπάνηδες της αγάπης”. Από το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου “Αν δε μου ‘δινες την ποίηση Κύριε”. Εν είδει επιλόγου. Οι εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας της Ποίησης, μεθαύριο, 21 Μαρτίου. Αν δεν μας έδινες την ποίηση, Κύριε…

Κορωνοϊκά… στα πεταχτά

«Ερημη πόλη σε “βαθύ κόκκινο τα Χανιά”, την αρχή της εβδομάδας», όπως γράφει σε πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ η εφημερίδα μας (“Χ.Ν.”, 15 Μαρτίου). Σ’ αυτό το… χρώμα και οι μαντινάδες που μου υπαγόρευσε από τηλεφώνου ο φίλος ιερωμένος: “Κίσσαμος, Σέλινο, Σφακιά τ’ Αποκορώνου όλα/ κόκκινα μείναν τα χωριά σαν του Μαρτιού τη βιόλα./ Αλίμονό μας στα Χανιά και στα περίχωρα του/βάφτηκαν κόκκινα βαθειά στο χρώμα του αιμάτου/ Κι ο Κόβητας μας κυνηγά για να μας πιεί το αίμα/ κι ας λέν κάποιοι ανόητοι πως είναι όλα ψέμα». Να έχουν αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο, όταν εσείς θα τις διαβάζετε, η ευχή μου.

«Εμβολιάζομαι, εμβολιάζεσαι, εμβολιάζεται, εμβολιαζόμαστε, εμβολιάζεστε, εμβολιάζονται… Σε ενεστώτα χρόνο σε όλα τα πρόσωπα ενικού και πληθυντικού το ρήμα. Εμβολιάστηκα, εμβολιάστηκες, εμβολιάστηκε, εμβολιαστήκαμε, εμβολιαστήκατε, εμβολιάστηκαν… Να γίνει Αόριστος ο ενεστώτας, όσο γίνεται πιο γρήγορα.

«Είμαστε όλοι μασκοφόροι/ περιώνυμα ομώνυμα κλάσματα/ με ίδιο παρανομαστή/ μιας κοινωνίας – φάντασμα – φαντάσματα/ χωρίς προοπτική./ Φοράμε μάσκα από χαρτί/ μάσκα απλή βαμβακερή/ μάσκα μοντέρνα πλουμιστή/ καθώς μας επιβάλλει/ τούτη η ώρα η κακή./ Μάσκα χλιδάτη παρδαλή/ περίτεχνη πολιτική./ Γίναμε θέλοντας και μή/ από τη μία τη στιγμή/ στην άλλη μασκοφόροι./ Κι είμαστε όλοι ύποπτοι φορείς/ οι προσωπιδοφόροι/ πανομοιότυποι θαρρείς/ σαν κλάσματα ομώνυμα/ κλάσματα περιώνυμα/ με ίδιο παρανομαστή»! Το ποίημα “Μασκοφόροι” της Ελένης Χωρεάνθη, εν είδει επιλόγου. Τα λέει όλα η και καλή μου φίλη, καταξιωμένη ποιήτρια.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες