Μουσείο Τυπογραφείας

Ποιητές και ριμαδόροι σχολιάζουν την επικαιρότητα

Ο βράχος και το κύμα οι δυο αιώνιοι αντίπαλοι

Καταμεσής στο πέλαος ένας πανώριος βράχος
έλεε στο κύμα, «Αιώνια εσύ θα με προσκυνάς,
θα σέρνεσαι στα πόδια μου γιατί είμαι ο μονομάχος
μιας ξακουστής κι αθάνατης πανάρχαιας γενιάς!»

Το κύμα όρκο έδωσε μι’ αυγή στον ώριο Ήλιο,
τον βράχο τον περήφανο πως θα τον ταπεινώσει
και σαν το σκιάχτρο μες στο υγρό κι απύθμενο βασίλειο
θα μοιάζει και για ότι ξεστόμισε πικρά θα μετανιώσει.

Ώσπου τον βράχο μιαν αυγή τον χώρισε στα δύο
τον έγειρε και του ‘σπασε του δόλιου τα πλευρά του
και τώρα μες στο πέλαος σαν βυθισμένο πλοίο
φαντάζει και κλαίει και θλίβεται για την παλιά αρχοντιά του!

Κι όταν τον είδε που ‘γειρε, το κύμα του λέει: «Οι γλάροι
σακάτη θα σε κράζουνε και τα θαλασσοπούλια,
τ’ άστρα θα σε περιγελούν, θα σε λυπάται η πούλια
και μ’ οίκτο θα σε βλέπουνε ο Ήλιος και το Φεγγάρι»

Μα να τον ρίξει δεν μπορεί κι αφρίζει απ’ το θυμό του,
βογγάει σαν βρικόλακας, σαν δράκος μανιασμένος
κι ο βράχος αντιστέκεται, σκορπάει τον αφρό του
κι ας έχει μούσκλια πάνω του κι ας είναι πληγωμένος

και λέει στο κύμα βροντερά όταν προβαίνει η αυγή:
«Δεν το μπορείς τις ρίζες μου για να τις ξεριζώσεις
γιατί βαθειά τις φύτεψε ο Πλάστης μου στην Γη,
ψεύτης θα βγεις στον όρκο σου, δεν θα τον ξεπληρώσεις,

μήτε μπορείς στις πλάτες μου ν’ ανέβεις και να μείνεις
γιατί γλιστράς, είσαι νερό, κι αυτό μην το ξεχνάς
κι ότι μου κλέβεις, σέρνοντας στις γούρνες μου τ’ αφήνεις,
με το αλάτι σου μαζί κι αιώνια θα γυρνάς

στης Γης όλες τις θάλασσες και θα βογγάς, θ’ αφρίζεις,
γραμμένο το ‘χει η μοίρα σου να γίνεσαι φονιάς,
να σπέρνεις αιώνια συμφορές, καράβια να τσακίζεις,
μα εγώ κι αν γέρνω… πλάι μου σέρνοντας θα περνάς!»

Κι ο ήλιος που από ψηλά θωρεί αιώνες να παλεύουν
μήνυμα στέλνει και στους δυο με την δροσάτη αυγή,
που λέει: «Ποτέ τους δεν θα δουν τη νίκη που γυρεύουν»
κι ότι, «Απ΄ τη μάχη αλάβωτη βγαίνει μονάχα η οργή!»

Δημήτρης Κ. Τυραϊδής
συγγραφέας – ποιητής
μέλος της Παγκοσμίου Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών,
μέλος των Πνευματικών Δημιουργών νομού Χανίων

Επίκαιροι Στίχοι
Ο γείτονας
Ο Λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του,
μουδέ τη γνώμη άλλαξε μουδέ την όρεξη του.
Κι ο γείτονας μας «ο καλός» τη γνώμη δεν αλλάζει
και τους γειτονικούς λαούς σκλαβώνει και σπαράζει.
Κύπριοι και Αρμένιοι, και Κούρδοι και Συρία
πολύ ακριβά πληρώσανε Αυτού τη Μοχθηρία.
Με υποστήριξη του «Σάμ» απού τονε στηρίζει
για αντίβαρο στον Μόσχοβο, τους πάντες φοβερίζει .
Και ενώ ο λαός λιμοκτονεί, αυτός παλάτια σιάζει
και φάντομ και γεωτρύπανα πανάκριβα αγοράζει.
Και λογαριάζει, σύντομα να πάει να τρυπήσει
στης Μεσογείου το βυθό, πετρέλαιο να αναβλύσει
απ’τα οχτώ χιλιόμετρα, να τα οικονομήσει .
Μα αν δεν το νιώθει, να του πουν : Πως τούτο είναι λάθος
γιατ’αν  θα βγει πετρέλαιο απ’τόσο μέγα βάθος
θα είναι τόσο ασύμφορο, που αυτά που θα κερδίσει
δεν θα του φτάνουν τον λαό, μια μέρα να ταΐσει.
Παύλος Πολυχρονάκης

Ευρεσιτεχνία
Έξυπνο τρόπο βρήκανε κάποτε εις την Κίνα
κι απ’ τα ποντίκια γλίτωσαν που πράμα δεν αφήναν.
Κυκλοφορούσαν μαζικά και τρώγαν ό,τι λάχει
μα είχαν ιδιαίτερη προτίμηση στο στάχυ.
Τρόπο αναζητούσανε να τα εξολοθρεύσουν
να τον ανακαλύψουνε, σύντομα θα μπορέσουν.
Βαρέλι στήνουν όρθιο, κόβουν τον ένα πάτο
και ρίχνουν μέσα δόλωμα, τυράκι μυρωδάτο.
Πρόσβαση κανονίζουνε τα τρωκτικά να έχουν
και κυπελλάκι με νερό να πίνουν για ν’ αντέχουν.
Κατόπιν σε επίκαιρο, το βάζουνε σημείο
το βράδυ και περίμεναν να κάνουνε… ταμείο.
Την άλλη μέρα αρκετά μέσα’ τονε πεσμένα
που δεν μπορούσανε να βγουν και σκούζαν τα καημένα.
Λίγο νερό τους ρίξανε, να πιούνε μην ψοφήσουν
και σκοτωμένο ποντικό να φαν’ να συνηθίσουν.
Τούτο επαναλήφθηκε και δεύτερη και τρίτη
ώσπου ‘γίναν κανίβαλοι στο ίδιο τους το σπίτι.
Και όταν συνηθίσανε να τρων’ ποντίκια μόνο
ελεύθερα τ’ αφήσανε στο χώρο και στο χρόνο.
Ποντίκια κυνηγούσανε μονάχα για να φάνε
και στις φωλιές τους μπαίνουνε και τα μικρά χαλάνε.
Σ’ ελάχιστο διάστημα, είχανε φάει όλους
τους αρουραίους ποντικούς, του τρωκτικοδιαβόλους.
Ύστερα αναχώρησαν απ’ την περιοχή τους
και σ’ άλλη περιφέρεια, έψαξαν την τροφή τους.
Μ’ αυτό το τρόπ’ αφάνισαν στην Κίνα τα ποντίκια
κι αξίζουνε πραγματικά όλων τα συγχαρίκια.
Εννιαχωριανός
Μέλος λογοτεχνικής παρέας Χανίων

Γιάντα ξενοζητούμε
Είναι φορές που σκέφτομαι, γιάντα ξενοζητούμε
εμείς του κόσμου τα καλά έχουμε, δε θωρούμε;
Θεός μας έμπεψε επά στη γη του παραδείσου
ίντα κακόπιασε πολλούς, αλλού να κατοικήσουν;
Υπάρχουν βέβαια μερκοί απού σπουδές ζητούνε
φεύγουνε μα γαέρνουνε, πατρίδα δε ξεχνούνε.
Για τουρισμό η ξενιθιά καλή ‘ναι να θωρούμε
όμως θαρρώ ‘ναι βαρετή αν εγκατασταθούμε.
Η χώρα μα παραγωγή γνήσια και μεγάλη
έχ’ ικανή να θρέψει μας, μακάρι να ‘χαν κι άλλοι.
Τα προϊόντα πούχομε υγιεινά κι ωραία
τα προτιμούν οι αγορές γιατί είναι σπουδαία.
Λαχανικά, κηπουρικά, φρούτα, κρασιά, λαδάκι
πλούσια κτηνοτροφικά, καρποί και το μπαμπάκι.
Ετουτανά για να γενούν τ’ αγρότη θέλουν κόπο
θρέφουν σωστά, υγιεινά το πλήθος των αθρώπω.
Με καλλιέργεια σωστή αν κάνει ο αγρότης
η γη μας δούδει αγαθά, τρέφετ’ η αθρωπότης.
Αγρότης με πολλή δουλειά και με καρδιά γενναία
έχει τα έσοδα πολλά και χρόνο για παρέα.
Εμείς να συνηθίσουμε στη χώρα απού ζούμε
παραγωγή του τόπου μας να χρησιμοποιούμε.
Μαδαρίτης

Ριζίτικα
– Κάστρο και που ‘ν’ οι πύργοι σου
και τα καμπαναριά σου
και που ‘ν’ οι γι άντρες σου
οι γι αντρειωμένοι, οι νέοι σου,
τα όμορφα παλληκάρια.
– Εμένα οι άντρες οι γι αντρειωμένοι μου
τα όμορφα παλληκάρια
η μαύρη γης τα χαίρεται κι εγώ τα λαχταρίζω.

Πουλιά μου διαβατάρικα πολλά ταξιδεμένα
ν’ αλλάξετε το διάβα σας και τα περάσματά σας
και μάθα ντα οι κυνηγοί και σασε καρτερούνε
μόνο να πάτε απ’ αλλού, να πάτε απ’ άλλο
ντόπο ώστε να σιάξουν οι καιροί.

Ποιός είναι που τραγούδησε στο κούτελο τση τάβλας
ποιάς μάνας είναι γέννημα, ποιανού βλαστού κλωνάρι
και τίμησε τη συντροφιά και πρέπησε τη συντροφιά
και την παρέα όλη.

Είπα το ‘γω στη μάνα μου, είπα το και στο γέρο
μια κοπελιά συμπάθησα, θέλετε να τη φέρω;
– Αν είναι καλόγνωμη κι αν είναι από καλή σειρά
φέρε ντηνε ντελόγκος.

Μυρίζουν οι βασιλικοί μυρίζουν κι οι βαρσάμοι
μ’ ωσά μυρίζει ο φρόνιμος, βαρσάμια δε μυρίζουν.
Βαρσάμια, μηδέ βασιλικοί και μήτε καρεφυλάτα,
μυρίζει εκεί που πορπατεί, μυρίζει εκεί που στέκει
μυρίζει εκειά που κάθεται.

Μαντινάδα
Μανουσάκια στην αυλή σου πώς κοιμάσαι μοναχή σου,
όπλο έχω στο πλευρό μου, το Χριστό ‘χω βοηθό μου.

Ο Ριζίτης Μ. Τ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.