Μουσείο Τυπογραφείας

Το γάλα στην οικολογική φυτοπαθολογία

» Ο νεοφανής ιός της καστανής ρυτίδωσης των καρπών τομάτας και το γάλα ως οικολογικό φυτοπροστατευτικό μέσο


Α’ ΜΕΡΟΣ

Δυο λόγια για το νεοφανή ιό
Πρόσφατα  είδε το φως της δημοσιότητας  ένα φυλλάδιο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για τον ιό της Καστανής Ρυτίδωσης των Καρπών Τομάτας (Tomato Brown Rugose Fruit Virus, ToBRFV), μιας νέας ασθένειας που εμφανίστηκε στην Κρήτη και απειλεί τις καλλιέργειες τομάτας και πιπεριάς. Ο ιός αυτός που ανήκει στο βασίλειο των Ιών και ιοειδών  (Viruses and viroids- 1VIRUK ), στην κατηγορία Riboviria ( 1RIBVD ),στην οικογένεια Virgaviridae ( 1VIRGF ) και στο γένος Tobamovirus (1TOBAG) προσβάλλει τη τομάτα και την πιπεριά. Η μελιτζάνα και η πατάτα  θεωρούνται απρόσβλητες. Σε πειράματα  τεχνητής μόλυνσης στα φυτά Chenopodium bengalense, Chenopodium quinoa, Nicotiana benthamiana, Nicotiana clevelandii Nicotiana  glutinosa, Nicotiana sylvestris  και Nicotiana tabacum (καπνός) διαπιστώθηκε η εμφάνιση συμπτωμάτων. Η Petunia x hybrida (πετούνια)   και τα αγριόχορτα Chenopodiastrum murale και Solanum nigrum (στίφνος) είναι ασυμπτωματικοί ξενιστές του παθογόνου. Στις καλλιέργειες πιπεριάς που αναπτύχθηκαν  σε μολυσμένο από φυτά τομάτας με τον ιό  χώμα σε θερμοκρασίες πάνω από   30 ° C, η υπερευαισθησία προκάλεσε νεκρωτικές αλλοιώσεις στις ρίζες και στους μίσχους με αποτέλεσμα την αναστολή της ανάπτυξης και μερικές φορές την κατάρρευση των φυτών.
Το φυλλάδιο αυτό επιμελήθηκαν η Δ/νση Προστασίας Φυτικής Παραγωγής του παραπάνω Υπουργείου και το  Εργαστήριο Ιολογίας του  Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου. Πρόκειται για ένα αρκετά  περιεκτικό και κατατοπιστικό έντυπο που  αξίζει τα συγχαρητήρια.
Η σοβαρότητα της ασθένειας επιβάλλει τη λήψη  προληπτικών από τις χώρες που δεν διαπιστώθηκε ακόμα ο ιός  και εκριζωτικών θεραπευτικών μέτρων για την εξάλειψη της ασθένειας από τις χώρες,  στις οποίες αναφέρεται η παρουσία του. Για την ολοκληρωμένη προστασία από την ασθένεια αυτή θα πρέπει επιπλέον  οι παραγωγοί να ενημερωθούν διεξοδικά για την εξάπλωση του παθογόνου  ανά τον κόσμο και για τη συμπτωματολογική εικόνα  που παρουσιάζουν οι προσβεβλημένες καλλιέργειες.  Η ενημέρωση  αυτή θα βοηθήσει και στην ταυτοποίηση του παθογόνου από τα υπεύθυνα εργαστήρια.
Μέχρι τώρα και σύμφωνα με τα στοιχεία του  Ευρωπαϊκού και Μεσογειακού Οργανισμού Προστασίας Φυτών (European and Mediterranean Plant Protection Organization ,EPPO ή OEPP) το παθογόνο αναφέρεται στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Μεξικό με λίγα περιστατικά, όπου τελεί σε καθεστώς εξάλειψης και στις ΗΠΑ  όπου έχει εκριζωθεί. Στην Ασία  δηλώθηκε η παρουσία του στην Κίνα, στο Ισραήλ, στην Ιορδανία και στην  Τουρκία. Στην Ευρώπη στο Βέλγιο ακυρώθηκε  η εγγραφή, στη Γερμανία όπου εκριζώθηκε, στην Ιταλία, στην Ολλανδία όπου η εγγραφή θεωρήθηκε αναξιόπιστη και στην Αγγλία όπου διατελεί  σε καθεστώς εξάλειψη. Για την Ελλάδα δεν έχει γίνει ακόμα η καταχώρηση του παθογόνου στη βάση δεδομένων του EPPO. Η εμφάνιση του παθογόνου  σε θερμοκηπιακή καλλιέργεια τομάτας στην Κρήτη καθιστά απαραίτητη την παράθεση μερικών αντιπροσωπευτικών  εικόνων με χαρακτηριστικά συμπτώματα , πράγμα που θα βοηθήσει στην προσπάθεια  των αρμόδιων για την ταυτοποίηση της ασθένειας.

Το γάλα στην οικολογική αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών
Η έκπληξη στο συγκεκριμένο φυλλάδιο βρίσκεται στην αναφορά της χρήσης του γάλακτος στα μέτρα υγιεινής για την πρόληψη της εν λόγω ασθένειας. Κι αποτελεί έκπληξη γιατί  παρόλο που υπάρχουν πολλά ερευνητικά αποτελέσματα ορισμένοι « συμβατικοί» επιστήμονες δεν θέλουν με κανένα τρόπο να παραδεχτούν πως το γάλα και τα προϊόντα ζύμωσής του μπορεί να συμπεριληφθούν στα προγράμματα της οικολογικής φυτοπαθολογίας. Μερικοί μάλιστα « επιστημονικοί πατέρες» ονομάτιζαν κάθε παρόμοια αναφορά ως πρωτόγονη και επιστημονικά αδόκιμη και η χρήση του γάλακτος  χαρακτηρίζονταν μέχρι τώρα αποφευκτέο «μαντζούνι». Απορρίπτονταν ή αγνοούνταν  η επιστημονική τεκμηρίωση από τον γράφοντα  στο βιβλίο του «Η αλληλοπάθεια στην οικολογική φυτοπαθολογία» (2008) της  μυκητοξικής, βακτηριοτοξικής και ιοτοξικής δράσης του γάλακτος.  Θεωρούσαν ως τυχαία την επίμονη και πολυετή προσπάθεια του συναδέλφου Γιάννη Πάτσιου από την Κοζάνη να καταδείξει  σε πρακτικό και πειραματικό επίπεδο  την αποτελεσματικότητα του γάλακτος ως φυτοπροστατευτικού προϊόντος για την αντιμετώπιση της ίωσης του μωσαϊκού του καπνού  (TMV) στον καπνό.
Αξίζει να αναφερθούν μερικές αλήθειες για τη χρήση του γάλακτος ως οικολογικού φυτοπροστατευτικού μέσου. Είναι γνωστό πως η οικολογική φυτοπαθολογία  στηρίζεται κατά κανόνα στην ολιστική μελέτη όλων των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που εμπλέκονται σε ένα  παθοοικοσύστημα. Με άλλα λόγια θεωρεί την ασθένεια  ως το αποτέλεσμα συνεπίδρασης  όλων αυτών  των παραγόντων , πράγμα που βοηθάει σημαντικά στην αναζήτηση μεθόδων, τεχνικών , πρακτικών και μέσων για την προληπτική κατά κανόνα και θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών, καθώς και στην αποκατάσταση των οικολογικών ρηγμάτων που έχουν προκληθεί από τη συμβατική φυτοπαθολογία στο αγροοικοσύστημα. Ο κλάδος αυτός της φυτοπαθολογίας  έχει κατά συνέπεια την ευχέρεια να χρησιμοποιεί πάντοτε, σύμφωνα με τους κανόνες που τη διέπουν φυσικές, ήπιες χημικές και βιοτεχνολογικές, καλλιεργητικές και βιολογικές μεθόδους, καθώς και προϊόντα που σέβονται το περιβάλλον και την υγεία των οικοκαλλιεργητών και καταναλωτών. Η προσπάθεια αυτή είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα αν φανταστεί κανείς, πως υπάρχουν περί τις 1000 ασθένειες των καλλιεργούμενων φυτών, που αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να μειώσουν την ποσότητα και ποιότητα της παραγωγής σε μεγάλο βαθμό.

1.Μια καλύτερη γνωριμία με το γάλα  
Κατά την ινδική μυθολογία, τη δημώδη ιατρική και τις εναλλακτικές μορφές της ιατρικής Ayurveda και Siddha το αγελαδινό γάλα θεωρούνταν βασικό στοιχείο προστασίας και αναζωογόνησης της υγείας του ανθρώπου. Αξίζει να αναλυθούν τα βασικότερα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του  γιατί έτσι μόνο θα εξηγηθεί και  η συμπεριφορά του ως φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Το γάλα λοιπόν είναι υγρό λευκού-ματ χρωματισμού που ανάλογα με την περιεκτικότητα των λιπαρών ουσιών σε β-καροτένια μπορεί να γίνει κιτρινωπό. Έχει pH που κυμαίνεται από 6.5-6.7 και οξύτητα εκφραζόμενη σε βαθμούς  Domic 15-17.Η πυκνότητά του στους 20ο C είναι 1,028—1,036 και η θερμοκρασία πήξης -0,51 μέχρι – 0,55ο C. Περιέχει 902 g νερό και 49 g   γλυκίδια με κυριότερους αντιπροσώπους την γαλακτόζη που διασπάται με τη βοήθεια των βακτηρίων Lactobacillus spp και Streptococcus spp. σε γαλακτικό οξύ. Από τα 49 g των λιπαρών ουσιών το 99,5% είναι λιπιδικές και το 0,5% λιποδιαλυτές ενώσεις. Οι λιπιδικές ενώσεις περιέχουν απλά λιπίδια όπως γλυκερίδια (μονο, δι και τριγλυκερίδια ) και χολιστερίδια και σύνθετα λιπίδια. Στις λιποδιαλυτές ενώσεις εμπεριέχονται η χολιστερόλη και οι βιταμίνες A,D,E και  σε ίχνη η Κ. Το γάλα περιέχει τα ακόλουθα λιπαρά οξέα: βουτυρικό, καπροϊκό, καπρυλικό, καπρικό, λαουρικό, μυριστικό, πενταδεκανοϊκό, παλμιτικό, παλμιτολεϊκό, στεαρικό, ολεϊκό, λινολεϊκό, λινολενικό και άλλα. Από τις αζωτούχες ενώσεις στο γάλα βρίσκονται οι πρωτεϊνες α,β,γ και  κ καζεΐνες, η λακταλβουμίνη, η λακτογλοβουλίνη και η ιμμουνογλουβουλίνη. Τέλος το γάλα εμπεριέχει διάφορα άλατα όπως  Μαγνησίου, Νατρίου, Ασβεστίου, Καλίου, Θείου, Φωσφόρου ,Χλωρίου και κιτρικού οξέος Το γάλα αυτό καθ’ εαυτό δεν περιέχει μικροοργανισμούς. Η μικροχλωρίδα του οφείλεται στη διαδικασία του αρμέγματος. Ως πρώτη πηγή μόλυνσης θεωρείται η θηλή του μαστού. Μερικοί μη αβλαβείς για τον άνθρωπο μικροοργανισμοί παραμένουν ανέπαφοι και μετά την παστερίωση. Αναφέρονται μερικά είδη των γενών Micrococcus, Lactococcus, Staphylococcus,Streptococcus, Bacillus και άλλα .

2.Παραδοσιακά και  ερευνητικά δεδομένα για το γάλα ως φυτοπροστατευτικό προϊόν.
Στην προσπάθεια αναζήτησης οικολογικών φυτοπροστατευτικών  προϊόντων δεν ήταν  δυνατόν να αγνοηθεί και το γάλα το πολυτιμότατο και κοινότατο αυτό διατροφικό αγαθό για μία οικοαγροτική οικογένεια. Μάλιστα δε την περίοδο που η βιοχημική μελέτη της διέγερσης του αμυντικού συστήματος των φυτών βρισκόταν στο ζενίθ ,το γάλα αποτελούσε πόλο έλξης πολλών ερευνητών.
Είναι σήμερα γνωστό πως τα φυτά εκτίθενται συνεχώς σε ένα μεγάλο αριθμό παθογόνων. Σε αντίθεση με τα θηλαστικά δεν διαθέτουν κινούμενα αμυντικά κύτταρα. Για να αποφύγουν την προσβολή βασίζονται στο μηχανισμό άμυνας κάθε κυττάρου, καθώς και στην παραγωγή διασυστηματικών  σημάτων προερχόμενων από το σημείο προσβολής. Πρόκειται   για τον  εγγενή ή ενεργητικό μηχανισμό άμυνας (innate Immune system). Ο μηχανισμός αυτός διακρίνεται βιοχημικά στο βασικό ανοσοποιητικό σύστημα (basal Innate Immune ) που ενεργοποιείται  μέσα σε 10-30 λεπτά από την επαφή με το παθογόνο, στο ανοσοποιητικό σύστημα των γονιδίων ή γόνων ανθεκτικότητας ( Resistance-gene mediaded ,mediaded innate immune system) που ενεργοποιείται σε 2-3 ώρες μετά την επαφή  και την ελευθέρωση διεγερτών από το παθογόνο στο φυτικό κύτταρο και στην επίκτητη ή επαγόμενη διασυστηματική αντοχή (Systemic acquired resistance,induced systemic resistance ) στη βιοχημική η χημική δηλαδή διέγερση λανθανόντων μηχανισμών αντοχής των φυτών ενάντια σε παθογόνα στα οποία εμφάνιζαν ευαισθησία  πριν από τη δράση  των παραγόντων διέγερσης. Καθοριστική για την επαγωγή οποιουδήποτε αμυντικού μηχανισμού είναι η αναγνώριση του παθογόνου. Τα φυτά έχουν αποκτήσει την ικανότητα να αναγνωρίζουν μόρια που παράγονται από τα παθογόνα όπως τους διεγέρτες (elicitors) και να τα χρησιμοποιούν για την επαγωγή αντοχής.  Οι διεγέρτες μπορεί να είναι εξωγενείς  προερχόμενοι από το παθογόνο  ή  ενδογενείς όταν σχηματίζονται το φυτό.
Η τεχνογνωσία αυτή ήταν αδύνατο να μη συμπεριλάβει και το γάλα στην παραπέρα έρευνα  της επίκτητης διασυστηματικής αντοχής των φυτών ενάντια στα παθογόνα. Ήταν πραγματική πρόκληση αφού το γάλα είχε μπει στην πράξη σε πολλές χώρες στα οικολογικά προγράμματα της φυτοπαθολογίας. Κατά καιρούς διατυπώθηκαν  πολλές υποθέσεις   σχετικά με τον τρόπο δράσης του γάλακτος στη μείωση της προσβολής από τα διάφορα φυτοπαθογόνα και ιδιαίτερα από τους ιούς. Στη δεκαετία του 1930, αναφέρεται πως  το γάλα περιορίζει  την προσβολή των φυτών από τους ιούς μειώνοντας την ευαισθησία τους  σε αυτά τα παθογόνα. Άλλες έρευνες της δεκαετίας του 1940 έδειξαν ότι το γάλα καταστούσε  τον ιό “ανενεργό” σχηματίζοντας έναν ευέλικτο “μοριακό δεσμό”, που μόλις σπάσει, τον επανενεργοποιούσε  . Κατά συνέπεια η ανασταλτική επίδραση του γάλακτος θα ήταν αναστρέψιμη και θα αφορούσε στον ιό και όχι στο φυτό. Τη δεκαετία του 1950 ένας Αυστραλός επιστήμονας επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι το γάλα περιέχει μια ουσία που αναστέλλει τις μολύνσεις από τους ιούς  διεγείροντας το αμυντικό σύστημα του φυτού. Διαπιστώθηκε επίσης πως το γάλα είχε ανασταλτική δράση μόνο στα μέρη του φυτού με τα οποία είχε έρθει σε επαφή. Αποδείχτηκε επίσης  πως η ουσία-διεγέρτης  ήταν πρωτεΐνη  του γάλακτος. Το συμπέρασμα ότι η πρωτεΐνη ή το σύμπλεγμα πρωτεϊνών  του γάλακτος ήταν το ενεργό συστατικό επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από την έρευνα του Υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA). Τελευταία διαπιστώθηκε πως η ενδογενής προλίνη του γάλακτος «ενθαρρύνει» την κυτοκινίνη και τις αυξίνες να προκαλούν  επίκτητη διασυστηματική αντοχή στα φυτά ενάντια στα διάφορα παθογόνα. Τα αμινοξέα του γάλακτος βρέθηκε επίσης πως βοηθούν στη διέγερση του αμυντικού συστήματος των φυτών . Το γάλα θεωρείται σήμερα  ως φυσικός αναστολέας για τη διαχείριση  των διαφόρων φυτοπαθογόνων  και αναγνωρίζεται η ανωτερότητα της προσκόλλησης και της διασποράς κατά την εφαρμογή των ψεκασμών. Μάλιστα το γάλα αγελάδας και της κατσίκας  έχει αμινοξέα που περιέχουν φωσφορικό κάλιο, το οποίο ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα των φυτών μέσω της  επαγόμενης διασυστηματικής αντοχής. Οι ερευνητές Arun-Kumar και Mali  διερεύνησαν το  2007 τα βιοχημικά συστατικά των φυτών με προσβολή  από την  ίωση   καρούλιασμα των φύλλων (Chilli Leaf Curl Virus  -ChiLCuV) της  φαρμακευτικής  καυτερής πιπεριάς Chilli (Capsicum annuum) και του περονόσπορου  Sclerospora graminicola του κεχριού  (Pennisetum glaucum) ,που δέχτηκαν τους χειρισμούς από  νωπό αγελαδινό γάλα και τον ανταγωνιστή μύκητα  Gliogladium  virens για να αποδείξουν το ρόλο της επαγόμενης διασυστηματικής αντοχής. Η αντοχή αυτή αποδόθηκε στην αυξημένη  δραστικότητα των ενζύμων υπεροξειδάση, πολυφαινολική οξειδάση και καταλάση, που σχετίζονται με το μηχανισμό  άμυνας των φυτών.
Στο Ινδικό βιβλίο Βαραχαμίτρα  (Varahamitra) του 505 μ.Χ., το οποίο  είναι ένα από τα τρία (Varahamitra, Chavudaraya 1025 μ.Χ., Sarangadhara 1363 μ.Χ) βασικότερα  βιβλία που πραγματεύονται την υγεία των φυτών της παραδοσιακής γεωργίας αναφέρεται  το μούσκεμα για 10 μέρες  των σπόρων του σησαμιού με γάλα αγελάδας. Οι σπόροι που θα σπαρθούν θα πρέπει να  είναι μουσκεμένοι  με νερό και γάλα αγελάδας για την προστασία τους από τις διάφορες ασθένειες. Τα έλκη των φυτών πέραν των άλλων αλείφονταν με αραιωμένο σε νερό γάλα αγελάδας.  Στο ίδιο βιβλίο και στο κεφάλαιο  “Textes de Vrikshaywveda”   αναφέρεται  η παρασκευή πάστας από φλούδα από τα φυτά Setaria italica και Temindelia arjuna  έβραζε στο γάλα για αντιμετώπιση της εξίδρωσης των φυτών.
Το γάλα και ιδιαίτερα εκείνο της αγελάδας και τα διάφορα προϊόντα της ζύμωσής του  εδώ και 80  περίπου χρόνια  θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στην αντιμετώπιση  ορισμένων μυκητολογικών, βακτηριακών και ιολογικών ασθενειών στα καλλιεργούμενα φυτά. Εξάλλου πρόκειται για ένα φυσικό προϊόν χωρίς καμία δευτερογενή επίπτωση στο περιβάλλον, που μπορεί ανεπιφύλακτα  να χρησιμοποιηθεί στην οικολογική γεωργία. Παρόλο που υπάρχουν πολλά και αξιόπιστα ερευνητικά αποτελέσματα ορισμένοι « συμβατικοί» επιστήμονες δεν θέλουν με κανένα τρόπο να παραδεχτούν πως το γάλα και τα προϊόντα ζύμωσής του μπορεί να συμπεριληφθούν στα προγράμματα της οικολογικής φυτοπαθολογίας. Παλαιότερα όλες οι έρευνες αφορούσαν κυρίως στα  ανθρωποπαθογόνα  βακτήρια που εμπεριείχε το γάλα. Τελευταία οι έρευνες επεκτάθηκαν και στη μελέτη των ωφέλιμων μικροοργανισμών του γάλακτος και στη δυνατότητα αξιοποίησης τους τόσο στην αντιμετώπιση των ασθενειών όσο και στη βελτίωση της ανάπτυξης των φυτών και της γονιμότητας του εδάφους. Έτσι αποδείχθηκε πρόσφατα πως  το γάλα δρα κατά άμεσο και έμμεσο τρόπο στον έλεγχο ορισμένων φυτοπαθογόνων . Η άμεση επίδραση πρέπει να αποδοθεί στην μικροβιοκτόνο δράση των μικροοργανισμών που εμπεριέχει. Έμμεσα περιορίζονται τα παθογόνα με την παραγωγή από τους ωφέλιμους μικροοργανισμούς  αυξητικών για τα φυτά ορμονών και τη διευκόλυνση πρόσληψης των θρεπτικών συστατικών για παράδειγμα του  Φωσφόρου. Τα βακτήρια αυτά είναι γνωστά  με το διεθνές όνομα «Plant  Growth Microorganisms» (PGM)  και δεν περιορίζουν τη δράση των ωφέλιμων μικροοργανισμών Rhizobium, Pseudomonas, Azospirillum ,Bacillus και άλλα. Πρόσφατα τα βακτήρια αυτά χρησιμοποιούνται για την περιένδυση των σπόρων και την προστασία τους από διάφορα φυτοπαθογόνα. Παρασκευάστηκε ακόμα και ένα μίγμα από μικροοργανισμούς που περιέχονται στο γάλα, το οποίο πατενταρίστηκε  ως NF404/2001 για τη βιοαποικοδόμηση της λάσπης και των υγρών αποβλήτων της βιομηχανίας ζάχαρης από το  ζαχαροκάλαμο .Έχει βρεθεί ακόμα πως η χημική σύνθεση  προσδίδει επίσης στο γάλα και στα προϊόντα ζύμωσής του μικροβιοκτόνες ιδιότητες. Είναι γνωστή η χρήση του γαλακτικού οξέος ως αντιμικροβιακού στη μελισσοκομία. Τα άλατα του ασβεστίου που περιέχονται στο γάλα μπορούν να θεραπεύσουν τη μη παρασιτική ασθένεια της τομάτας σήψη κορυφής Τα ένζυμα και τα απλά ζάχαρα του γάλακτος βρέθηκε πως έχουν αντιμικροβιακή δράση.
Δεν είναι όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα εξίσου αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών.  Πολλοί αναφέρουν ότι το αποβουτυρωμένο γάλα και ο ορός γάλακτος είναι εξίσου αποτελεσματικά με το πλήρες γάλα. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι το συμπυκνωμένο  γάλα και το βουτυρόγαλα δεν είναι τόσο αποτελεσματικά όσο τα άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Παρατηρήθηκε επίσης ότι η παστερίωση, η αποστείρωση ή ο βρασμός δεν έχουν εξαλείψει πραγματικά τις ανασταλτικές ιδιότητες  των αποτελεσματικών γαλακτοκομικών προϊόντων. Τα σκευάσματα του αποβουτυρωμένου γάλακτος πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 3,5% πρωτεΐνες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε ως νωπά είτε αναμιγμένα  με νερό από αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη. Η μόνη αντένδειξη για την εφαρμογή του γάλακτος στα φυτά είναι ο κίνδυνος εμφάνισης μούχλας στο φύλλωμα που ψεκάστηκε. Το μη αποβουτυρωμένο γάλα μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα δυσοσμίας. Τα περισσότερα ερευνητικά αποτελέσματα δείχνουν πως το αγελαδινό και κατσικίσιο γάλα είναι τα περισσότερο χρησιμοποιούμενα. Τα μίγματα  του γάλακτος με νερό θα πρέπει να επιλέγονται σε συνεργασία με τον τεχνικό σύμβουλο.
Το γάλα παραμένει μια ενδιαφέρουσα και αξιόπιστη εναλλακτική λύση, ως απολυμαντικό των χεριών και των εργαλείων  και τον εμποτισμό των ταπέτων εισόδου στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες για τη μείωση ενδεχόμενων μολύνσεων από τα φυτοπαθογόνα και ιδιαίτερα  τους ιούς  γιατί είναι ένα φυσικό προϊόν χωρίς φυτοτοξικότητα και εύκολο στη χρήση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.