Τετάρτη, 17 Ιουλίου, 2024

56 χρόνια από την αιχµαλωσία και τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα

Οκτώβρης 1967

Συµπληρώθηκαν 56 χρόνια από την αιχµαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, στις 8 προς 9 Οκτώβρη 1967, στη Βολιβία. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωµατικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθη­κε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συµµετέχουν στο πρόγραµµα της «Επιχείρησης θαύµα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αµερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεµβάσεις κα­ταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγµα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αµερική.
Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συµπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε σε εφηµερίδα της Βολιβί­ας ευχαριστήριο µήνυµα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…
«θυµηθείτε αυτό το όνοµα — Μάριο Τεράν — ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει µπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύµατός του)», ήταν το ρεπορτάζ µε το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφηµερίδα «Γκράνµα» της Κούβας. Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράµµα:
«Αγαπηµένα µου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καµίλο, Σέλια και Ερνέστο, αν µια µέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράµµα, θα πει πως πια δεν είµαι ανάµεσά σας. Σχεδόν δε θα µε θυµάστε πια και τα πιο µικρά θα µ’ έχουν ξεχάσει.
0 πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκε­φτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….). Να µελετάτε πολύ, για να µπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Νά ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά µπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσµου (…). Πάντα, παιδιά µου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.
Ένα µεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαµπά».
∆εν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967 ο κοµαντάντε Τσε Γκεβάρα θα περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας µε διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα.
Οι δολοφόνοι του, αν και αιχµάλωτος δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα µάτια ούτε καν τη στιγµή που τον εκτελούσαν. Οι δολοφόνοι του µοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογρα­φία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασµούς τους µαζί του. Έκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έµελλε να µείνει στην Ιστορία.
«Υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυµαστούς, από τους πιο αγαπητούς, και, δίχως αµφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους µας (…).
Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύµα µίσους και περιφρόνησης προς τον ιµπεριαλισµό(…).
Ικανός αρχηγός, αυθεντία, δεξιοτέχνης του επαναστατικού πολέµου. Κι όµως, µε τον ηρωικό και δοξασµένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντι­λήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που µε κανέναν τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του (…).
Επέδρασε σηµαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρω­ποι έχουν µια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχε­τη πορεία της ιστορίας δε σταµατά, ούτε θα σταµατήσει µε το χαµό των αρχηγών(…). Άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ικανοί, µε το παράδειγµά τους, να συµβάλουν στην εµφάνιση άλλων που να τους µοιάζουν (…)».
Με αυτά τα λόγια αποχαιρετούσε ο Φιντέλ Κάστρο, στον επι­κήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Τσε. Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή επέδρασε σηµαντικά αυτό που περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο. Η αντί­ληψη, δηλαδή «ότι οι άνθρωποι έχουν µια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταµατά ούτε θα σταµατήσει µε το χαµό των αρχηγών (…)». Αυτός ήταν ο Τσε. Ασταµάτητος. Αλόγιστος. Παθιασµένος. Αµετανόητος. Τέτοιος ήταν ο Τσε και αυτός ήταν ο λόγος που συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους που κατάφεραν να µετατρέψουν το θάνατό τους σε ένα τόσο στέρεο σκαλοπάτι για να ανυψωθεί το αίτηµα για ζωή, για ανθρώπινη ζωή, ακόµη ψηλότερα.
Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα µπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο µάλλον να την εξο­ντώσουν. Το έγκληµα, αντί να σβήσει τα ίχνη αυτού του ασθµα­τικού γιατρού από την Αργεντινή, µετατράπηκε σε βαθιά, σε ζωογόνα και ελπιδοφόρα ανάσα για τους αδικηµένους, για τους λαούς όλου του κόσµου.
Ό,τι δεν κατάφεραν µε τον Τσε εκείνοι που τον δολοφόνησαν νόµισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι µπορούν να τον µετατρέψουν σε µια ακίνδυνη στάµπα πάνω σε µπλουζάκια και «µοδάτα» αξεσουάρ.
Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. ∆εν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» -έλεγε ο Σαρτρ- είναι η ιστορία του πληρέστερου αν­θρώπου της εποχής µας».
Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε µε τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτηµα: «Γιατί ο Τσε συνεχίζει να ζει;».
Όσο προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεµένων, ο Τσε της νεολαίας, δε µας άφησε κληρονοµιά µόνο το απίστευτο βλέµµα του.
Ένα βλέµµα που κοιτάζει µακριά αλλά στέρεα προς το φαινο­µενικά αδύνατο.
∆εν είναι µόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισµό, στον ιµπεριαλισµό.
∆εν ήταν µόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε µια «στρωµένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαµπώθηκε από τις τιµές, τα πόστα, την αναγνώριση, µετά την επικράτηση της επανάστασης.
Στην περίπτωση του Τσε ο τίτλος του «συµβόλου» δεν του χα­ρίστηκε µετά θάνατον. Ήταν ένας τίτλος που ως καθοδηγητής και ως σύντροφος, ως οδηγός και ως κοµαντάντε στην ανειρή­νευτη πάλη του ενάντια σε αυτήν την αδικία, τον είχε κατακτή­σει ήδη.
Ο Τσε ουδέποτε αισθάνθηκε ότι ήταν «άγιος», έστω κι αν είχε ήδη θεοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους. ∆εν άφησε ποτέ περιθώρια για «αγιοποίηση». Τελικά, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Που έκανε ό,τι πίστευε. Και πίστευε ό,τι έκανε.
«∆εν είµαι απελευθερωτής (libertador). ∆εν υπάρχουν libertadores. Οι ίδιοι οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν µόνοι τους», έλεγε ο Τσε.
Όλα αυτά µαζί συνθέτουν κοµµάτια από τον «µύθο» του Τσε. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».
Γιατί, τελικά, εκείνο που στην πραγµατικότητα κρατά «ζωντα­νό» τον Τσε είναι ότι παραµένουν τραγικά ζωντανά και δραµα­τικά επίκαιρα όλα όσα τον «δηµιούργησαν». 0 πραγµατικός λόγος που ο Τσε παραµένει «ζωντανός» είναι ότι παραµένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν». Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολε­µιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κοµαντάντε µιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, µόνο όταν καταργηθεί κάθε µορφής εκµετάλλευση.
Ο µαρξισµός και το κοµµουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισµένο µέσα µου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας µε απόλυτη σαφήνεια:
«∆εν υπάρχει για µας κανείς άλλος ορισµός του σοσι­αλισµού, πλην της κατάργησης της εκµετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».
Ο Τσε θα παραµένει «ζωντανός» για όσο το βλέµµα του θα δεί­χνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραµά του για έναν κόσµο ελεύθερο, δηµοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση. «Αν τρέµεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύ­ντροφός µου», έλεγε ο Τσε.
Για όσο στον κόσµο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της όσο οι έννοιες «τιµή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων, ο Τσε θα είναι «ζωντανός». Γιατί «ο άνθρωπος -έλεγε ο Τσε- πρέπει να περπατάει µε το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το µέ­τωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει µε τη σφραγίδα της τιµής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιµή».

Πηγή: Εκδόσεις ‘’Σύγχρονη Εποχή’’
Χανιά 6-10-2023

* O Σπύρος ∆αράκης είναι πρόεδρος µαρτυρικής ΜΑΛΑΘΥΡΟΥ
Πρώην ∆ήµαρχος Μηθύµνης και µέλος του ∆.Σ.
του ∆ικτύου Μαρτυρικών πόλεων και χωριών της Ελλάδος περιόδου 40΄- 45΄
‘‘ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ’’


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα