Μουσείο Τυπογραφείας

Τα Χριστούγεννα στη Νεοελληνική τέχνη (φωτ.)

■ Μια περιήγηση σε έργα Νεοελληνικής τέχνης που ιστορούν τη Γέννηση του Θεανθρώπου ή αναπαριστούν εικαστικά Χριστουγεννιάτικες σκηνές, έθιμα και παραδόσεις

Γιορτές, στη Γέννηση του Θεανθρώπου, ποιος μπορεί να μείνει αδιάφορος. Το πνεύμα των Χριστουγέννων επηρεάζει αναμφισβήτητα όλους μας, επηρεάζει και την τέχνη, εμπνέοντας στο πέρας των χρόνων Νεοέλληνες καλλιτέχνες, εικαστικούς, ποιητές και μουσικούς. Τα Χριστούγεννα στη Νεοελληνική τέχνη είναι ένα πρωτότυπο και επίκαιρο θέμα που θα μας επιτρέψει να επιχειρήσουμε ένα ενδιαφέρον εικαστικό ταξίδι, ξεκινώντας από τη σύσταση του Ελληνικού κράτους, διατρέχοντας τον 19ο αιώνα και φθάνοντας στην περίφημη καλλιτεχνική γενιά του 1930.
Σκοπός της εικαστικής περιήγησης είναι να παρουσιάσει τόσο τη θεματική των έργων όσο και την τεχνοτροπία των δημιουργών, να τα ερμηνεύσει ως προς τους συμβολισμούς που εμπεριέχουν και το πλαίσιο δημιουργίας τους και τέλος, να αναδείξει την εξέλιξη και ιδιαιτερότητα της Νεοελληνικής τέχνης. Πρόκειται σαφώς για μια πολύ ιδιαίτερη τέχνη που ισορροπεί μεταξύ των δυτικών επιδράσεων αλλά και της βυζαντινής και λαϊκής της παράδοσης. Η περιήγηση θα περάσει μέσα από διαφορετικές μορφές τέχνης, κυρίως τη ζωγραφική, την αγιογραφία, την ξυλογλυπτική και τη φωτογραφία εποχής. Σε αυτό το πλαίσιο, θα γίνουν τρεις βασικοί σταθμοί. Πρώτος σταθμός, οι Νεοέλληνες καλλιτέχνες που υιοθέτησαν τις αρχές της ακαδημαϊκής ζωγραφικής, δεύτερος σταθμός η αναβίωση της αγιογραφίας και τέλος, οι εικαστικοί της γενιάς του 1930 που συνδύασαν την ελληνικότητα και την παράδοση με τον μοντερνισμό και την ευρωπαϊκή καλλιτεχνική πρωτοπορία.

Τα Χριστούγεννα στην Νεοελληνική Ακαδημαϊκή Ζωγραφική
Θα ξεκινήσουμε με δύο κατεξοχήν Χριστουγεννιάτικα έργα που παρουσιάζουν έντονο ηθογραφικό ενδιαφέρον: τα “Κάλαντα” του Νικηφόρου Λύτρα και το “Χριστουγεννιάτικο Δέντρο” του Σπυρίδωνος Βικάτου. Ο Λύτρας και ο Βικάτος σπούδασαν στο Μόναχο. Θεωρούνται εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου στην Ελλάδα. Υιοθέτησαν τις αρχές του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, δηλαδή, η ζωγραφική τους αναπαριστούσε σκηνές, αληθινές ή φανταστικές, με μεγάλη ακρίβεια στο σχέδιο και αφηγηματική διάθεση. Και οι δύο ζωγράφοι υπήρξαν καθηγητές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Τα “Κάλαντα”, (λάδι σε μουσαμά), 1878, είναι ίσως το πιο γνωστό έργο του Νικηφόρου Λύτρα που θεωρείται ο Γενάρχης της Νεοελληνικής ζωγραφικής. Το έργο αποτελεί μια ρεαλιστική και συνάμα εξαιρετικά ευαίσθητη απεικόνιση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο.

Ο Λύτρας ήταν ο πρώτος που παρουσίασε έργα εμπνευσμένα από τα έθιμα του τόπου, με ειλικρίνεια και απλότητα. Όντως, η σύνθεση ακτινοβολεί τη θέρμη και τη αγάπη του καλλιτέχνη για την ελληνική ζωή και το αγνό ελληνικό σπίτι. Η ζωγραφική είναι γεμάτη ευφορία, ένας ύμνος στα νιάτα. Η εικόνα έχει ζωντάνια και φυσικότητα. Να τα πούμε; Η πιο όμορφη και χαρούμενη εποχή του χρόνου, συνοδεύεται από χαρούμενες μελωδίες.

Η ελληνική τέχνη μας ταξιδεύει στα χριστουγεννιάτικα έθιμα. Χρησιμοποιώντας λιτά μέσα, ο Λύτρας πλάθει µια ιδιαίτερα λυρική ατμόσφαιρα. Βραδιάζει και το φεγγάρι ανεβαίνει αργά σε ένα γκρίζο, αλλά φωτεινό ακόμα ουρανό. Μία ομάδα αγοριών, διαφόρων εθνικοτήτων, ψάλλουν τα κάλαντα, μέσα στην αυλή ενός αγροτικού σπιτιού. Η νοικοκυρά, με το μωρό στην αγκαλιά, παρακολουθεί τους καλαντιστές, ενώ κρατάει στα χέρια ρόδια για φιλοδώρημα. Τα παιδιά λένε, σαν σε χορωδία, τα κάλαντα, κρατώντας φλογέρα και τύμπανο. Ένας πιτσιρικάς κρατάει αναμμένο φανάρι, ενώ ένας άλλος βαστά ένα καλαθάκι για τα φιλέματα και τα κεράσματα. Ένα μικρό αγόρι, κοιτάζει με περιέργεια τη σκηνή, ξεπροβάλλοντας το κεφάλι του πάνω από το μαντρότοιχο. Ο καλλιτέχνης δεν περιγράφει απλώς μια σκηνή, καταφέρνει να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των μικρών τραγουδιστών, προσέχοντας την έκφραση τους, να αποδίδει στην εντέλεια τα συναισθήματα που βιώνουν. Σε σχέση με την τεχνοτροπία, είναι αξιοπρόσεκτη η σχεδιαστική ακρίβεια του Λύτρα που αποδίδει κάθε λεπτομέρεια του θέματος, τις μορφές, τα παραδοσιακά ενδύματα των παιδιών, αλλά και την αυλή του σπιτιού. Η πινελιά του καλλιτέχνη χτίζει με μαεστρία τη φόρμα και αποδίδει με καθαρό χρώμα, την ένταση του φωτός.

Ο Λύτρας “έχτιζε” με χρώμα και με φως, ακολουθώντας τα διδάγματα του Cézanne που τοποθετούσε τα χρώματά του με πινελιές, τη μία δίπλα στην άλλη, χωρίς να τα αναμειγνύει. Ο Ελληνας δημιουργός είχε κατανοήσει την ανάγκη προσαρμογής των δυτικών προτύπων στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, δημιουργώντας έναν ελληνότροπο μοντερνισμό με ηθογραφικό χαρακτήρα. Τα “Κάλαντα” είναι γεμάτα συμβολισμούς. Είναι προφανές ότι το έργο ξεπερνά την απλή απεικόνιση ενός εθίμου. Ενδιαφέρουσα η ανάλυση της επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαριλένας Κασιμάτη που επισημαίνει: «Ο Λύτρας εισάγει σύμβολα, χωρίς τυμπανοκρουσίες: το γυάλινο ποτήρι, με το νερό, στα αριστερά της σύνθεσης, παραπέμπει στην κάθαρση που έρχεται από τα Ελληνόπουλα, ενώ το ξερό, άνυδρο δέντρο, δηλώνει την υφέρπουσα φτώχεια στο πρόσωπο της σκοτεινής μορφής, που μόλις φαίνεται πίσω από τον τοίχο 1».

Εκτός όμως από τη ζωγραφική, και η φωτογραφία εποχής έρχεται να αποτυπώσει την ίδια σκηνή, με παιδιά που λένε τα κάλαντα, στις αυλές αγροτικών σπιτιών. Οι ασπρόμαυρες αυτές φωτογραφίες από τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα μας μεταφέρουν στο πνεύμα και στο κλίμα της εποχής: Χριστούγεννα στην Ελλάδα του χθες. Σε αυτές τις φωτογραφίες διακρίνουμε τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της επαρχίας, σε εποχές ένδειας και στέρησης, τότε που οι πολυμελείς οικογένειες προσπαθούσαν να επιβιώσουν με τα στοιχειώδη, να θρέψουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σ’ έναν κόσμο με αμφίβολο αύριο. Παλιές φωτογραφίες, που συνοδεύονται όμως με την ευχή να συνεχίσουν τα παιδιά μας να λένε τα κάλαντα, αυτήν την ευλογημένη Χριστουγεννιάτικη παράδοση. Ο επόμενος πίνακας με χριστουγεννιάτικο θέμα είναι έργο ενός μαθητή του Λύτρα, του Σπυρίδωνα Βικάτου. Το έργο φέρει τον τίτλο “Χριστουγεννιάτικο Δέντρο”, (λάδι σε καμβά), 1932, έχει ηθογραφικό ενδιαφέρον και απεικονίζει μία σκηνή από τη ζωή της νεοελληνικής μεγαλοαστικής τάξης. Στο σαλόνι ενός σπιτιού, μία οικογένεια κάθεται δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Σε αντίθεση με την επαρχιακή εικόνα του πρώτου πίνακα, η ζωγραφική του Βικάτου καταγράφει στιγμιότυπα των αστικών κοινωνικών στρωμάτων της νεοσύστατης Ελλάδας που επιζητούσε την ταυτότητα της αλλά και την ιδεολογική της συγγένεια με την Ευρώπη.

Ο στολισμός του έλατου ήταν έθιμο που έφερε στην Ελλάδα ο πρώτος της βασιλιάς, ο Όθωνας. Καθώς πλησιάζουν οι μέρες των Χριστουγέννων, τα παιδιά προσμένουν με αγωνία το έθιμο και στολίζουν το δέντρο με ιδιαίτερη χαρά, όπως φαίνεται και στον πίνακα του Βικάτου. Το έργο του Σ. Βικάτου διακρίνεται για την αρτιότητα στη μελέτη του σχεδίου, αλλά και την τάση για αφήγηση. Είναι λοιπόν φανερή η επιρροή της Σχολής του Μονάχου. Ωστόσο ο καλλιτέχνης υιοθέτησε μια ηπιότερη εκδοχή, καθώς απομακρύνεται από τη στατικότητα που χαρακτήριζε το γερμανικό ακαδημαϊσμό.

Στο έργο του, ο Βικάτος υιοθετεί τεχνικές που σχετίζονται με τη νοηματική εμβάθυνση στο χρώμα, θυμίζοντας τη φλαμανδική σχολή του 17ου αιώνα. Είναι πράγματι αξιοπρόσεκτη η πληρότητα του φωτός, της μορφής και του χρώματος, σε αυτό το έργο που διακρίνεται για τον πλούτο και τον αισθησιασμό των χρωμάτων, τη χρήση αντιθέσεων σκιάς – φωτός, την ενότητα του συνόλου και τη ζωτικότητα των κινήσεων, κυρίως των μικρών παιδιών. «Αυτό όμως που υπερέχει στο έργο του είναι η ιδιοτυπία του προσωπικού του ιδιώµατος: πινελιές µε φωτεινά ποικίλµατα σχηματίζουν µια παλλόμενη επιφάνεια, από την οποία προκύπτει αδρή και εύγλωττη η µορφή 2».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια φωτογραφία εποχής με την ίδια θεματική. Η φωτογραφία προβάλλει μια παρόμοια σκηνή, από τη ζωή της νεοελληνικής μεγαλοαστικής τάξης, στο σαλόνι ενός νεοκλασικού αρχοντικού, στην Αθήνα, το 1843, όπου στήνεται, για πρώτη φορά σε ελληνικό σπίτι, χριστουγεννιάτικο δέντρο… Ήταν το σπίτι του Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου, γενικού Προξένου της Ρωσίας, στην Αθήνα. Η φωτογραφία περιγράφει τα Χριστούγεννα των μεγαλοαστών στην Αθήνα του Όθωνα και του Ερνέστο Τσίλερ. Είναι η Αθήνα των πρώτων αρχιτεκτονικών σχεδίων, των νεοκλασικών αρχοντικών, η Αθήνα των περίλαμπρων χορών, στα σπίτια των πρέσβεων της. Οι φωτογραφίες 3 από την Αθήνα εκείνης της εποχής αντανακλούν τη στροφή της ελληνικής κοινωνίας προς την αστικοποίηση. Εκτός όμως από τους μεγάλους κεντρικούς δρόμους υπήρχαν και φτωχές συνοικίες στην Αθήνα. Στη φωτογραφία, νεαρά αγόρια μετρούν τις “εισπράξεις” από τα κάλαντα σε φτωχογειτονιές της πόλης. Επόμενος σταθμός, δύο θρησκευτικά και συμβολικά έργα του Νικολάου Γύζη.

Εμβληματική μορφή του νεότερου ελληνισμού, ο Γύζης, απεικονίζει την Παναγία Βρεφοκρατούσα με έναν ιδιαίτερα συμβολικό, πνευματικό κι εντυπωσιακό τρόπο.

Ο καλλιτέχνης ήταν επηρεασμένος από τη Σχολή του Μονάχου και την ακαδημαϊκή ζωγραφική. Γεννημένος το 1842 στην Τήνο, ένα νησί γνωστό κι ως θρησκευτικό κέντρο, o Γύζης εξομολογείται σε σχέση με το θρησκευτικό χαρακτήρα του έργου του: «Εγώ αισθάνομαι την θρησκεία μας μόνον με αγάπην. Η Αγάπη είναι το έμβλημά της 4». Στο έργο “Η Παναγία με το Βρέφος”, (ελαιογραφία), η ζωγραφική του Γύζη εστιάζει στην τονικότητα των χρωμάτων ώστε να αναπαράγει το σωστό φωτισμό της σκηνής. Η φωτισμένη μορφή του Θείου βρέφους παραπέμπει συμβολικά στη σωτηρία των πιστών, ενώ η αντίθεση μεταξύ σκιάς και φωτός, αποτελεί αλληγορία στη διττή ανθρώπινη φύση 5, στην αέναη μάχη του Καλού με το Κακό. Ακόμη πιο επιβλητικό έργο είναι η “Προσκύνηση των Αγγέλων”, (ελαιογραφία), 1898, μια αυστηρή σύνθεση με τονικές εναλλαγές χρωμάτων. Η Παναγία κάθεται στον θρόνο, ως Πλατυτέρα, ενώ πίσω της διακρίνουμε τον Σταυρό του μαρτυρίου, στοιχείο που συμβάλλει στη δραματικότητα της σκηνής. Η παρουσία δύο φωτεινών Αγγέλων εκατέρωθεν, που προσκυνούν τη βρεφοκρατούσα Παναγιά, εντείνει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα. Το θείο βρέφος απεικονίζεται ως ιερό Φως, ενώ ο ηττημένος όφις, στο κάτω μέρος της σύνθεσης, αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο με αλληγορική σημασία. Το έργο αποτελεί δείγμα της θρησκευτικής – εσχατολογικής θεματικής του καλλιτέχνη. Σύμφωνα με τη Μαρία Αϊβαλιώτη, η παρουσία των αγγέλων αποτελεί ένα μοτίβο με άκρως προσωπική ερμηνεία. «Μέσα από την απεικόνιση των αγγέλων, διαφαίνεται η τελική επικράτησή του Καλού, ενώ, σε προσωπικό επίπεδο, μεταφέρεται η ανησυχία του καλλιτέχνη για τη μεταθανάτια ζωή 6».

 Η Γέννηση στην Αγιογραφία
Επόμενος σταθμός στην εικαστική μας περιήγηση, είναι η αναβίωση της αγιογραφίας. Η τάση για υιοθέτηση νέων τεχνοτροπιών από τα νέα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα, δεν μπόρεσε να καταργήσει τη βυζαντινή τέχνη. Οι αγιογράφοι δε σταμάτησαν να κοσμούν τις εκκλησίες με βυζαντινές τοιχογραφίες, ενώ παράλληλα υπήρχαν και οι λαϊκοί ζωγράφοι. Οι λειτουργικές ανάγκες για τη “Μητέρα του Θεού”, συνέχισαν να δίνουν έμπνευση στους αγιογράφους.

Η ορθόδοξη Εκκλησία κράτησε την παράδοση της αγιογραφικής τέχνης, διατηρώντας τον πνευματικό χαρακτήρα της. Σύμφωνα με τον Φώτη Κόντογλου, «η Γέννηση του Χριστού αποδίδεται στα βυζαντινά εικονίσματα με την πνευματική αγιότητα που είναι ιστορημένη μέσα στο Ευαγγέλιο. Δηλαδή παριστάνεται σαν μυστήριο, χωρίς επιτηδευμένα στολίσματα» Ο Κόντογλου επισημαίνει την ιδιαιτερότητα αυτής της τέχνης: «Η βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία δεν είναι απλά μια “τέχνη”, είναι ιερή τέχνη. Δεν είναι απλή “ζωγραφική”, είναι θεολογία και προσδοκία σωτηρίας. Δεν είναι “στολίδι”, είναι συνάντηση με το θείο, υπέρβαση, παρηγοριά και ανάπαυση της ψυχής 7». Για τον λόγο αυτό, ο χαρακτήρας της είναι σεμνός και κατανυκτικός, με πνευματικό κάλλος. Τα άγια πρόσωπα εικονίζονται “εν αφθαρσία”. Η εικόνα διατηρεί τα ιστορικά στοιχεία και πλαίσια αλλά δε δεσμεύεται από αυτά, ενώ καταργείται η προοπτική και οι σκιές. Ολα είναι φωτεινά και ευδιάκριτα, επειδή φωτίζονται πνευματικά.  Ο σημαντικότερος αγιογράφος της εποχής, ο Φώτης Κόντογλου φιλοτέχνησε ωραίες εικόνες της Γέννησης. Όπως λέει και ο ίδιος: «Το αμαρτωλό χέρι μου αξιώθηκε να ζωγραφίσει κάμποσες Γεννήσεις σε σανίδι, και δύο σε τοιχογραφία, τη μια στο οικογενειακό παρεκκλήσι του Γ. Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά, την άλλη, σε πολύ μεγάλο σχήμα, στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι 8». Στις τοιχογραφίες αυτές είναι φανερή η επίδραση που δέχθηκε ο Κόντογλου από τις τοιχογραφίες των μονών ή των ναών του Μυστρά, που χρονολογούνται από τον 14ο αιώνα.

Ο Κόντογλου ακολούθησε στις τοιχογραφίες του τον τύπο της Γεννήσεως όπως στους βυζαντινούς: Ο ίδιος την περιγράφει ως ακολούθως: «Στη μέση στέκεται ένα σπήλαιο σαν από κρουστάλινα βράχια περισκεπασμένο. Μέσα στο μαύρο άνοιγμά του είναι μια φάτνη και μέσα βρίσκεται ένα μωρό φασκιωμένο, ο Χριστός, κι από πάνω του τον αχνίζουνε με το χνώτο τους ένα βόδι κ’ ένα γαϊδούρι είτε άλογο. Η Παναγία είναι ξαπλωμένη πλάγι στο τέκνο της απάνω σ’ ένα στρωσίδι, όπως συνηθίζουνε στην Ανατολή. Στο απάνω μέρος, είναι χορός Αγγέλων σε στάση δεήσεως, ενώ από τ’ αριστερά ένας άλλος άγγελος με φτερά ανοιχτά, μιλά με τους τσομπάνηδες σαν να τους λέγει τη χαροποιά την είδηση.

Στο κάτω μέρος από τα δεξιά παριστάνεται ο γέρο Ιωσήφ καθισμένος σ’ ένα κοτρόνι και συλλογίζεται με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι του. Μπροστά του στέκεται ένας γέρος τσομπάνης ακουμπισμένος στο ραβδί του, ντυμένος με προβιά, και του μιλά σα να θέλει να τον παρηγορήσει. Στα αριστερά είναι καθισμένη μία γρηά που βαστά στην αγκαλιά της το νεογέννητο γυμνό, και δοκιμάζει με το χέρι της το ζεστό νερό μέσα σε μια κολυμπήθρα, ενώ μία μικρή χωριατοπούλα ρίχνει νερό για να κολυμπήσουνε το μωρό. Γύρω τους κι’ απάνω στις ραχούλες βοσκάνε πρόβατα, ενώ φαίνουνται μέσα στα βουνά οι τρεις μάγοι καβαλλικεμένοι στ’ άλογα 9».

Χάρη στον Κόντογλου καλλιεργήθηκε ένα κλίμα αναβίωσης της βυζαντινής αγιογραφίας, καθώς συνέχισε, σε αυστηρό ύφος, τη μεταβυζαντινή παράδοση, χωρίς αποκλίσεις. Με τους μαθητές του δημιούργησε μεγάλο αριθμό εικόνων κι έντυσε με τοιχογραφίες του δεκαπέντε περίπου ναούς. Ο Κόντογλου είχε πολλούς μαθητές, μεταξύ αυτών και δύο κορυφαίους ζωγράφους, τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, που ανήκουν στην καλλιτεχνική Γενιά του 1930. Ο Εγγονόπουλος γράφει για τον Κόντογλου: «Ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος Ελληνισμού και Βυζαντινής ζωγραφικής. Η Βυζαντινή ζωγραφική, σε τελευταία ανάλυση είναι η Ελληνική ζωγραφική».

Ο Εγγονόπουλος έκανε βυζαντινότροπες Παναγίες, διατηρώντας το αυστηρό ύφος του Κόντογλου. Τα βυζαντινά στοιχεία είναι εμφανέστατα σε όλη του τη δουλειά. Αντιθέτως, τη σκηνή της Γέννησης, με λαμπερά χρώματα, φιλοτέχνησε ο άλλος του μαθητής, ο Γιάννης Τσαρούχης που γράφει για το δάσκαλό του: «Ο Σεζάν ήταν απαγορευμένος σε τούτο το μοναστήρι (εννοώντας το ατελιέ του Κόντογλου). Όμως ο Γκρέκο κι ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν σε τιμή. Την εποχή εκείνη χρειαζότανε φοβερό κουράγιο για να κάνεις αυτά που έκανε ο Κόντογλου. Η επιστροφή στην παράδοση ήταν κάτι το παρακινδυνευμένο» […] «Βλέποντας το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η μεγάλη ελευθερία, πολλές φορές αισθάνθηκα την ανάγκη στη ζωή μου να μελετήσω, πειθαρχώντας σε μια παράδοση. Μπορεί να έχει κανείς όσες αντιρρήσεις θέλει σ’ αυτή τη σκέψη μου, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί ότι είναι ένα φαινόμενο φυσικό το να συνδέεσαι με το παρελθόν 10».

Στη “Γέννηση του Χριστού”, ο Τσαρούχης κρατάει το εικονιστικό μεταβυζαντινό πρότυπο. Το έργο επίσης φανερώνει την εκτίμηση, αφομοίωση και δημιουργική ανάδειξη των τεχνικών της Βυζαντινής Τέχνης εκ μέρους του δημιουργού. Ενδιαφέροντα στοιχεία είναι: το ξεκάθαρο και αυστηρό σχέδιο, ο λιτός προπλασμός, τα λαμπερά γήινα χρώματα, και ο καθαρός – απέριττος φωτισμός που κάνουν τη ζωγραφική αυτή να λάμπει 11.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ξυλόγλυπτο δείγμα της Γέννησης του Χριστού που φιλοτέχνησε, το 1931, ο Νικόλαος Ανδραβιδιώτης, για να εκτεθεί στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, του ιδίου έτους, όπου ο καλλιτέχνης έλαβε το χρυσό μετάλλιο. Στο έργο απεικονίζονται το Θείο Βρέφος, η Παναγία, ο Ιωσήφ, οι Μάγοι, οι Αγγελοι, το Αστρο της Βηθλεέμ, ένας μικρός βοσκός και ζώα της φάτνης. Για την κατασκευή του ξυλόγλυπτου χρησιμοποιήθηκε τσίρμουλο, (είδος κυπαρισσιού).

Ο Ανδραβιδιώτης επενδύει τη σκηνή της Γέννησης με άρτια αισθητική μορφή. Η παράσταση έχει οργανωθεί συμβολικά, συνθέτοντας στοιχεία γήινα και πνευματικά: το σπήλαιο, η φάτνη, τα ζώα συνυπάρχουν με τον πνευματικό χώρο του ουρανού και των αγγέλων.

Η εικόνα παρουσιάζει τη σύνθεση του γήινου και του ουράνιου, του ανθρώπινου και του θείου. Η Παναγία εικονίζεται γονατισμένη, με σταυρωμένα τα χέρια, σε άμεση σχέση με το Τέκνο της, ενώ ο Ιωσήφ προσεύχεται, έχοντας επίγνωση της θεότητας του βρέφους. Οι Μάγοι, οι σοφοί και διαβασμένοι, οι ανά τους αιώνες αναζητητές της αλήθειας, προσκυνούν, ενώ αγγελικές δυνάμεις προσφέρουν δοξολογία. Από τον ουρανό εξέρχεται μια ακτίνα που καταλήγει πάνω από το βρέφος. Θαυμάζουμε την δεξιότητα του δημιουργού που απέδωσε σε τρισδιάστατη απεικόνιση την ιερή σκηνή της Γέννησης υιοθετώντας αριστοτεχνικά τις αρχές σχεδιασμού και σαφώς τη δεινότητα του στην τεχνική επεξεργασία του ξύλου και της μετατροπής του σε έργο τέχνης.
Τα Χριστούγεννα στην Καλλιτεχνική γενιά του 1930
Στις αρχές του 20ου αιώνα, η ελληνική τέχνη δέχεται την έντονη επιρροή του μοντερνισμού ενώ παρατηρείται μια αναμόχλευση θεμάτων σχετικών με την παράδοση και την ελληνικότητα. Νέοι δημιουργοί έρχονται στο προσκήνιο. Είναι η περίφημη Γενιά του ’30 που αναζητεί τα χαρακτηριστικά της ελληνικότητας και τα συνδυάζει με τις κατακτήσεις της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι μια από τις πιο σημαντικές μορφές της ελληνικής ζωγραφικής. Με την καλλιτεχνική του δημιουργία ολοκληρώνεται ουσιαστικά η υπέρβαση των συντηρητικών ακαδημαϊκών τάσεων, δηλαδή η ρήξη με το καλλιτεχνικό κατεστημένο του Μονάχου. Με τον Παρθένη, επιβάλλεται πλέον το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αναζητά τρόπους ολοκλήρωσης της προσωπικής εκφραστικής του γλώσσας. Ο Παρθένης απέδωσε με μορφοπλαστική ελευθερία στοιχεία βυζαντινού ιδιώματος. Το βλέπουμε καθαρά στο έργο του “Η προσκύνηση των Μάγων”.

Η σκηνή της προσκύνησης των Μάγων απομακρύνεται από τον ρεαλισμό και αποδίδεται αφαιρετικά. Η Παναγία, όρθια, στα αριστερά της σύνθεσης, με το Χριστό στην αγκαλιά της, περιβάλλεται από την ασαφή ένδειξη μιας αψίδας. Οι Μάγοι προσκυνούν και προσφέρουν δώρα. Οι μορφές είναι στυλιζαρισμένες, κυριαρχούν οι καμπύλες στις επιφάνειες που σχεδιάζουν το σώμα της Παναγίας. Ιδιαίτερο επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παιχνίδι των φωτοσκιάσεων που ενεργοποιεί όλη τη σύνθεση 12. Όπως σημειώνει ο Αντώνης Κωτίδης «Τα έργα που παρουσίαζε ο Παρθένης, με θρησκευτικά θέματα, χωρίς να τα προορίζει για λατρευτικούς χώρους, όσο κι αν περιέχουν χαρακτηριστικά από την Βυζαντινή τέχνη, είναι στην ουσία πολύ πιο κοντά στην δυτική εικονογραφική παράδοση από ότι στην Ανατολική. […]

Η νεωτερική απόδοση των μορφών που επέλεξε ο Παρθένης ξεσήκωσε την εποχή εκείνη θύελλα αντιδράσεων στο κοινό και τους εκκλησιαστικούς κύκλους.» 13. Στο έργο του “Η Γέννηση του Χριστού”, (τέμπερα σε χαρτί), 1905, κομίζονται αρκετοί νεωτερισμοί, από τον Παρθένη, στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας ιδεαλιστικής τέχνης, που αποπνέει πνευματικότητα. Πρόκειται για μία σύνθεση αλληγορική , συμβολική, με αφαιρετική απόδοση των μορφών. Η χρωματική επένδυση έχει συμβολικές προεκτάσεις αλλά και η συνολική απόδοση του θέματος διατηρεί στοιχεία από τη βυζαντινή παράδοση και αγιογραφία. Σε ένα ακόμη έργο του, “Η Παναγία με το θείο βρέφος”, (λάδι και μολύβι σε καμβά), 1935, ο Παρθένης αντλεί έμπνευση από το ελληνοχριστιανικό πάνθεον.

Η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα επισημαίνει για την ευαίσθητη αυτή απεικόνιση της Βρεφοκρατούσας: «Ουράνια άλως τυλίγει τα πρόσωπα. Το βλέμμα τους είναι στραμμένο στο εσωτερικό. Η εκδοχή του καλλιτέχνη για τη μητρότητα αποδίδεται στην άφατη τρυφερότητα της Παναγίας, σε αντίθεση με την επιβλητική μητέρα που αναδύεται φωτεινή μέσα από τα σκότη, όπως είδαμε να αναπαριστά τη Θεοτόκο ο Γύζης. […] Τρία χρόνια αργότερα το έργο θα εκτεθεί στην ΧΧI Μπιεννάλε της Βενετίας. 14».

Τη ζωγραφική του Παρθένη διαπερνά ένα εσωτερικό φως που αναδεικνύει την πνευματικότητα των μορφών. Στο επόμενο έργο του Παρθένη, “Η Παναγία με το θείο βρέφος-Σταύρωση”, (λάδι σε μουσαμά), 1940, οι μορφές τοποθετούνται σε έναν υπερβατικό χώρο, όπου ο χρόνος έχει καταλυθεί και τα στοιχεία του υλικού – ορατού κόσμου έχουν αναχθεί σε πλατωνικά αρχέτυπα. Η χρωστική ουσία έχει χάσει, και αυτή, την υλική της υπόσταση και γίνεται καθαρή πνευματική προβολή. Το έργο του Παρθένη μοιάζει με υπερφυσικό – μεταφυσικό δρώμενο. Όλα τα στοιχεία της σύνθεσης αποκτούν άλλες διαστάσεις: το υλικό έχει μεταβληθεί σε πνευματικό και η μορφή σε ιδέα. Το έργο “Γέννηση και Σταύρωση” διακρίνεται για την εξαΰλωση του υλικού και την αποπνευμάτωση των μορφών, όλα δίνουν την εντύπωση ότι διαλύονται σε ένα υπερβατικό φως 15.

Ετσι ο καλλιτέχνης καταφέρνει να ακολουθήσει ένα προσωπικό, συμβολικό δρόμο. Ο ίδιος ο ζωγράφος είχε συναίσθηση ότι κάτι νέο φέρνει στην ελληνική τέχνη και την πεποίθησή του αυτή την ενισχύει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, με τα τρία άρθρα του το 1920, όπου διαπιστώνει πρώτος ότι «ο Παρθένης είναι δημιουργός ιδεών. Δια τούτον φαίνεται τόσον αδιάφορος προς την φυσικήν αξίαν», δηλαδή δεν ενδιαφέρεται για την ρεαλιστική απόδοση και τα περιγραφικά στοιχεία, αλλά για τη μεταφορά ιδεών στα έργα με κάθε είδους προεκτάσεις». Με τον Παρθένη ισχυροποιείται η σχέση Τέχνης και Πνεύματος. Σύμφωνα με την Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, «το θρησκευτικό έργο του Παρθένη είναι τα τεκμήριο της προσπάθειας του να μεταγράψει σε γραμμή και χρώμα τις μεγαλειώδεις στιγμές του υπερβατικού. Με τον δικό του τρόπο θα ερμηνεύσει το ιερό που εγγράφεται παράλληλα, στην παράδοση του χριστιανισμού, στην ιστορία της βυζαντινής εικονογραφίας, αλλά και στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης και σκέψης 16».

Ο καλλιτέχνης επηρέασε καταλυτικά τις κατοπινές γενεές Ελλήνων ζωγράφων που διεκδίκησαν την ελευθερία στην προσωπική εικαστική τους έκφραση. Ένας σημαντικός μαθητής του Παρθένη, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, θεωρείται δικαίως μέλος και συνομιλητής της περίφημης γενιάς του ’30. Ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας ζωγραφίζει χρησιμοποιώντας έντονο φως και χρώμα. Είναι η εποχή που η Γενιά του ’30 αναζητεί τα χαρακτηριστικά της ελληνικότητας. Στο έργο του “Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο”, (ελαιογραφία σε Μουσαμά), ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας παρουσιάζει το χώρο με αισθητική και σχεδιαστική κομψότητα, αλλά και αφαίρεση. Εδώ, επιχειρεί ένα παιχνίδι με τις κλίμακες, με ταυτόχρονη παράθεση διαφορετικών επιπέδων.

Ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι η έντονη χρωματική διαφοροποίηση, τα λαμπερά χρώματα, η κινητικότητα και η ρυθμική οργάνωση της σύνθεσης, στοιχεία που αποτυπώνουν τη προσφορά του καλλιτέχνη στην εξέλιξη της ελληνικής τέχνης. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως επηρεάστηκε βαθύτατα από το έργο του Ματίς, του ανατρεπτικού ζωγράφου που χρησιμοποιούσε το χρώμα ως αρχιτεκτονικό μέσο. Το ίδιο σημαντική ήταν η επίδραση που δέχθηκε από τους κυβιστές Μπρακ και Πικάσο, στο Παρίσι του ’20. Κατόρθωσε λοιπόν με ένα μοναδικό τρόπο να ενσωματώσει στο έργο του τις κατακτήσεις της μοντέρνας ευρωπαϊκής τέχνης.  Τελευταίος σταθμός, στο εικαστικό μας ταξίδι, δύο έργα του ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση, με θέμα την απεικόνιση της λαϊκής δοξασίας των Καλικαντζάρων. Σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, από τα Χριστούγεννα έως την παραμονή των Φώτων, ζωντανεύει ο σχετικός θρύλος.

Σύμφωνα με τη λαϊκή φαντασία, τα δύσμορφα αυτά τερατάκια είναι καταδικασμένα να ζουν κάτω από τη γη, πριονίζοντας όλο το χρόνο το δέντρο που στηρίζει τον πάνω κόσμο. Τα Χριστούγεννα, όμως, που το πριόνισμα κοντεύει να τελειώσει, αποφασίζουν να επισκεφθούν τους ανθρώπους, πειράζοντάς τους με κάθε είδους αταξία και πονηριά! Τους καλικάντζαρους αποτύπωσε ο ζωγράφος Τέτσης, με εκφραστικότητα και χιούμορ, στο βιβλίο “Αερικά, ξωτικά και καλικάντζαροι” του Θάνου Βελλουδίου 17. Το βιβλίο του Βελλουδίου αποτελεί μια τεκμηριωμένη μελέτη των ελληνικών παραδόσεων που σχετίζονται με τους καλικάντζαρους και συνοδεύεται από πίνακες καταξιωμένων ζωγράφων.

Τα έργα αυτά του Τέτση με θέμα τους καλικάντζαρους δεν είναι αντιπροσωπευτικά της φωτοτροπικής και χρωματικής ζωγραφικής του καλλιτέχνη. Επιλέχθηκαν όμως γιατί η θεματική τους σχετίζεται με τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα και παραδόσεις. Στο έργο αυτό απεικονίζεται η εμφάνιση των καλικαντζάρων στους Αέρηδες, στην Πλάκα, την παραμονή της Γέννησης του Χριστού. Μπορεί να διακρίνει κανείς τη σκηνή της Γέννησης του Χριστού, ενώ, λίγο παρακάτω, εικονίζονται απλοί καθημερινοί άνθρωποι να χορεύουν, ένας λατερναντζής να παίζει τη λατέρνα και ένας ακόμη άντρας να χτυπά το ντέφι. Οι καλικάτζαροι βγαίνουν από το πηγάδι και τρομάζουν τους ανθρώπους. Στα έγκατα της γης, οι υπόλοιποι καλικάντζαροι συνεχίζουν το πριόνισμα του δέντρου.

Ο Τέτσης καταφέρνει να συνδυάσει εδώ τη βυζαντινή αγιογραφία (στην απόδοση των ιερών προσώπων) με τη λαϊκή τέχνη, καθώς οι απεικονίσεις των απλών ανθρώπων είναι συνδεδεμένες με τις κοινές παραδόσεις, τα συλλογικά βιώματα, τη συνείδηση και τη ζωή του Ελληνικού λαού. Το έργο έχει διηγηματικότητα και αποπνέει αισιοδοξία Στο δεύτερο έργο του, ο Τέτσης απεικονίζει τους καλικάτζαρους και την αγαπημένη τους συνήθεια, τον χορό στο ταψί! Η εμπνευσμένη πέννα του αφηγητή Βελλουδίου περιγράφει τη σκηνή. Ποιός θα τον χορέψει…; Ο Έλληνας που απεικονίζεται με την παραδοσιακή κοντή φουστανέλα. Οι καλικάτζαροι τινάζουν τον δίσκο, χορεύουν τον Έλληνα στο ταψί και κραυγάζουν χαρούμενοι.

Είναι αξιοσημείωτη η χρήση των συμβόλων: o δίσκος, ο αστέρας-ήλιος στο κέντρο του δίσκου και τα στολίδια γύρω-γύρω, χρησιμοποιούνται αλληγορικά. Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι οι Νεοέλληνες καλλιτέχνες μετέφεραν με ενάργεια και εκφραστικότητα, την ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων στην εικαστική τους δημιουργία. Οι ζωγράφοι που επηρεάστηκαν από την ακαδημαϊκή σχολή του Μονάχου αλλά και οι εικαστικοί της περίφημης γενιάς του 1930 επιχείρησαν να διατηρήσουν την αυθεντικότητα και “ελληνικότητα” του έργου τους, συμπαρατάσσοντας όμως στοιχεία από τη σύγχρονη τους ευρωπαϊκή τέχνη.

Τα στοιχεία αυτά προσπάθησαν να τα εξελίξουν και να τα προσαρμόσουν στην ιδιοτυπία του προσωπικού τους καλλιτεχνικού ιδιώµατος. Οι Νεοέλληνες καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με τη Βυζαντινή αγιογραφία, κατάφεραν μέσα από τις εικόνες ή τις τοιχογραφίες της Γεννήσεως, να δώσουν μορφή στη διδασκαλία της Εκκλησίας. Οι αγιογράφοι διατήρησαν, στην έκφραση τους, το μέτρο, ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο, αποδίδοντας με χρώματα και σχήματα την ενανθρώπιση του Χριστού ως γεγονός ιστορικό αλλά και μυστηριακό, συνδυάζοντας τη θεολογική διάσταση της Γέννησης με την αισθητική χαρά που γεννιέται από την τέχνη 18. Αλλά και ο ποιητικός λόγος είναι έμφορτος από αναφορές για τα Χριστούγεννα.

Ο συμβολισμός της γιορτής και το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων εκφράζεται μ’ έναν εκπληκτικό τρόπο στο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη “Γέννηση”, που ανήκει στη Συλλογή “Ο αδελφός Ιησούς”. Εν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες, μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία.» Εσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ, γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες  και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

Ας ξαναζωντανέψουμε την οπτική του ποιητή, τούτες τις ημέρες, και τους συμβολισμούς που ο ποιητής αλλά και ο καθένας από εμάς τους προσδίδει, και ας ανοίξουμε τις διόδους για να βιωθεί η πανανθρώπινη αξία της Αγάπης. Για κάθε τι υψηλό, που εκφράζει η Γέννηση του Θεανθρώπου. Σημ.: Το κείμενο είναι απόσπασμα από διάλεξη που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο Κ.Α.Μ.

*Η κα Αλεξανδρα Κουρουτακη είναι δρ. Ιστορίας της Τέχνης

1. Κασιμάτη Μαριλένα, «Αφανείς και ήρωες στη νεοελληνική ζωγραφική τον 19ο αιώνα», Ήρωες και ανώνυμοι, αφανείς και επώνυμοι στις παρυφές της ιστορίας και της τέχνης, Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, Αθήνα, 2006, σελ 193

2. Μανόλης Βλάχος, «Η γένεση της νεώτερης ελληνικής ζωγραφικής 1830-1930». Από τη Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 2003.

3 . Πηγή: http://topiatoukosmou.blogspot.gr/2013/05/19.html

4. Καλλιγάς Μαρίνος, Νικόλας Γύζης. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα, 1981, σελ.183, σημ.87.

5. Μαρία Αιβαλιώτη, «Η αγγελική παρουσία στο έργο του Νικόλαου Γύζη», http://www.eikastikon.gr/kritikesparousiaseis/aivalioti_gyzis.html

6. Μαρία Αιβαλιώτη, “Η αγγελική παρουσία στο έργο του Νικόλαου Γύζη”, ο.π.

7. Χατζηφώτης Ι. Μ., Τα Χριστούγεννα της Ρωμιοσύνης, εκδόσεις Τούμπης, Αθήνα 2005.

8. Χατζηφώτης Ι. Μ., Μελετήματα για τον πεζογράφο και τον καλλιτέχνη Φ. Κόντογλου, εκδ. των “Κριτικών Φύλλων”, Αθήνα 1975, σελ. 51.

9. Κόντογλου Φώτης, Χριστοῦ Γέννησις, το φοβερόν Μυστήριον, “Η Γέννηση στην Ορθόδοξη και στη Δυτική Αγιογραφία”, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2001.

10. Γιάννης Τσαρούχης, 1910-1989: ζωγραφική. Αθήνα: Ιδρυμα Γιάννη Τσαρούχη, 1990, σελ. 86.

11. Αντώνης Δημητρίου, “Η Βυζαντινή παράδοση στη Σύγχρονη ζωγραφική”, http://www.dioti.gr/

12. Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας, Μουσείο Γ.Ι. Κατσίγρα http://www.larissa-katsigras-gallery.gr/gallery/el/work/i-proskunisi-ton-magon/from/digitallibrary

13. Κωτίδης Αντώνης, Μοντερνισμός και “Παράδοση” στην Ελληνική τέχνη του μεσοπολέμου,University studio press, 1993, σ. 226

14. Θρησκευτικά θέματα στη Νεοελληνική ζωγραφική. Ο Παρθένης και η ιερότητα της γραφής, κείμενα Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, κατάλογος έκθεσης 13/9-28/10, Χίος, 2015, σελ.19.

15. Χρήστου Χρύσανθος, Κωνσταντίνος Παρθένης, Βιέννη – Παρίσι-Αθήνα, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα, 1995, σελ 32.

16. Θρησκευτικά θέματα στη Νεοελληνική ζωγραφική. Ο Παρθένης και η ιερότητα της γραφής, κείμενα Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ο.π. σελ.19.

17. Βελούδιος Θάνος, Αερικά, ξωτικά και καλικάντζαροι , ιδιωτική έκδοση Τσιβεριώτης, Αθήνα.

18. Ζίας Νίκος, «“Η Εἰκόνα τῆς Γεννήσεως – “Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί…”», Συλλογικὸς Τόμος Χριστούγεννα, ἐκδ. «ΑΚΡΙΤΑΣ», 1999.

Maria Orfanoudaki

1 σχολιο

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.