Μουσείο Τυπογραφείας

«Η ζωή δεν πουλιέται, δεν αγοράζεται»

«Α όνειρα, που δεν φυλακίζεστε ποτέ/ κι ας συνωστίζονται οι απώλειες στην πόρτα/ Α, δαιμόνια, που μας κρατάτε ζωντανούς/ την ώρα που πάει να σβήσει κάθε ελπίδα». «Κι έπειτα, είχα άλλοθι ακλόνητο/ δεν εγκλημάτησα ποτέ με τη συνήθεια/ των εξουσιαζόντων όπλο απεχθές/ όπιο αναισθητικό των εξουσιαζομένων». «Α, πόσοι τρελοί μας είπαν πάλι την αλήθεια/ πόσοι τάχα θεόσταλτοι κυβέρνησαν τον κόσμο/ και πόσοι τους προσκύνησαν/ και γέμισαν τα παραμύθια βασιλιάδες/ οι μύθοι ανθρωπόμορφα θεριά/ με χέρια απειλητικά/ και με το δείκτη οδηγό/ μυριάδων προς το πουθενά». Τρία απ’ τα πάμπολλα “πολύτιμα ορυκτά” που ανέσυρε ο Γιώργος Ρούσκας απ’ τις ποιητικές συλλογές του Γιώργου Δουατζή και συμπεριέλαβε στο βιβλίο του “Γιώργος Δουατζής: Απάνθισμα (1976-2018)” που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 2019 απ’ τις εκδόσεις “Στίξις”.

«Αυτάρεσκα μιλούσαμε για πολιτισμό. Δεν βλέπαμε τα εύθραυστα πόδια του. Μαζεύουν τώρα τα αργύρια για να τα δώσουν στην επιστήμη και την έρευνα μήπως και διασωθούμε. Κράτη ικετεύουν κατέχοντες για μια ευεργεσία, από αυτούς που κόμπαζαν για τον πλούτο και τη δύναμή τους και τώρα τρέμουν τον θάνατο μεμονωμένοι σε σαθρά παλάτια. Κατάλαβαν, έστω αργά, ότι η ζωή δεν πουλιέται, δεν αγοράζεται. Οτι η ζωή τους δεν ήταν ποτέ πραγματική. Ζούμε με βάρος επαχθές τις ενοχές που μας φόρτωσε η ανοχή μας. Ξέχασαν την απόλυτη ισότητα που δίνει απλόχερα στο τέλος της ζωής η μοίρα των ανθρώπων». Από την “επιστολή στη νέα γενιά: εσείς μπορείτε” του Γιώργου Δουατζή.

Καλά καλή συντροφιά, “συντροφιά παρηγοριάς”, αυτή που μου κράτησε για δύο περίπου ώρες τις προάλλες με τα κείμενά του ο φίλος, καταξιωμένος και ως δημοσιογράφος και ως ποιητής Γιώργος Δουατζής. Και διά της στήλης οι ευχαριστίες μου για την ηλεκτρονική αποστολή του “Απανθίσματος” και της προς τη νέα γενιά επιστολής του. Οσο υπάρχουν ποιητές που σηκώνουν στις πλάτες τους την αγωνία του σύμπαντος κόσμου, υπάρχει ελπίδα!

Κορωνοϊκά… στα πεταχτά
Η μάχη της Ελλάδας εναντίον του κορωνοϊού φαίνεται να κερδίζεται, καθώς μέρα με τη μέρα μεγαλώνει η χαραμάδα της αισιοδοξίας, ότι «έτσι είναι τα πράγματα μα έτσι δεν θα πάνε», για να παραφράσω τον τίτλο του πιο γνωστού βιβλίου του Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν. Υπομονή και κουράγιο χρειάζεται, να μην πάρουν τα μυαλά μας αέρα, το σπουδαιότερο. Να μην το κάνουμε όπως η κατσίκα που έδωσε μια με το πόδι της στο τέλος κι έχυσε το γάλα απ’ την καρδάρα. Ενας αγώνας λήγει στο 90’, συν τις όποιες καθυστερήσεις να μην το ξεχνούμε αυτό.

Μείνε μέσα, Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου… Του Λαζάρου αύριο και μην ξεχάσουμε να του απαγγείλουμε να παραμείνει, μέχρι τα μέσα του Μάη, τουλάχιστον, στην ασφάλεια του τάφου του. Καλύτερα ενταφιασμένος και ζωντανός, παρά μη ενταφιασμένος και μη ζωντανός. Αργότερα το “δεύρο έξω”, λοιπόν…

Ανοίγω παρένθεση. Να λέμε με τα παιδιά των σχολείων που υπηρέτησα τη Δασκαλοσύνη τα κάλαντα του Λαζάρου, κρατώντας στεφάνια με μαντηλίδες, σαν σήμερα, θυμούμαι. Παραθέτω, δίχως σχόλια τους τελευταίους στίχους «Λάζαρος απολυτρώθη αναστήθη και σηκώθη,/ ζωντανός, σαβανωμένος και με το κερί ζωσμένος./ Τότε Μάρθα και Μαρία, μα και όλη η Βηθανία,/ μαθητές και Αποστόλοι, τότες ευρεθήκαν όλοι./ “Δόξα τω Θεώ”, φωνάζουν και το Λάζαρο εξετάζουν:/ “πες μας, Λάζαρε, τι είδες εις τον Αδη οπού πήγες;”/ “Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους./ Φέρετε νερό λιγάκι να ξεπλύνω το φαρμάκι/ της καρδιάς και των χειλέων/ και μη με ρωτάτε πλέον”». Κλείνω την παρένθεση ευχόμενος “Καλή Ανάσταση”.

«Σαν να μιλάει άγγελος σε βλέπουν και σ’ ακούνε/ όλοι οι Ελληνες γιατρέ, να ξέρεις σ’ αγαπούνε. Στην Παναγία, τον Χριστό, στσ’ Αγίους και σ’ εσένα/ ελπίζουν και προσεύχονται με μάτια βουρκωμένα». Από τον φίλο ιερωμένο η ρίμα. Στον Σωτήρη Τσιόδρα αφιερωμένη με αγάπη.

Δεν φοβήθηκαν τη χαρά τους οι Τρώες και βγήκαν να πανηγυρίσουν όταν είδαν άδειο τον κάμπο από Δαναούς. Ούτε τον Λαοκόοντα άκουσαν όταν τους είπε: «Τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι», κι έβαλαν με τιμές το αφιερωμένο από τους Δαναούς ξύλινο άλογο στην πόλη τους. Μια σταγόνα μυθολογίας που θέλω να πιστεύω ότι κάτι θέλει να μας πει. Και εν είδει σχολίου στη φράση του Σωτήρη Τσιόδρα: «Φοβάμαι τη χαρά των Ελλήνων»…

«Ούτε έναν στίχο για να μείνει/ δεν έγραψε όλη μέρα,/ είπε, αργά το βράδυ/ ο ποιητής στο μολύβι του.// Αμίλητο εκείνο/ κατέγραψε το παράπονό του/ μην υπολογίζοντας/ ότι η ξύστρα – κορωνοϊός/ παραμόνευε». Το ποίημα “Το μολύβι” του γράφοντος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.