Μουσείο Τυπογραφείας

“Ποίηση” και σώματος μνήμη*

• “ψυχῆς γὰρ ὄργανον τὸ σῶμα, θεοῦ δ᾽ ἡ ψυχή·“
(=Όργανο της ψυχής είναι το σώμα, και του θεού η ψυχή) [Πλούταρχος, Τῶν ἑπτὰ σοφῶν συμπόσιον (Ἠθικὰ 146b-164d) (163d-164d) -επιμέλεια: Δ. Λυπουρλής]

ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ο θάνατος είναι “φοβερώτατον μυστήριον” (1). Για κάποιους αποτελεί “μετακόμιση στο διπλανό δωμάτιο”. Για τους περισσότερους σηματοδοτεί το οριστικό “τέλος” της ζωής.

ΓΙΑ τους θρησκευόμενους υπάρχει η “προσδοκία” μιας άλλης ”ενσώματης” ζωής (“Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών…”). Για ορισμένους δεν υπάρχει καν προσδοκία,· άλλοι ζουν αποτραβηγμένοι από τα εγκόσμια σε έναν κόσμο μυστικιστικό, και άλλοι αφήνουν το σώμα τους να απολαύσει ό,τι μπορεί. Υπάρχουν οι μηδενιστές που ισχυρίζονται πως τα “μετά” δεν είναι παρά “στάχτη και μπούλμπερη” (πούλβερη: από τη λατινική pulvis/pulveris=σκόνη), κι άλλοι που πιστεύουν στην αέναη ανακύκλωση της ύλης.

ΤΟ ΣΩΜΑ, από τη στιγμή που νεκρώνεται, αναισθητοποιείται· οπότε μοιραία επιστρέφει “εις τα εξ ων συνετέθη” (“χους ήν και εις χουν απελεύσει”). Στην ανατολική Κρήτη υπάρχει μια πολύ δυνατή μαντινάδα που περιγράφει τα “μετά θάνατον” του σώματος. Όταν την πρωτάκουσα, με εντυπωσίασε ο ρεαλισμός της εικόνας του νεκρού σώματος. Τη συγκράτησα, λίγο παραφρασμένη:
“Στις τρεις του, τρίζει το κορμί
και στις εννιά διαλάται
κι αν πεις για τα σαράντα του
κορμί πια δε λογάται”!

ΠΟΛΛΟΙ εξορκίζουν τη ζωή αυτοσαρκαζόμενοι. Επειδή δε, η μοίρα του σώματος δεν είναι άλλη από την κονιορτοποίησή του με την ανάλογη “αξιοποίηση” της σκόνης, το ρίχνουν στην… οινοποσία:
«Πίνε γιατί το σώμα σου
σκόνη θα γίνει μια φορά
κι από τη σκόνη σου στερνά
κούπες θα γίνουν και σταμνιά»! [Ανώνυμοι Αλκοολικοί(;)]

Η ΤΕΛΙΚΗ μοίρα του σώματος που περνάει από την ομορφιά και τη νιότη στη φθορά και την “ήρεμη σκόνη”, εικονογραφείται μελαγχολικά από μια αγαπημένη Αμερικανίδα ποιήτρια. Αντλεί την έμπνευσή της από “το πνεύμα της φύσης” και την αναπόδραστη μοίρα των ανθρώπων. Πρόκειται για την Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886) που γράφει στο ποίημά της “Το μοναχικό κυνηγόσκυλο”:

“Αυτή η ήρεμη σκόνη ήταν κάποτε
κύριοι και κυρίες
κι αγόρια και κορίτσια.
Ήταν γέλιο και δύναμη και στεναγμός
και φορέματα και μπούκλες.
Αυτό το ήσυχο μέρος
ήταν ένα εξοχικό που έσφυζε από ζωή
όπου λουλούδια και μέλισσες
χόρευαν τον ανατολίτικο χορό τους.
Κι έπειτα έπαψε να υπάρχει,
όπως κι αυτά”

ΤΗΝ ΠΙΟ όμορφη κατάληξη/ανάμνηση του σώματος και του απόηχού του-μια αδιάκοπη πορεία στο διηνεκές- τη δίνει ο Βέλγος θρησκευόμενος συγγραφέας/ποιητής Gabriel Ringlet (1944-) στο ποίημά του “Αυτό που θα μείνει από σένα…” (Ce qui resterα de toi…). Tο σώμα παρουσιάζεται ως η οδός προς τον θάνατο. Όμως, αφήνει στους “άλλους”- εμάς τους ζωντανούς- αδιόρατες ενθυμίσεις από το πέρασμά του από τη γη:

“Ναι, τα χέρια μας θα λυώσουν
Αλλά οι χειραψίες, τα νεύματα,
οι αποχαιρετισμοί μας,
κι οι αόρατοι δρόμοι των χαδιών μας
δεν θα χαθούν.

Ναι, τα πόδια μας θα λυώσουν
Μα το πλήθος των περιπάτων μας,
η ορμή του τρεξίματός και τα άλματα των αγώνων,
τα βήματα των χορών και των ραντεβού μας
δεν θα χαθούν.

Ναι, τα πρόσωπά μας θα σβήσουν
και τ΄αυτιά και τα χείλη και τα μάτια μας,
μα τα χαμόγελα και τα μουσικά ακούσματά μας
τα βλέμματα και τα φιλιά μας
δεν θα χαθούν.” (απόδοση από τα γαλλικά, Στ.Γ.Κ.)

ΤΟ ΣΩΜΑ αποτελεί το ενδιάμεσο ψυχής και αισθητού κόσμου. Τα “παράθυρά” του είναι οι αισθήσεις – αέναες εργάτριες ηδονής, μόχθου και πόνου. Κι όταν αυτές, με το χρόνο ή την ασθένεια απονεκρωθούν, κι όταν το σώμα του άλλου ακινητοποιηθεί, τότε καλούμαστε να του πούμε το στερνό αντίο: αποχαιρετούμε το μόνο απτό αντικείμενο του ζώντος υποκειμένου μας-της ύπαρξής μας:

«Δεν ξέρω τι άλλο είναι ο άνθρωπος· το βέβαιον είναι ότι είναι το σώμα του. Εντός αυτού κατοικεί η μορφή, η διάνοια, η ψυχή, η γλώσσα, το ύφος, η ενόρμηση, η ανάγκη, η ορμή, η επιθυμία. Το σώμα φαίνεται, αυτό υπάρχει και περιφέρεται, παίζει, ξεκουράζεται, αγωνίζεται, τρέμει, έρχεται σ΄ επαφή μ΄ ένα άλλο, τεκνοποιεί, συρρικνώνεται, λιώνει, αφανίζεται» (2)

ΤΗ ΒΑΘΥΤΕΡΗ υπαρξιακή σχέση τού εγώ με το σώμα μας, όταν αργοπεθαίνει, τη δίνει ο Γ. Μανουσάκης (3):

“…Τώρα οι αρμοί του τρίζουν
λες κι άρχισε κιόλας η αποσύνδεση.
Στιγμές-στιγμές μοιάζει να αιωρείται
ωσάν να δοκιμάζει να μ’ αφήσει…”

ΠΟΣΟ νοιαζόμαστε για την ευεξία του σώματός μας; Ελάχιστα, διότι θεωρούμε αυτονόητη την ευρωστία του όσο είμαστε νέοι. Πόσοι βλέπουν το σώμα τους ως “ναό ψυχής” (κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας) και πόσοι ως τον (πλατωνικό) “τάφο της ψυχής” (“σώμα ψυχής σήμα”); Ποιοι το μισούν ταλαιπωρώντας το και ποιοι το λατρεύουν θεοποιώντας το; Ποιοι το “πωλούν” και ποιοι το γιατρεύουν; Το σώμα ειδοποιεί για την κακή κατάσταση των οργάνων του, μα τις περισσότερες φορές αδιαφορούμε. Βέβαια, κατά τον Ιπποκράτη, το σώμα έχει την ικανότητα της αυτοΐασης, όμως όχι επ’άπειρον χωρίς την ιατρική βοήθεια.

ΟΣΟ γερνάμε, το σώμα αποτελεί ιερή “κληρονομιά” του παρελθόντος μας διασωζόμενο σε κάποιες νοσταλγικές φωτογραφίες ή βίντεο. Βλέποντας το στον καθρέφτη, τρομάζουμε στη φθίνουσα πορεία του για την οποία, ειδικά μετά τη μέση ηλικία, είμαστε οι μόνοι υπεύθυνοι. “Πρόσωπο” και “σώμα” θέλουν φροντίδα. Το σώμα φωνάζει, απαιτεί, διαμαρτύρεται, κι ας λέει ο Φίλιπ Ροθ πως «όταν είσαι νέος, σε νοιάζει πώς είναι το σώμα σου, πώς φαίνεται απ΄έξω. Όταν γεράσεις, σημασία έχει αυτό που είναι μέσα, και κανείς δε δίνει δεκάρα για την εμφάνισή σου» (4). Όμως, δεν είναι πάντα και για όλους έτσι.

ΕΝΑΠΟΘΕΤΩ το σώμα μου στο χώμα, σημαίνει ότι εγκαταλείπω τον κόσμο όπου έζησα (σπίτι, αγαπημένα πρόσωπα, συντροφιές). “Αφήνω” το σώμα μου, σημαίνει παραιτούμαι από μια πίστη και βρίσκω – πιθανόν – μια άλλη σ’ έναν κόσμο ασύλληπτο απ’ τις αισθήσεις μας… Ερχόμαστε στη ζωή σφριγηλοί, “φεύγουμε” μόνοι και γυμνοί, έρχονται άλλοι, και η ζωή συνεχίζεται.(7-8-20)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού: «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον, πώς ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας, και της συμφυΐας ο φυσικότατος δεσμός, θείω βουλήματι αποτέμενεται» (από τη νεκρώσιμη ακολουθία)
-(2) «Η Ιερότητα του Σώματος», Γιώργος Σταματόπουλος, Αφιέρωμα στον Έρωτα, εφημ. «Ελευθεροτυπία», σελ. 12-13, (31/12/1999)
-(3) Γ. Μανουσάκης, «Το σώμα μου κι εγώ», (Στ΄ακρωτήρια της ύπαρξης), εκδ. Γαβριηλίδης, 2003, σελ. 76
-(4) Φίλιπ Ροθ, «Καθένας», εκδ. Πόλις, σελ. 102, Αθήνα, 2006
——————————————————————
* Μικρή Μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών (πάνω από 700.000) του κορωνοϊού (Covid-19) που “τελειώνουν” εντελώς μόνοι: αυτοί και το σώμα τους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.