Μουσείο Τυπογραφείας

Σκέψεις… από μιαν εθελόντρια

Στα πρώτα χρόνια της υπαλληλικής μου καριέρας βρέθηκα να υπηρετώ στην γειτονική πόλη του Ρεθύμνου. Με προϊστάμενό ένα παλιό Ρεθεμιώτη, τον κ. Μάρκο, που εξ αιτίας της πολύχρονης θητείας του σε μια νευραλγική θέση του δημόσιου, όλοι τον ήξεραν και τον υπολήπτονταν. Εξ άλλου τα χρόνια εκείνα-προ του τουρισμού και της ανάπτυξης- το Ρεθεμνάκι ήταν όλο κι όλο μια χούφτα άνθρωποι. Όλοι γνωρίζονταν με όλους. Κατά καιρούς κάποιοι περαστικοί έρχονταν να τον δουν, να τον χαιρετίσουν και να ανταλλάξουν μαζί του νέα και ειδήσεις. Εμείς οι υφιστάμενοι του, τέσσερα νέα παιδιά που από την μια μεριά τον σεβόμαστε για την εξυπνάδα και την ευρυμάθειά του κι από την άλλη τον αμφισβητούσαμε όπως όλοι οι νέοι σε όλες τις εποχές που θέλουν να γκρεμίσουν το κατεστημένο και να στελιώσουν στη θέση του κάτι νέο, σύγχρονο και μοντέρνο, δεν δίναμε στους επισκέπτες του προϊσταμένου ιδιαίτερη σημασία. Μας φαίνονταν μεγάλοι και παρωχημένοι ακριβώς το ίδιο, όπως και ο φίλος τους. Συνήθως αγνοούσαμε αυτούς τους μουσαφίρηδες, που έκαναν την εμφάνισή τους περιστασιακά από καιρού εις καιρόν, αν και ο συνάδελφός μας φρόντιζε πάντα να μας μπάσει στην μεταξύ τους κουβέντα. .
Ανάμεσα σ αυτούς που πέρασαν μέσα από το γραφείο μας τότε, ήταν και κάποιος καθόλου τυχαίος, κάποιος γνωστός και πολύ αγαπητός σ όλη την κοινωνία του Ρεθέμνου. Ο λυράρης Κώστας Μουντάκης. Μόνο που τότε δεν ήξερα ποιος ήταν αυτός ο ευγενικός και πάντα καλοντυμένος φίλος που υποδεχόταν με μεγάλη χαρά ο κος Μάρκος. Πολύ αργότερα κατάλαβα για το τι μεγέθους καλλιτέχνης ήταν, τότε που έμαθα για τις επιτυχίες του για την δεξιοτεχνία του προπάντων δε, όταν άκουσα να επαινείται για την οργάνωση ωδείων με σκοπό την εκμάθηση της Κρητικής μουσικής σε όλο το νησί, από τα Χανιά μέχρι τον Άγιο Νικόλαο. Μέχρι και την Αθήνα και τον Πειραιά. Μέχρι τα μουσικά σχολεία και τα Πανεπιστήμια . Τότε τον ξανάφερα στην μνήμη μου και λυπήθηκα που ενώ είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά, δεν μπόρεσα να έχω, δεν επεδίωξα να έχω, μια πιο ουσιαστική κουβέντα μαζί του. Το διαδίκτυο βέβαια υποκαθιστά με κάποιο τρόπο τις παραλείψεις αυτές αφού διατηρεί και διασώζει συνεντεύξεις, παρέες, εκπομπές. Μέσα σε μια τέτοια εκπομπή ξανασυνάντησα τον Κρητικό λυράρη να διηγείται την ζωή του.
Έλεγε για το χωριό του, την Αλφά Μυλοποτάμου όπου γεννήθηκε το 1926. Για το πώς πέθανε ο πατέρας του, ο χορευτής και μερακλής Κελαϊδής –παραστσούκλι που του είχε χαρίσει η ωραία του φωνή- τον ίδιο χρόνο που γεννήθηκε. Πως τα κατάφερε η ηρωϊδα μάνα του να αναστήσει την οικογένεια με εφτά παιδιά, μες την φτώχεια και την ανέχεια. Για το πώς ενώ τελειώνοντας το δημοτικό πέρασε τις εξετάσεις για το ημιγυμνάσιο του Πανόρμου, δεν πήγε ποτέ, λόγω της κακής οικονομικής τους κατάστασης.
Για την πρώτη του λύρα ένα «ταβλί» με χορδές από ίνες αθάνατου και δοξάρι καμωμένο από τρίχες ουράς γαϊδάρου. Για μια επόμενη λύρα, που εν μέσω πολέμου, κατάφερε να αποκτήσει με αντάλλαγμα ένα αρνί και 5 οκάδες τυρί. «Η τέχνη απαιτεί θυσίες» όπως έλεγε κι ο ίδιος. Για τον καιρό που δούλεψε πλανόδιος πωλητής και λυράρης πράγμα που τον ενέπνευσε αργότερα να γράψει το πασίγνωστο τραγούδι του «ο πραματευτής». Για την πρώτη φορά όπου βάστηξε μόνος του όλο το γλέντι ενός γάμου και όπου χρίστηκε επισήμως λυράρης. Για την δουλειά του στο εργοστάσιο λιπασμάτων στην Δραπετσώνα και την δύσκολη ζωή από τα γράσα και τα λάδια του εργοστασίου την ημέρα, στο κοστούμι και το σκαρπίνι της ταβέρνας όπου έπαιζε χωρίς μικρόφωνο και με ποσοστό 10% που το μοιράζονταν όλοι οι καλλιτέχνες. Για τις ηχογραφήσεις του στο τότε ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και τον δάσκαλο Σίμωνα Καρρά. Και τέλος για την αναγνώριση και την καταξίωση. Για τα ταξίδια σε όλο τον κόσμο, όπου υπήρχε Ελληνισμός.
Σε όλη την εκπομπή καταλαβαίνεις να ξεχειλίζει η έγνοια του για την Κρητική μουσική και παράδοση. Σίγουρα η άνθηση που γνωρίζει η λαϊκή παραδοσιακή μουσική στις μέρες μας και η πληθώρα νέων ανθρώπων που παίζουν λύρα ή βιολί, λαούτο ή μαντολίνο οφείλονται εν πολλοίς στον δικό του θεμέλιο λίθο. Επιπλέον συνεργάστηκε σε ερευνητικά προγράμματα εθνικομουσικολογίας με το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών καθώς και με το Πανεπιστήμιο Κρήτης με σκοπό την δημιουργία αρχείου Κρητικής μουσικής παράδοσης.
Ακούω τον μεγάλο λυράρη να μιλά και μου κάνει εντύπωση ο τρόπος του. Έβγαλε μόνο το δημοτικό, αλλά κουβεντιάζει και εκφράζεται με τόσο ωραία και σωστά Ελληνικά σαν να έχει σπουδάσει χρόνια. Κι ύστερα καταλαβαίνεις μες στον λόγο του αυτή την σοφία που κουβαλούν συχνά οι λαϊκοί άνθρωποι. Μια γνώση που λες και τους την έχουν μεταδώσει οι αιώνες.
Πιο πολύ από όλα με συνεπαίρνει όμως η διάθεσή κι ο ενθουσιασμός του για διδασκαλία. Η θέλησή του να μην χαθεί αυτή η πολύτιμη κληρονομιά της μουσικής και της παράδοσης μας. Η διάθεσή του να παντρέψει το παραδοσιακό με την επιστημονική σύγχρονη έρευνα.
Σίγουρα ο Κώστας Μουντάκης υπήρξε μεγάλος καλλιτέχνης. Τα τραγούδια και οι σκοποί του είναι από τα πιο αγαπητά και αναγνωρίσιμα της μουσικής παραδοσιακής μας κληρονομιάς. Αρκετά από αυτά έχουν και πανελλήνια εμβέλεια. Δεν ξεχνώ πως είδα πριν λίγο καιρό ένα κορίτσι, θάτανε δεν θάτανε είκοσι χρονώ, να χτυπιέται εκστασιασμένο με ένα τραγούδι του Μουντάκη της δεκαετίας του ’60 σε στίχους του Κώστα Φραγκούλη. Το «βοσκαρουδάκι αμούστασκο» άκουγε η κοπέλα, στην τελευταία του εκτέλεση από ένα νεαρό σύγχρονο Κρητικό τραγουδιστή. Δεν νομίζω ότι η ζωή των παιδιών μας σήμερα έχει οποιαδήποτε ομοιότητα με το «βοσκαρουδάκι που εκοιμάτο στα όρη κι αποθυμούσε τόπο άβολο σπηλιάρι να μην έχει». Όμως η τέχνη έχει αυτή την ικανότητα. Να ξεπερνά τις διαφορές και να μεταδίδει αισθήματα. Έτσι με έναν μαγικό τρόπο ή σύγχρονη εικοσάρα με τα μοντέρνα ρούχα και τα τατουάζ, ταυτιζόταν πλήρως με το αίσθημα της αγάπης και της επιθυμίας που μετέδιδε ένα έργο μεγάλης ηλικίας-όμως αυτή δεν είναι διαχρονικά και η ομορφιά της τέχνης;
Προσωπικά θεωρώ ότι πέρα από τα θαυμάσια τραγούδια που έγραψε και είπε, πέρα από την δεξιοτεχνία του σε ένα όργανο που εκείνη την εποχή ήταν ξεχασμένο και έγινε η αιτία να αναστηθεί, το πιο σημαντικό από τα επιτεύγματα του Κώστα Μουντάκη είναι η δημιουργία των ωδείων και οι δεκάδες νέων μουσικών που άφησε σερμαγιά για να στεριώσουν και να συνεχίσουν την μουσική μας παράδοση.
Θαρρώ πως αυτό είναι ένα πράγμα από τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα. Να μπορέσεις τη μέσα σου γνώση, το μέσα σου αίσθημα, αυτό με το οποίο σε προίκισαν οι μοίρες, να μην σβήσει με την φυσική σου απώλεια αλλά να μεταλαμπαδευτεί και να πολλαπλασιαστεί στο μέλλον.
Αυτό μόνο με την διδασκαλία σε νέους, το πετυχαίνει κανείς. Και οι μαθητές μας είναι εκείνοι που συντηρούν εις το επέκεινα την μνήμη μας και μας κάνουν εν τέλει, αθάνατους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.