Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου, 2022

Για τσοι δασικούς χάρτες απού φέρνουνε ταραχή

Από γεννησιμιού μου τα γνώρισα τα βάσανα και τσοι δυσκολίες τσ’ αγροτικής ζωής. Γιατί το’ χε γραμμένο το ριζικό μου, να ‘μαι κοπέλι μια αγροτικής οικογένειας. Και αν και δεν έμεινα ως όξω κατ’ επάγγελμα αγρότης, εκειά όμως γροικούνται οι χτύποι τσοι καρδιάς μου, ακόμη και σ’ αυτούς τσ’ απλοϊκούς παραμελημένους και ξεχασμένους, κι από τον Θεό ακόμη πολλές φορές ταπεινούς ανθρώπους, καταθέτω την ευγνωμοσύνη μου ως εδά.

Γιατί από το ψωμί απού βγάνανε με τον ιδρώτα ντωνε, με τη σκληρή, και με πολλά βάσανα τσ’ αγροτικής ζωής, τωνε αναθράφηκα, κι ακόμη, από τα ελαιόδεντρα και τ’ αμπέλια απού εφυτέψανε στσοι «δασικές» εκτάσεις απού εκαματερεύανε με τα εργαλεία κείνης σας της εποχής, τσοι λοστούς, τσοι βελόνες, τσοι κασμάδες, τσοι σκαλίδες και τσοι παραμίνες, απού τσοι φωτογραφίες των εργαλείων τσοι ‘χω στο βιβλίο μου «Το χωριό μου Χωραφάκια Ακρωτηρίου». Για να τα γνωρίσουν όσοι το θέλουνε, συντηρούμαστε κι εμείς εδά, από λαδάκι, κι άφτομε κιόλας με τα καντηλάκια στα κονοστάσια των σπιτιών μας, και τσοι τάφους απού εκλείσανε τα βασανισμένα κορμιά ντωνε. Και πίνομε το κρασάκι από τ’ αμπελοχώραφα ντωνε απού τσοι κάνει τους φτωχούς να τα ξεχνούνε ούλα.
Και παράλληλα ευχόμαστε για την αιώνια ανάπαυση ντωνε. Και βέβαια ετσά εγινούντανε από τότεσας κι ύστερα, απού γράφει η Παλαιά Διαθήκη. Πώς εγίνηκε δα η μοιρασιά τοτεσάς και ξεκινήσανε οι ιδιοκτησίες, είναι αλήθεια πως δεν κατέω. Κατέω, όμως, πως οι ντόπιες οικογένειες, οι γηγενείς δηλαδή, έχουνε τη νομή και την κατοχή των εκτάσεων τωνε, από εκατό χρόνια και πάνω, κι όπως προκύπτει από διάφορες ιστορίες, απού έρχονται από στόμα σε στόμα, από τα παλιά. Και κάποιες απ’ αυτές τσ’ αναφέρω στο βιβλίο μου, απού προανέφερα παραπάνω.

Έτσα το λοιπός εσυνεχιζούντανε η ζωή σε τούτονε τον άνυδρο, και κακοτράχαλο τόπο, με τα πολλά χαράκια, και τσ’ αμέτρητες πέτρες. Απού όπως έλεγε χαρακτηριστικά χαριτολογώντας ένας γέρος μιας εποχής, στσ’ αποσπερίδες στσοι καφενέδες. Πως όντεν έσιαξε ο Θεός τον κόσμο, εκοσκίνιζε το χώμα στσοι κάμπους, και στσοι πεδιάδες, και τ’ αποκοσκινίδια έριχνε στσ’ εδικούς μας τόπους. Έπαε, τούτανε ήτανε τα φυσικά προσόντα προς εκμετάλλευση, από τσοι κατοίκους τούτουνε του τόπου. Κλαδιά, πέτρες, χαράκια και λιγοστό χώμα, μα η αλήθεια του Θεού πως ήτανε και είναι τρισευλογημένοι. Με τα κλαδιά το λοιπός, απού πηγαίνανε στη χώρα οι χωριανοί για τσοι φούρνους και τα νοικοκυριά, για καύσιμη ύλη, εχαρτζιλικωνοντανε και με τα καμίνια εξιούσανε τσ’ οικογένειες τωνε, και παράλληλα εκαματερεύανε καινούργια χωράφια για καλλιέργεια και δεντροφυτέυσεις, κι εσυμπληρώνανε τα προς το ζην με μεροκάματα σ’ άλλους τόπους, στ’ αμπελοσκάμματα, κι οι γυναίκες επηγαίνανε μαζώχτρες στα μοναστήρια, για να’ρθει ένας καιρός, π’ αλλάξανε τα πράγματα κι ηρχούντανε επαέ εργάτες και μαζώχτρες απ’ άλλους τόπους, γιατί ‘χανε φυτέψει ελιές κι αμπέλια στους τόπους απού καματερεύανε.

Και τη δεκαετία του εξήντα να γενεί το αληθινό θαύμα, όπως εγώ προσωπικά πιστεύω, πως γι αυτό που γίνηκε, ήτανε με την ολοκάθαρη εύνοια της Θείας Πρόνοιας. Και πρασινίσανε τούτεσας οι «δασικές εκτάσεις» μ’ άνυδρες καρπούζες, απού για χρόνια εφορτώνανε τσ’ αγορές Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης «με καρπούζια Κρήτης» άνυδρα, φτενόφλουδα και πεντανόστιμα. Ετσά επερνούσανε οι καιροί και οι χρόνοι ελαλούσανε, ώσπου εκοπιάσανε κάποιοι για τη σύνταξη λέει κτηματολογίου. Εκείνοι βέβαια αναγνωρίζανε τσ’ ιδιοκτησίες γι’ αυτό και ρωτούσανε, ποιανού είναι η κάθε αγροτική περιοχή απού μετρούσαμε, για να γενούνε στη συνέχεια επιτροπές από πολυσπουδαγμένους για να κάμουνε τσοι δασικούς χάρτες. Αδιαφορώντας εκείνοι για του στραβού το δίκιο και χωρίς τον ξενοδόχο, απού λέει και ο λαός.

Έτσα το λοιπός, με παραγεμισμένες κεφαλές από γνώσεις, με το πεπόνι και το μαχαίρι δικόντωνε, και με τσοι νομοθέτες να κολλούνε στ’ αυτί του τσικαλιού όπου θέλανε, όπως καληώρα κάνουνε κι οι τσικαλάδες. Το αποτέλεσμα! Εδημοσιεύσανε γη, αναρτήσανε ένα «φιρμάνι», γιατί μου θυμίζει τσ’ απάνθρωπες πράξεις των Γιαννίτσαρων στην αρχή του 19ου αιώνα όπως τσ’ εκφράζει παραστατικά ο Γιάννης Τσίβης στο βιβλίο ντου «Χανιά 1252-1940», στη σελίδα 119 με τη λαϊκή ρήση: «Τούτο θα σου πάρω, εκείνο θα μου δώσεις, και αυτό θα μου χαρίσεις». Με κατάληξη ν’ αδικούνε κατάφωρα τσοι καταταλαιπωρημένους ιδιοκτήτες, με ανυπόστατα και γελοία επιχειρήματα, όπως τσ’ αεροφωτογραφίες. Γιατί αν ξέρανε για την αναγκαία αγρανάπαυση, δεν θα το τολμούσανε, και άλλες πολλές και διάφορες λεπτομέρειες άπου τσοι ζιούνε στη καθημερινότητα ντωνε οι άνθρωποι τσ’ υπαίθρου. Παρά εσυμπεριφερθήκανε σα να ‘χουνε τ’ αλάθητο.

Ετσά επροχωρήσανε και αποφασίσανε και διατάσσονε και δεν αναρωτηθήκανε τουλάιστο το βασικότερο και λογικότερο απ’ ούλα τα άλλα, πως εζιούσανε γι άθρωποι ως εδά όπως ξανάπα και παραπάνω. Εδά τσοι χαρακτηρίσανε καταπατητές και παράνομους, ύστερα από τόσουσας αιώνες και θα ζητήξουνε κιόλας κι απανοπρούκια από τσοι παλιούς και τωρινούς ιδιοκτήτες; απού με τσοι κόπους τωνε εξεστρώσανε, εδεντροφυτέψανε κι αξιοποιήσανε τσοι κακοτράχαλους ιδιόκτητους τόπους τωνε, και τωνε ρημάξανε ετσά λογίως τα ζουήδικα δάση;

Με τούτεσας τσοι σκέψεις καλωσορίζω τσοι φουριόζους και παντογνώστες όπου εζωγραφίσανε τσοι δασικούς χάρτες απού χωρίς ντροπή ήρθανε, να μας εδείξουνε τα πατρονικά μας. Κι ύστερα από αιώνες, όπου η μιά γενιά εκληρονομούσε την άλλη να μας αφαιρέσουνε τα ιδιοκτησιακά μας δικαιώματα με το να βαφτίσουνε εκείνοι, όι τη χήνα σε ψάρι, παρά τα κλαδερά σε δάση, ατζέμπις το κάμανε από πονηριά; ή για να κάμουνε τσοι ψυχρές χώρες απού ‘χουνε δάση, για να χαμογελάσουνε ειρωνικά σε βάρος μας; κι ακόμα ένα ερώτημα ερεθίζει τη σκέψη μου και προβληματίζει τον ασπούδαχτο νου μου, δεν υπάρχουνε γραφτοί ή άγραφοι νόμοι που ν’ αφορούνε τσ’ ιδιοκτησίες και να προστατεύουνε τσ’ ιδιοκτήτες από παρόμοια λάθη και κακές εκτιμήσεις; Τελειώνοντας την αναφορά μου για την ταραχή απού φέρανε οι γι’ αναρτήσεις των χαρτών για τσοι δασικές εκτάσεις και επειδή πιστεύω τσοι καλές σας προθέσεις, σας καλώ να αναμαζώξετε τσ’ ασύδοτες γραφίδες σας και να μετακινούνται, ιδιαίτερα εκ του πονηρού. Γιατί μας αδικούνε κατάφωρα, και το άδικο μας εξοργίζει «κι η φωνή λαού είναι οργή Θεού».
Θεέ μου βλέπε μας το νου μας.

Σας καλημερίζω αναγνώστριες και αναγνώστες μου και σας εύχομαι υγεία κι αναζήτηχτοι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ως όξω = έξω, ως το τέλος
Εκειά = εκεί
Γροικούνται = ακούγονται
Λοστός = σιδερένιος μοχλός
Παράμινα = εργαλείο σιδερένιο που ανοίγανε τρύπες στους βράχους για φουρνέλα
Άφτω = ανάβω
Καματερεύω = κάνω καλλιεργήσιμο ένα χωράφι
Κατέω = ξέρω
Επαέ = εδώ
Λαλώ = πρχωρώ
Κοπιάσανε = ήρθανε
Στραβός = τυφλός
Τσικάλι = πήλινη χύτρα
Τσικαλάς = ο κατασκευαστής τσικαλιών
Κλαδερά = θαμνώδεις εκτάσεις
Ατζέμπις = άραγε

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα