Μουσείο Τυπογραφείας

«Μαντώς κατά Ελένη εξομολόγησις»

Ιδού εγώ/ η Μαντώ Μαυρογένους ή Μαγδαληνή/ ορθή στην κουπαστή/ ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου/ με την Ιστορία// Οτι με αδίκησαν οι πρωταγωνιστές/ και οι Ελληνες του αγώνα οι ιστορικοί/ πολύ καλά το ξέρω/ κι όλος ο έξω κόσμος όλος το γνωρίζει/ -τι μ’ αυτό-// Δεν ήρθα για να δοξαστώ/ ήρθα να πολεμήσω για τη λευτεριά/ του δουλωμένου Γένους των Ελλήνων/ Μου έλαχε να ερωτευτώ έναν πρίγκιπα/ -ποιον έβλαψα και ταπεινώθηκα-/ Για όλα όσα έγιναν μετά/ δεν θέλω να θυμάμαι τίποτα/ ωσάν να μην υπήρξαν// Γυρίζω ψηλαφώντας στο σκοτάδι τον καιρό/ να βρω ένα σημάδι της αφής μου/ στης μορφής του το κενό/ να πιάσω μια γραμμή στο μέτωπό του/ του σώματός του την ορμή/ να νιώσω πως κυλάει στις φλέβες μου/ πως ρέει με το αίμα του/ μες στης ψυχής μου το κενό/ να βρω μια άκρη του καημού στον σπαραγμό/ στον καταποντισμό/ σε μια ικμάδα της αφής του// Να ξεδιπλώσω την ανάμνηση/ με μια ρωγμή στο ριζικό μας/ μια χαρακιά/ στη νυχτωμένη σκέψη του/ να ιδώ μες στον καθρέφτη του μυαλού του/ τι έφταιξε και με τελείωσε/ για να κεντήσω με άστρα ένα σταυρό/ στης απουσίας του το μάρμαρο/ μ’ ένα ροδόσταμο ενταφιασμού/ σπονδή στον αρραβώνα μας που πήγε στράφι/ και στο μεγάλο πάθος μας που ήταν φρούδο// Δώσαμε την ψυχή μας στον αγώνα/ αισθήματα ξοδεύτηκαν σαν χρήματα/ για έναν έρωτα ανίκανο/ -περιουσίες/ κόποι αιώνων έγιναν πλοία-/ το αίμα της καρδιάς μου/ τη φλόγα που μας ένωνε/ τα όνειρά μας/ όλα τα δώσαμε και λασπωθήκαμε/ για το πολύ που δώσαμε φτωχύναμε/ κι απατηθήκαμε/ νυχτώθηκαν τα πάθη μας με τα καράβια/ σε αξημέρωτα λιμάνια ρημαγμένα/ στην άβυσσο των συμφερόντων βουλιαγμένα// Ηταν βαρύ το τίμημα/ τόσοι αγώνες/ το μεγάλο πένθος με βαραίνει/ κι ο έρωτάς μου μπαίγνιο σε χίλια/ λερωμένα χείλια// Κάθε φορά που συλλογιόμουν/ το γαλάζιο φως στα μάτια του/ την τρελαμένη του άκουγα φωνή/ στα σωθικά μου ερωτευμένη/ τρίλιες αηδονιών στα Κλεισορέματα/ έπλεκαν ύμνο δροσερό για το κορμί μου// Αιώνια η Ελλάδα ματωμένη/ μια πληγή στα σωθικά μου μένει/ απ’ άκρη σ’ άκρη ανοιχτή/ και με πονεί/ κι άδεια η καρδιά μου/ κενοτάφιο η ψυχή/ κι ο έρωτας/ δυο τρεις οργιές βαθιά στο χώμα/ να σαπίζει μες στη μνήμη τόσα χρόνια// Τώρα που με πιέζει ασφυκτικά/ του χώματος βαριά η σιωπή/ χαϊδεύει της καρδιάς την ακοή/ η θυμωμένη ανάμνησή του/ λύνονται του θυμού μου οι αρμοί/ στη γούβα της κατάκρισης βουλιάζω/ μουλιάζω στην απόγνωση/ απ’ τη νοτιά της αφροσύνης των ενόχων/ και των κενόδοξων/ της εξουσίας εντολοδόχων ξενοδόχων// Νιώθω το κρύο της γης που με τυλίγει/ πονούν τα σπλάχνα μου/ η πεθαμένη μου ζωή ξαναγυρνάει/ τρίζουν τα μνήματα/ ίσαμε το μυαλό και το μεδούλι των οστών/ ίσαμε το μεγάλο πένθος που φορώ κατάσαρκα// Στην Πάρο την αμμουδερή λένε αναπαύομαι/ δεν ξέρω πού/ σε ποια γωνιά είμαι θαμμένη/ από όλους τους θνητούς λησμονημένη/ για ν’ αρμενίζω τον καιρό/ κατά πώς έρχεται με τη βροχή/ να με ξεπλένει από τους ρύπους/ να με βυθίζει πιο βαθιά στη σιωπή/ το χώμα που τυλίγει το κορμί μου/ και να προβαίνω καθαρή/ από την καταχνιά του χρόνου/ να στέκω ορθή στης Ιστορίας το διάσελο/ πάνω από την Ελλάδα/ πάνω από τον κόσμο». Το ποίημα “Μαντώ Μαυρογένους” της Ελένης Χωρεάνθη. (Από την ποιητική συλλογή “Σύνθεση σε ρε ελάσσονα”, εκδ. “Σ.Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ”, Αθήνα 2019).

Στον απόηχο του μη εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης (21 Μαρτίου) αλλά και με αφορμή την 199η επέτειο της Εναρξης της Επανάστασης του 1821, που επίσης δεν γιορτάσαμε λόγω κορωνοϊού, το παραπάνω ποίημα που το φύλαγα… επί τούτου απ’ τα τέλη του περασμένου Σεπτέμβρη. Τότε το “συνάντησα” στην περί ης ο λόγος ποιητική συλλογή που μου έστειλε η φίλη δασκάλα -ποιήτρια. Καμία “ανάλυσή του, “μιλά τόσο “συγκινησιακά” άλλωστε. Προπάντων όταν αναφέρεται στους “έρωτές” της για την Ελλάδα και τον Δημήτριο Υψηλάντη.

Κορωνοϊκά στα πεταχτά
Χειρότερα και από την Κατοχή! Δεν γιορτάζεται εφέτος η Επέτειος της Εναρξης της Επανάστασης του 1821. Όνειρο εαρινής νυκτός οι σχολικές γιορτές, οι καταθέσεις στεφάνων, οι δοξολογίες, οι πανηγυρικοί, οι παρελάσεις. Δεν μας παρεξηγούν οι ήρωες του 1821, που αγωνίστηκαν «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την Ελευθερία». Για να υπάρχει η Ελλάδα πρέπει να υπάρχουν Ελληνες, το ξέρουν καλά αυτό. Κι από αυτούς η εντολή να μείνουμε μέσα.

Τα χειρότερα που φοβόμασταν ήρθαν, το θέμα είναι να μην έρθουν τα τρις χειρότερα. Ο καθένας μας ενώπιον της ευθύνης του, απέναντι του εαυτού του και των άλλων. Με κλειστά τ’ αυτιά στις κάθε λογής ψευδείς ειδήσεις (fakenews) που κυκλοφορούν. Δεδομένο ότι ο κορωνοϊός στο τέλος θα ηττηθεί, να μετράμε όσο γίνεται λιγότερες απώλειες το μέγα ζητούμενο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.