Μουσείο Τυπογραφείας

Νάλα

(1ο βραβείο/μαθητές Γυμνασίου)

Η Νάλα άρπαξε το ινδιάνικο σακίδιό της και κοπάνησε πίσω της την ξύλινη πόρτα.
– Νάλα!!! Φώναξε ακολουθώντας την ο πατέρας της τρεκλίζοντας.  Η Νάλα δεν του μίλησε. Μόνο τον κοίταξε με θυμό. Θυμήθηκε πώς ήταν ο πατέρας της παλιά. Πάνε χρόνια από τότε… Έτρεξε μακριά του. Το σακίδιο αναπηδούσε στην πλάτη της και τα μακριά μαύρα μαλλιά της ανέμιζαν.
– Νάλα, στάσου!!! Η φωνή του πατέρα της έφτασε ξανά στα αυτιά της. Δεν του έδωσε σημασία. Μόνο έφυγε.
Κατευθυνόταν προς το βουνό. Ο άνεμος βούιζε καθώς στροβιλιζόταν ανάμεσα στα κλαδιά των κέδρων. Το κελάρυσμα του ποταμού που κυλούσε δίπλα της έσβηνε τον ήχο των βημάτων της. Το κορίτσι δεν σταματούσε να τρέχει. Σαν να την κυνηγούσαν.
Κρυμμένος πίσω από μια πυκνή συστάδα πεύκων φάνηκε ο αφρισμένος καταρράκτης. Τα νερά του έπεφταν με ορμή στην μικρή λίμνη. Ένας κάστορας φοβισμένος από την παρουσία της εξαφανίστηκε στη φωλιά του. Η Νάλα πλησίασε από το πλάι του καταρράκτη και χάθηκε στο κρυφό μονοπάτι που είχε σχηματιστεί στον βράχο από την πίσω πλευρά του. Άναψε το φακό της και προσεκτικά ακολούθησε τη σκοτεινή στοά. Το φως  στο τέρμα της στοάς όλο και μεγάλωνε. Τα μάτια της τυφλώθηκαν καθώς βγήκε πάλι στον ήλιο. Βρέθηκε σε ένα άλλο, ξεχασμένο μέρος του δάσους. Εκεί την πήγαινε η μαμά της όταν ήταν μικρή. Αν και είχαν καιρό να πάνε μαζί, το μέρος αυτό ήταν μοναδικό για εκείνη.
Εδώ η Νάλα ένιωθε ο εαυτός της. Εδώ κανείς δεν την έκρινε.  Κανείς δεν της έλεγε πώς έπρεπε να νιώθει και πώς να φερθεί.  Εδώ ένιωθε πραγματικά ελεύθερη. Ανέβηκε στο βράχο της και έμεινε να κοιτά το τοπίο. Ο ήλιος έλαμπε και περνώντας μέσα από τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων, δημιουργούσε χρυσαφιά μπαλώματα. Καταπράσινοι κισσοί σκαρφάλωναν στους πανύψηλους κορμούς των  επιβλητικών δέντρων. Το τιτίβισμα των πουλιών και το μακρινό τραγούδισμα του καταρράκτη γαλήνεψαν αμέσως την ψυχή της.
Σηκώθηκε και έβγαλε από το σακίδιό της έναν σουγιά.  Πλησίασε το χέρι της κοντά σε ένα δέντρο.  Άρχισε να χαράζει ινδιάνικα σχέδια. Έναν λύκο, έναν αετό. Η λεπίδα του σουγιά έσπασε. Δεν την πείραξε. Θα έπαιρνε τον μεγάλο σουγιά του πατέρα της. Αυτός ούτε που θα τον αναζητούσε. Έφερε τη φυσαρμόνικά της στα χείλη και άρχισε να παίζει έναν ήρεμο σκοπό, απολαμβάνοντας τον ήλιο στη δύση του.
Η Νάλα πήρε το δρόμο του γυρισμού. Είχε πια βραδιάσει όταν επέστρεψε. Από μακριά αντίκρισε το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αναστέναξε… Θυμήθηκε πώς ήταν παλιά. Τότε… Όταν ζούσε η μαμά. Θυμήθηκε τον στάβλο με τα άλογα κάτω από την μεγάλη βελανιδιά. Τη φρέσκια μυρωδιά από κομμένο χόρτο και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων. Πώς της άρεσε να τα χτενίζει με τη βούρτσα και να τους πλέκει τις μακριές τους χαίτες, στολίζοντάς τα με φτερά… Θυμήθηκε το ξύλινο παγκάκι που η μαμά και ο μπαμπάς κάθονταν τα απογεύματα και αποχαιρετούσαν τη μέρα που έφευγε. Την κούνια με τα χοντρά σκοινιά που της είχε φτιάξει ο πατέρας της. Θυμήθηκε την μπουγάδα με τα ρούχα να ανεμίζει στον αέρα. Τις γλάστρες που στόλιζαν τη βεράντα τους…
Τώρα ο στάβλος είχε ερημώσει. Ένα μεγάλο μέρος της στέγης του είχε καταρρεύσει. Το παγκάκι δεν υπήρχε πια. Από την γέρικη βελανιδιά κρέμονταν
μόνο σάπια σκοινιά. Στη βεράντα ξεραμένα φυτά και σπασμένες γλάστρες.
Το χέρι της ακούμπησε στο πόμολο της πόρτας. Το τράβηξε πίσω μετανιωμένη. Όχι, δεν είχε καμιά διάθεση να δει τώρα τον πατέρα της. Κατευθύνθηκε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Έσπρωξε το παραθυρόφυλλο του δωματίου της και πήδησε μέσα. Αθόρυβα έφτασε στην πόρτα και έβγαλε το κεφάλι της για να δει τι γινόταν στο υπόλοιπο σπίτι.
Ο πατέρας της κοιμόταν ροχαλίζοντας στην πολυθρόνα.  Στο πάτωμα υπήρχαν μπουκάλια με αλκοόλ. Μερικά ήταν άδεια.  Πλησίασε στις μύτες των ποδιών της. Πήρε από το τραπέζι τον σουγιά του πατέρα της. Έβγαλε από το παλτό του το πορτοφόλι.  Μέτρησε μερικά χαρτονομίσματα και τα έβαλε στην τσέπη της.  Έπειτα σήκωσε τα μπουκάλια, άδειασε το περιεχόμενό τους στον νεροχύτη και τα πέταξε στα σκουπίδια.
Ανενόχλητη γύρισε στο δωμάτιό της. Άνοιξε το φως και έχωσε μέσα στο σακίδιό της μερικά ρούχα. Δυο – τρεις αλλαξιές, δερμάτινο και αδιάβροχο. Άνοιξε μια μάλλινη κουβέρτα και πέταξε μέσα μερικά μαγειρικά σκεύη από την κουζίνα, ένα καμινέτο, μπρίκι, ένα μικρό τηγάνι, ένα τσίγκινο πιάτο, κύπελλο, κουτάλι και πιρούνι. Έπειτα έψαξε στα ντουλάπια για μερικά τρόφιμα. Βούτυρο, φασόλια, καπνιστό κρέας, καλαμποκάλευρο.  Τελευταία έριξε μέσα έναν αναπτήρα και μπαταρίες για το φακό.  Έδεσε τις άκρες της κουβέρτας σε μπόγο, τον φορτώθηκε στην πλάτη της και τον μετέφερε στην κορυφή του λόφου. Τον έκρυψε μέσα σε έναν πυκνό θάμνο και γύρισε στο σπίτι.
Είχε πάρει την απόφασή να φύγει από το σπίτι.  Πλέον θα έμενε μόνη της στο βουνό.
Το επόμενο πρωί την ξύπνησε ο πατέρας της. “Σε λίγο θα έρθει μια δασκάλα για σένα. Θα σου κάνει μάθημα το καλοκαίρι και από το φθινόπωρο θα πας στο σχολείο. Πήγαινε τώρα να ντυθείς”. Τα λόγια του πατέρα της έκαναν τη Νάλα έξω φρενών.  “Όχι!!! Δεν είσαι πια ο πατέρας μου. Δεν θα με αναγκάσεις να πάω σχολείο”. Τον έσπρωξε πίσω και έτρεξε στο ντουλάπι που ο πατέρας της φύλαγε τα ποτά του. Τα πέταξε κάτω και έφυγε τρέχοντας από το σπίτι. Πήρε τον κρυμμένο μπόγο και ανέβηκε με φούρια στο βουνό.
Όταν έφτασε στον καταρράκτη συνειδητοποίησε ότι δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της. Κοίταξε την εικόνα της στα κρυστάλλινα νερά της λίμνης. Δεν είχε χρόνο για κλάματα. Είχε πια περάσει το σημείο της επιστροφής. Έπλυνε τα μάτια της και στρώθηκε στη δουλειά.
Από μια κόχη της στοάς έβγαλε μια ινδιάνικη σκηνή. Της την είχε χαρίσει η μητέρα της όταν έκλεισε τα δέκα της χρόνια.  Την έστησε στο ξέφωτο και τακτοποίησε μέσα τα πράγματα του μπόγου. Βγήκε έξω και μάζεψε ξύλα για το βράδυ. Ανάμεσα σε δυο δέντρα κρέμασε την πλεχτή της αιώρα.
Το βράδυ είχε πια τελειώσει όλες τις δουλειές της. Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό και ένα ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τη νύχτα. Ο καταρράκτης ασήμιζε στο φως του φεγγαριού και μια μυρωδιά από ρετσίνι και υγρό χώμα απλωνόταν τον χώρο.  Έχοντας αυτή την όμορφη εικόνα στο μυαλό της αποκοιμήθηκε.
Στον ύπνο ήρθε ολοζώντανη η μητέρα της. Σχεδόν ένιωσε το χάδι της στο πρόσωπό της. Την έπιασε από το χέρι και βγήκαν έξω στην βεράντα. Ο μπαμπάς τις είδε και έτρεξε να τις αγκαλιάσει.  Σήκωσε τη Νάλα στα χέρια ψηλά, πάνω από το κεφάλι του.  ‘Έπεσαν όλοι κατάχαμα στην αυλή και άρχισαν να γελούν. Το άλογο της μαμάς πλησίασε αργά παίζοντας την μακριά ουρά του, έφερε τη μουσούδα του και τους μύρισε. Μασούλησε με τα χοντρά του χείλια τα μακριά μαλλιά της μαμάς και όλο χλιμίντριζε.
Ήχος αλόγων που χλιμίντριζαν έφτανε καθαρά στα αυτιά της.  Η Νάλα ξύπνησε. Όχι, ο ήχος αυτός δεν ήταν στο όνειρό της.  Με ένα σάλτο βρέθηκε κάτω από την αιώρα και πλησίασε προς τη μεριά της στοάς που βρισκόταν ο καταρράκτης. Και να!!! Εκεί μπροστά της βρισκόταν ένα κοπάδι από άγρια άλογα που ξεδιψούσαν στο νερό της λίμνης. Ήταν καμιά εικοσαριά. Μεγαλόσωμα άλογα με μακριές χαίτες και ουρές και ινδιάνικα χρώματα. Η Νάλα τα έχασε!!!
Ένα γκρίζο με άσπρες πιτσιλιές την έκανε να σαστίσει. Θα ξεχώριζε αυτό το άλογο ανάμεσα σε χιλιάδες. Ήταν το άλογο της μητέρας της.
Θυμήθηκε τότε… Όταν η μητέρα της ήταν ζωντανή και ο πατέρας της γελούσε, δεν έπινε και δούλευε… Και η ίδια δεν ήταν κλεισμένη στον εαυτό της… Θυμήθηκε πόσο πολύ λάτρευε η μητέρα της τα άλογα… Κάποια στιγμή μάλιστα είχε αναρωτηθεί  εάν τα άλογα άρεσαν περισσότερο στη μητέρα της παρά στην ίδια.
Ο πατέρας της μετά τον θάνατο της γυναίκας του είχε διώξει όλα τα άλογα από το κτήμα. Δεν ήθελε να του θυμίζει τίποτα την παλιά του ζωή. Θυμήθηκε να προσπαθεί μάταια να τον σταματήσει, όταν τον είδε να τα χτυπάει βίαια με το καμουτσίκι προκειμένου να τα διώξει για πάντα απ’ το κτήμα. Και να τώρα, το άλογο της μητέρας της να την κοιτάει μέσα από τις πυκνές του βλεφαρίδες.
“Ρυάκι…” ψέλλισε δακρυσμένη. Το άλογο μυρίζοντας τον αέρα την πλησίασε και την άφησε να του χαϊδέψει τη μουσούδα.  Το αγκάλιασε από τον λαιμό και ξέσπασε σε λυγμούς σαν να συναντούσε επιτέλους έναν δικό της άνθρωπο.
Στο σπίτι, ο πατέρας της Νάλα ξύπνησε το βράδυ πιωμένος, νιώθοντας μια ανεξήγητη ανησυχία. Όταν είδε ότι το δωμάτιό της Νάλα ήταν άδειο το μυαλό του ξαφνικά καθάρισε. Ήξερε ότι η κόρη του περνούσε πολύ χρόνο έξω, αλλά πάντα γυρνούσε τη νύχτα στο σπίτι. Με τις τύψεις να τον πνίγουν άρπαξε το παλτό του και έναν φακό και βγήκε έξω για να την αναζητήσει φωνάζοντας το όνομά της.
Ξημέρωσε. Η Νάλα ξύπνησε για πρώτη φορά μετά από χρόνια ευτυχισμένη, ξαπλωμένη πάνω στη ράχη του αλόγου.  Κοίταξε γύρω της. Το κοπάδι είχε ξυπνήσει και έβοσκε ανάμεσα στα δέντρα το φρέσκο χορτάρι. Αγκάλιασε το Ρυάκι και του είπε.  “Από σήμερα είσαι δικό μου. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πάρει μακριά μου”. Σκέφτηκε να δοκιμάσει να καβαλήσει το Ρυάκι.  Δεν θα την εμπόδιζε που δεν είχε σέλα. “Τι λες κορίτσι μου;  Έχεις όρεξη για βόλτα;”
Με αυτά τα λόγια η Νάλα πήδηξε στην πλάτη του αλόγου.  Αρπάχτηκε από την χαίτη του και με τα πόδια της κλότσησε απαλά τα πλευρά του ζώου. Το Ρυάκι σύντομα κάλπαζε στο καταπράσινο δάσος. Το κορίτσι ένιωσε πρωτόγνωρα. Ένιωσε να κυλά μέσα της το αίμα των ινδιάνων προγόνων της. Ένιωσε τη μητέρα της στον αέρα που της ανακάτευε τα μαλλιά και στον ήλιο που έπαιζε με τις βλεφαρίδες της. Στα χείλη της ανέβηκαν αλαλαγμοί χαράς.
Έτσι ευτυχισμένη, έτσι ελεύθερη την αντίκρισε ο πατέρας της και έκπληκτος έμεινε να την θαυμάζει. Το κοριτσάκι του είχε πια μεγαλώσει. Και αυτός είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής της βουτηγμένος καθώς ήταν για χρόνια στη θλίψη του για το χαμό της αγαπημένης του γυναίκας. “Πόσο μοιάζεις στη μητέρα σου μικρό μου” ψιθύρισε. Δάκρυα λύτρωσης ανέβηκαν στα μάτια του. Διπλώθηκε στα δύο, ακούμπησε με τις παλάμες του στο χώμα και έκλαψε σαν μικρό παιδί.
Η Νάλα τον είδε από μακριά και μαρμάρωσε. Επιβράδυνε τον καλπασμό του αλόγου και τον πλησίασε. Όταν είδε τους ώμους του να τραντάζονται από το κλάμα ράγισε η καρδιά της.  Έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε σφιχτά, κάτι που δεν είχε κάνει για χρόνια. Κλάψανε και οι δύο γοερά, λυτρωμένοι από τον πόνο τους. Το Ρυάκι πλησίασε πατέρα και κόρη και έγειρε το κεφάλι του πάνω στους ώμους τους. Είχαν γίνει ξανά οικογένεια.

Μαυρογένη Μαντώ,
7ο Γυμνάσιο Χανίων (Α΄τάξη)

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.