Τρίτη, 27 Οκτωβρίου, 2020

«Ξαστεριά και Γυναίκες»

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΨΑΡΟΣ

Αντιλαλούσαν οπροχθές, πάλι, τα περίγυρα τση Μεγάλης μας Πλατείας, από το ριζίτικο τση ´Ξαστεριάς´… Ετυχε να περνώ στσοι τρεις τελευταίους του στίχους, και μ’ αυτή την αφορμή, θα γράψω  τη γνώμη μου γι’ αυτούς.
Στσ’ εορτές λοιπόν που γενήκανε, τα τελευταία χρόνια, για την Καταστροφή τ’ Αληδάκη, τονίστηκε το ´δημοκρατικό´ δικαίωμα, π’ ετότεσάς παραχωρήθηκε στσι Σφακιανές, να μπαίνουνε κι αυτές στον πόλεμο, σαν και τσ’ άντρες και μαζί μ’ αυτούς. Καθόλους όμως δεν παρατηρήθηκε, πως σ’ όλους τσοι κατοπινούς ξεσηκωμούς, αυτό δε συνεχίστηκε. Κόπηκε κι αποξεχάστηκε, γιατί σύμφωνα με το ´σφακιανό νόμο´, δεν ήτονε καθόλους νόμιμο, μα πράξη μιας απόλυτης ανάγκης: Γιατ’ οι γι-άντρες, με τον πόλεμο του Δασκαλογιάννη, πολύ θά ’χαν απολιγάνει. Και γιατί κι αυτές που πήγανε, μπορεί να μην είχανε, καθόλους άντρες στα σπίτια ντωνε.
Πατεράδες, αδερφούς και συζύγους, γιατί θά ’χανε σκοτωθεί. Θα ´διψούσανε´ λοιπόν κι αυτές -κι ας ήσανε γυναίκες- να πάν’ να κάμουνε τα ´δίκια´ των εδικώ ντωνε. Μα κοντά σ’ αυτό και τ’ άλλο -που μέσα στην τραγική φτώχεια που θα ζιούσανε δεν είναι καθόλους κατακριτέο- να πάρουνε κι αυτές, λάφυρα. Το σημείο που θέλω να καταλήξω, για τσι Σφακιανές, είναι πως δεν ήτονε καθόλους πρεπός κι όμορφο, γι’ αυτές, μήδε ν’ αντροβασανίζουνται μήδε ν’ αντροφέρνουνε. Μήδε να βόσκουνε, να σκάφτουνε, ξύλα να κουβαλούνε, στο μύλο να πηαίνουνε κ.λπ., μήδε στσι τάβλες να καθίζουνε, να κρασοπίνουνε, ν’ αρματοφορούνε, να μπαλοτολογούνε και στσι κακές ώρες να… σκοτώνουνε. Ακριβώς γι’ αυτό -γιατί δεν το ’χανε το δικαίωμα να σκοτώνουνε- η μεγαλύτερη μπροσβολή κι ατιμία για τσ’ άντρες, ήτονε να σκοτώσουνε γυναίκες.
Ο Λιάπης, απ’ όλους είναι παραδεχτό πως ήτον ο καλύτερος άντρας τση Κρήτης, στην εποχή ντου. ´Ενα θεριό που τό ´τρεμεν ανατολή και δύση!´. Κι όμως απάνω στο βρασμό τση ψυχής του, ξέκαμε δυο γυναίκες (μάνα και κόρη). Αυτό λοιπόν το καταδίκι, ποτές δεν του συχωρέθηκε, μα για πάντα την αμαύρωσε την περίλαμπρη δόξα ντου!
Καλά ’ναι τώρα να πάμε στο τραγούδι. Αντιγράφω το:

Πότες θα κάμει ξεστεριά, πότες θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα,
να κατεβώ στον Ομαλό, στην στράτα τω Μουσούρω
να κάμω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες
να κάμω και μωρά παιδιά να ’ναι δίχως μανάδες
να κλαίν τη νύχτα για βυζί και την αυγή για γάλα
και τ’ αποξημερώματα για την παντέρμη μάνα.

Οσοι τό ’χουνε το δικαίωμα να μιλούνε γι’ αυτό -διαβασμένοι, προπατημένοι κι έξυπνοι- λένε πως είναι καθαρά σφακιανό. Μ’ όχι πατριωτικό κι επαναστατικό, παρά πως αφορά τοπικούς σκοτωμούς -μια βεντέτα- ανάμεσα σε Σφακιανούς (Αηγιαννιώτες) και Ριζίτες (Λακκιώτες). Αυτό π’ εγώ τώρα χρειάζομαι, είναι το ´πως είναι καθαρά σφακιανό´.
Αν είναι λοιπόν τέτοιο -καθαρά σφακιανό- οι τρεις τελευταίοι ντου στίχοι, οι γεμάτοι βαρβαρότητα (να κάμω και μωρά παιδιά να ’ναι δίχως μανάδες/ να κλαίν’ τη νύχτα για βυζί και την αυγή για γάλα/ και τ’ αποξημερώματα για την παντέρμη μάνα) ταιριάζουνε για Σφακιανούς εκδικητές; Βεβαιότατα καθόλους! Γι’ αυτό δεν είναι δικοί ντου, μα θα του τσοι κολλήσανε μετά, κάποιοι περισσότερο ´παλικαράδες´ απ’ αυτούς.
Τελικός του στίχος, του τραγουδιού, όπως άκουσα μια φορά γερόντους χωριανούς μου και λέγανε, είν’ ο 5ος μα διαφορετικός:
´να κάμω και μωρά παιδιά δίχως κυρού κανάκια´.
Η γι-εκδικητική δηλαδή τιμωρία, γυναικών και παιδιών, θα ’τανε μόνο ψυχική.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες