Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, 2024

Αφιέρωμα

Toυ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, εκπαιδευτικού Δ.Ε.

(Μέρος 6o)

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη
Το 1931 ο ποιητής εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη, για την οποία ο Παλαμάς τού έγραψε1: «Με τα γραμμένα σου μου φαίνεται, πως δύο κλίκες ζεσταίνεις, εκείνους, που θέλουνε να σε αφορίσουν, κ´ εκείνους που ζητάνε να σε φιλήσουν. Είναι και μια τρίτη, που αισθάνεται και τα δύο διαβάζοντας σε, όσο κι αν τέτοιο αίσθημα μπερδεύει».
Η απολογία του Σωκράτη, που μας κληροδότησε η Αρχαιότητα, είναι
-κατά τον Βάρναλη- κατασκευασμένη από τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, για να στηρίξουν το κατεστημένο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Ο “Σωκράτης”, όμως, του Βάρναλη μεταβάλλεται σε μια προσωπικότητα της νέας κοσμοθεωρητικής γνώσης και ιστορικο-κοινωνικής εμπειρίας του δημιουργού του, όπως εξηγούσε ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα (1935): «Γι’ αυτό δεν παραποίησα τον “ιστορικό” Σωκράτη. Τη σκέψη του και τη δράση του τις άφησα, όπως θέλησε ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας. Τον έκανα μοναχά ν’ αλλάξει στα τελευταία του. Να ξυπνήσει απότομα από το τράνταγμα της θανατικής του καταδίκης και να ιδεί ξαφνικά τον κόσμο… ανάποδα»2 .
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια “αντιστροφή” του “αντίστοιχου” έργου του Πλάτωνα. Η ανατροπή του πρωτοτύπου υποδηλώνεται από τους, θεληματικούς βέβαια, αναχρονισμούς του νέου έργου: οι αρχαίοι τόποι και οι δήμοι της αρχαίας Αθήνας αναφέρονται με τα σημερινά, “εκβαρβαρισμένα”, ονόματά τους· οι αρχαίοι ιερείς έχουν γίνει ελληνορθόδοξοι παπάδες και ο Περικλής μένει στο Κολωνάκι· επιπλέον, η αττική αβρότητα της γλώσσας του Πλάτωνα έχει δώσει τη θέση της στη χυμώδη, λαϊκή τραχύτητα της γλώσσας του «ανατροπέα» του3 .
Στη συνέχεια ο Σωκράτης περνάει στην επίθεση κατά των δικαστών του και αποκαλύπτει το φαρισαϊσμό τους και, στα πρόσωπά τους, τη “δικαιοσύνη” της πατρίδας του: Ο Πανάρετος από την Πλάκα, πρόεδρος του “Συλλόγου για την προστασία της Ηθικής”, που παραδίνει κρυφά τη γυναίκα του στους αγαπητικούς του· ο Χοιρέας από τη Λεψίνα, «που ξηγάει τα μυστήρια της Θεάς, μα δεν ξηγάει και το πώς γενήκανε φαμελικά του τα χωράφια και τα λιοστάσια της»· οι Σαρανταδάχτυλοι, «σταρέμποροι και καραβοκυρέοι του Περαία, που γίνονται κάθε χρόνο “σιτοφύλακες”, για να κανονίζουν αυτοί την τιμή των γεννημάτων»· ο Ξηνταβελόνης, τοκογλύφος από την Κηφισιά, «που ρήμαξε τη φτωχολογιά, μα χτίζει βωμούς στον Έλεο»· ο Παρθενίας από τον Κολωνό, αγοραστής κάθε χρόνο του πορνικού φόρου, «που του τόνε πλερώνουνε κι ο αδελφός του κι η τσατσά του»4 .
Η σάτιρα του Βάρναλη αντιστρέφει τα γεγονότα και το κατηγορητήριο με μαεστρία θαυμαστή, δείχνοντας το βάθος της αρχαιογνωσίας του.  Στο τέλος της “Απολογίας” του ο βαρναλικός Σωκράτης λέει:
«Γι’ αυτά που δίδαξα θα έπρεπε να με κάνετε χρυσόνε και να με προσκυνήσετε. Γι’ αυτά που θα ’κανα αν εζούσα θα έπρεπε, με το δίκιο σας, όχι να με σκοτώσετε μονάχα, μα να με κοπανίσετε ζωντανό μέσα στο γουδί… Θα ’πρεπε να μου κόψετε τη γλώσσα… Και να ρίχνατε το κουφάρι μου μακριά στον Κορινθιακό ή σε κανένα φαράγγι του Κιθαιρώνα… Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία και προδοσία από το να λες την αλήθεια…».
Αυτά που θα ’κανε βέβαια ήταν ο ξεσηκωμός δούλων κι ελεύθερων για την ανατροπή της δουλοκτητικής δημοκρατίας:
«Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας στα βρωμοχώρια της Αττικής από τις Κάβο Κολόνες ίσαμε τα Κούντουρα κι από την Κούλουρη ίσαμε το Καπαντρίτι. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και
χτίκιασμα, θα μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γιομάτα λέρα και βόχα. Και θα λεγα: Λέφτεροι πολίτες: Αφτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκόταν στη Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο γήλιος ανάμεσ’ από μάβρα σύνεφα και πάνου σ’ άλιωτα χιόνια, πάλι θα τανε ο καλύτερος απ’ όλους, γιατί το θέλ’ η καρδιά σας. Είναι η πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ’ αφτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, Θεοί κι εξουσία, σκέψη και θέληση – όλα ξένα! Λιγοστοί σας έχετε τόσο μέρος, όσο να τρυπώνετε ζωντανοί και να θάβεστε πεθαμένοι και τόση λεφτεριά, όσο να κάνετε τη φυσική σας ανάγκη στη ρεματιά, όταν δε σας βλέπει χωροφύλακας… Κι όταν βυθίζεται το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, όπου πάνε κι έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ’ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι απ’ τις Ηράκλειες στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανέβεστε, πως είναι δικά σας, γιατί ναι “εθνικά”! Και κανένας δε συλλογάται, πως όλα τ’ αγαθά μαζέβονται σε λίγα χέρια. Ατζέμηδες, Μοραΐτες, Θηβαίοι και Κορθιώτες σας σκοτώνουνε μια φορά μα τα χέρια τ’ αδερφικά σας σφίγγουνε το καρύδι του λαρυγγιού σ’ όλη σας τη ζωή και σας δολοφονούνε κάθε μέρα. Οχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαφτός σας κι η ψυχή σας είναι δικά τους».
«Υστερα θα πήγαινα στα νταμάρια της Πεντέλης, στις μίνες του Δασκαλειού και του Λάβριου, στους ταρσανάδες του Περαία, στις φάμπρικες, που φκιάνουνε σκουτάρια και λουρίκια του πολέμου -στους δούλους! Θα κατέβαινα στ’ αμπάρια των καραβιών, όπου χιλιάδες σκεβρωμένοι κουπηλάτες (άσπρα μαλλιά, μέτωπα καμένα με το πυρωμένο σίδερο) βροντάνε ρυθμικά τους χαλκάδες τους και ξεφωνίζουν από τα χτυπήματα του βούρδουλα, σαν τύχει και λιγοθυμίσουν από την κούραση, θα πήγαινα στα μεγάλα τσιφλίκια, σαν του Αλκιβιάδη στον Κουβαρά, όπου ζεμένοι με τα καματερά οργώνουνε τα κατσάβραχα και τα πουρνάρια, θα πήγαινα στην Ακρόπολη, στη Ραμνούντα, στα Κούντουρα, στις Κάβο Κολόνες, όπου σηκώνουνε με τα χέρια τους στον αψηλό ουρανό τους μαρμαρένιους κολοσσούς του πνέματός σας, τους Παρθενώνες. Και θαν τους έλεγα:
«Θρακιώτες, Ασιάτες, Αφρικανοί και Σκύθες και Ρωμιοί! Οικέτες, θεράποντες, επιστάτες, παιδαγωγοί, τσογλάνια.
Μαντινούτες του γυναικωνίτη κι άγιες πόρνες των θεών και των ανθρώπων. Σκλάβοι δημόσιοι και σκλάβ’ ιδιωτικοί. Η ξετσίπωτη φιλοσοφία δασκαλέβει, πως είσαστε γεννημένο σκλάβοι. Μα μήτε οι θεοί μήτε κ’ η φύση διατάξανε το σπέρμα του πατέρα σας να σας γεννήσει τέτιους. Η τύχη σάς έκανε κι η συνήθεια σάς αποτέλειωσε. Είσαστε σκλάβοι εσείς, για να μαστ’ εμείς οι λέφτεροι. Σηκώστε το κεφάλι και κοιτάχτε τον ανοιξιάτικο ουρανό. Εχετε ξεχάσει το βάθος και το χρώμα του. Στην πατρίδα σας όμοια γελάνε τ’ ακρογιάλια κι αστροβολάνε κάμποι και γήλιος. Κάποτες είσαστε και σεις λέφτεροι κι άδικοι, για να γίνετ’ εδώ σκλάβοι κι αδικημένοι -σεις, οι προγονοί σας, αδιάφορο! Είσαστε το μεγάλο ψυχομέτρι. Νιώστε τη δύναμη σας κ’ ενωθείτε με τους αδικημένους λέφτερους. Να σηκώσετε μοναχά τα σφυριά, τα δρεπάνια, τα πελέκια, τα κρικέλια σας και θα γίνει κουρνιαχτός ολάκερ’ η δημοκρατία των “αρίστων”. Να τους πάρετε τ’ αγαθά και να τους βάνετε να δουλέβουνε, για να τρώνε» 5.
Το θαυμάσιο αυτό κομμάτι της απολογίας του βαρναλικού Σωκράτη εκδόθηκε σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια, όπως λέει κι ο ίδιος, «στην τοτεσινή δημοκρατία του ιδιώνυμου, του Καλπακίου και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων».
Κατ’ επιθυμίαν του “Δάσκαλου” η έκδοση του 1974 εικονογραφήθηκε από τον Γιάννη Ρίτσο, αν και ο μεγάλος μας ποιητής θεωρούσε ότι σε αυτό το «αριστούργημα της νεοελληνικής πεζογραφίας, όπου αίσθημα, στόχαση, λόγος, δένονται σε μια μοναδική αδιάσπαστη ενότητα», «η γλώσσα είναι τόσο νευρώδης, ακριβόλογη, καίρια, παραστατική που δεν έχει ανάγκη από καμμιάν εικαστική επικουρία, από καμμιάν άλλη παράσταση».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Κ. Βάρναλη: “Πεζός λόγος”, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 13.
2. Γιώργος Βελουδής, Ο “Σωκράτης του Βάρναλη”, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 08/07/2001.
3. Γιώργος Βελουδής, Ο “Σωκράτης του Βάρναλη”, ο.π.
4. Γιώργος Βελουδής, Ο “Σωκράτης του Βάρναλη”, ο.π., 08/07/2001.
5. Κώστας Βάρναλης, “Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη”, 4η Έκδοση, Κέδρος, Αθήνα, 1974, σελ. 95-99.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα