Μουσείο Τυπογραφείας

Βυρσοδεψία – Μία ξεχασμένη τέχνη

Λέγεται η τέχνη της κατεργασίας των δερμάτων (βύρση). Λέγεται και ταμπάκικο. Τα Ταμπακαριά, που ακούμε και σήμερα, που λειτουργούσαν επί πολλά χρόνια στη Χαλέπα Χανίων, ήταν μια σπουδαία βιοτεχνία, έδινε πολλά κέρδη στον Χανιώτη και όχι μόνο.
Η βυρσοδεψία κατεργάζεται τα ακατέργαστα δέρματα της κατσίκας, προβάτου, βοδιού, αλόγου κ.λπ. και τα μεταβάλλει σε τέλεια δέρματα (κατεργασμένα), τα οποία αγόραζαν οι υποδηματοποιοί και άλλοι τεχνίτες που ασχολούντο με την κατασκευή δερμάτινων ειδών. Τα κατεργασμένα δέρματα δεν τα προσβάλλουν η υγρασία και οι διάφοροι μικροοργανισμοί. Με την κατεργασία γίνονται αδιάβροχα και ελαστικά. Η βυρσοδεψία ήταν γνωστή στην Κίνα και στους ερυθρόδερμους ιθαγενείς της Αφρικής. Ηταν επίσης γνωστή και στην Αίγυπτο, όπως δείχνουν τα δέρματα που βρέθηκαν σε ανασκαφές.
Στην αρχή η βυρσοδεψία γινόταν με πρωτόγονο τρόπο. Αργότερα τελειοποιήθηκε με επιστημονικά μέσα. Μέσα σε δεξαμενές γεμάτες νερό, στις οποίες υπάρχουν ξύλινες ανέμες, ρίχνουν τα δέρματα και τ’ αφήνουν 3 – 4 μέρες. Στο διάστημα αυτό γίνεται συχνή αλλαγή του νερού. Με τον τρόπο αυτό το δέρμα μαλακώνει και εξογκώνεται, όπως ήταν κατά τη στιγμή της εκδοράς (γδάρσιμο). Με ειδικά μαχαίρια που λέγονται ξύστρες ή με ειδικά μηχανήματα ξύνουν εσωτερικά το δέρμα για να φύγουν τυχόν κομμάτια κρέατος που έμειναν κατά το γδάρσιμο καθώς και ο υποδόριος ιστός. Ακολουθεί το ασβέστωμα, διευκολύνει το εξωτερικό ξύσιμο και την εξόγκωση του δέρματος. Τα δέρματα τοποθετούνται σε δεξαμενές που περιέχουν πυκνό διάλυμα θειούχου νατρίου για λίγες ώρες και μετά σε άλλες δεξαμενές με πυκνό διάλυμα ασβέστου με θειούχο νάτριο ή αρσενικό. Τέλος γίνεται η αφαίρεση του εξωτερικού τοιχώματος. Οταν τελειώσει η εργασία αυτή, ακολουθεί η φυτική κατεργασία του δέρματος ή η καταργασία αυτού με ανόργανες ενώσεις.
Φυτική κατεργασία: Αυτή γίνεται με τις φυτικές, δεψικές ύλες, που βρίσκονται στα φύλλα, τη φλούδα, τους καρπούς, τα ξύλα και τις ρίζες των δέντρων. Φυτική κατεργασία γίνεται για τα σολοδέρματα και γενικά τα χονδρά δέρματα. Η κατεργασία αυτή διαρκεί 6 – 8 μήνες. Στην αρχή τοποθετούν τα δέρματα σε αραιότερα διαλύματα και σιγά – σιγά σε πυκνότερα. Ετσι κατορθώνεται η διαπότιση των δερμάτων με τις δεψικές ύλες. Στις δεξαμενές που περιέχουν στρώμα από σκόνη φλούδας πεύκου, σχίνου και βαλανιδιού τοποθετούν τα δέρματα και ανάμεσα από κάθε δέρμα τοποθετείται από το ίδιο μίγμα για να ολοκληρωθεί η απορρόφηση των δεψικών υλών. Μετά από δύο εβδομάδες τοποθετούνται σε άλλες δεξαμενές, που περιέχουν πυκνότερο εκχύλισμα δεψικών υλών και μετά 2 – 3 εβδομάδες σε άλλο πιο πυκνό διάλυμα. Αφού μείνουν έτσι επί 25 μέρες είναι έτοιμα τα δέρματα.
Πριν δοθούν στο εμπόριο τα πιο χονδρά δέρματα τα χτυπούν για να γίνουν πυκνότερα, τα δε λεπτά (βακέτες και βιδέλα), αφού αποκόψουν τις ανωμαλίες και τα λειάνουν, τα λυπαίνουν με ιχθυέλαιο ή με ειδικό λάδι που παράγεται από το πετρέλαιο και γίνονται έτσι αδιάβροχα, ευλύγιστα και ελαστικά.
Κατεργασία με άλλες ενώσεις: Η κατεργασία γίνεται άλλες φορές με άλατα χρωμίου και αργιλίου και ακολουθεί βάψιμο.
Η βυρσοδεψία στην Ελλάδα: Το πρώτο εργαστήριο κατεργασίας δερμάτων ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1830 και το 1870 έγιναν εργοστάσια στην Αθήνα, Σύρο και Χίο. Αργότερα στην Αθήνα, Πειραιά, Σάμο, Χίο Μυτιλήνη με παραγωγή 6.000 τόνων σολοδερμάτων και 3.000 τόνων λεπτών δερμάτων τον χρόνο. Η βυρσοδεψία ήταν δύσκολη, επίπονη δουλειά και ο βυρσοδέψης εκτός την αγωνία του δούλευε σ’ έναν χώρο με αποπνικτική βαριά ατμόσφαιρα (δυσοσμία). Οι τεχνίτες που ήξεραν και αγόραζαν καλά δέρματα κατασκεύαζαν δερμάτινα είδη που μιλούσαν για την τέχνη τους. Οπως τα παπούτσια του Πετρίδη και του Καράκη στα Χανιά, παπούτσια αντοχής και καλής εφαρμογής σαν γάντι.
Τα δε αντρικά υποδήματα, ιδιαίτερα τα στιβάνια, ήταν μαλακά και ωραία και έστεκαν στα πόδια σαν γλυπτά. Κατασκευάζονταν από καλούς τεχνίτες (Κουρκούτης Ξενοφών κ.ά.) στα στιβανάδικα. Θυμάμαι είχαν αξία τα δέρματα τότε και τα δερμάτινα είδη πάντοτε έχουν μεγαλύτερη αξία και είναι μια επιλογή ιδιαίτερη για κομψό ντύσιμο. Η βυρσοδεψία ξεσήκωνε πολλούς σε εμπόριο την εποχή εκείνη. Από τον κτηνοτρόφο, τον χασάπη και οι προβιδέμποροι γύριζαν στα χωριά και μάζευαν νωπές και ξηρές προβιές και έφευγαν από το λιμάνι γεμάτα τα φορτηγά για άλλους προορισμούς στην Ελλάδα. Οι κορδελιάστρες σχεδίαζαν, έκοβαν και γάζωναν τα δέρματα και τα παρέδιδαν στους υποδηματοποιούς και όλοι δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ και οι λούστροι είχαν δουλειά. Οπως έχω ακούσει, το βελανίδι στον Νομό Ρεθύμνης ήταν ένα εισόδημα μεγάλης αξίας. Τεράστιες βελανιδιές τις ράβδιζαν σαν τις ελιές και ο καρπός τους μεγάλος σαν κάστανα, τον μάζευαν με τα χέρια, τον άπλωναν σαν τη σταφίδα, τον πουλούσαν σε οκάδες και κέρδιζαν περισσότερα από το λάδι.
Οι γνώσεις για την τέχνη της βυρσοδεψίας, είναι από παλιά εγκυκλοπαίδεια, μπορούμε όμως να μάθουμε και περισσότερα από Χανιώτες που οι γονείς ή συγγενείς τους εργάστηκαν στα Ταμπακαριά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.