Μουσείο Τυπογραφείας

Ι. Μεταξάς και Δικαιοσύνη

37Στο παρόν σημείωμα, εφόσον συμπληρώνονται φέτος 83 χρόνια από τον Αύγουστο του 1936 που ο Ιωάννης Μεταξάς κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Ελλάδας του Μεοοπολέμου, ας προσπαθήσουμε να ιδούμε με λίγα λόγια πώς ο δικτάτορας πολιτεύτηκε στον ευαίσθητο τομέα της Δικαιοσύνης και των πολιτειακών θεσμών (π.χ. Σύνταγμα, Ο.Τ.Α.).
O Γιώργος Αναστασιάδης έρχεται αργωγός στην προσπάθειά μας αυτή, εφόσον στο βιβλίο του, «Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας (1821–1941)»1 επιχειρεί σημαντική αναφορά στο «καθεστώς της Βασιλευομένης – Μεταξικής – Δικτατορίας  (1936 – 1941 )» (σελ. 237 – 254). Παρουσιάζει, μάλιστα, το βίο και την πολιτεία της «Τεταρτοαυγουστιανής» δικτατορίας σε πέντε μέρη, σε σχέση με το Παλάτι και το πολιτειακό – συνταγματικό ζήτημα.
Αρχικά, περιγράφεται και αναλύεται ο τρόπος εγκαθίδρυσης της Δικτατορίας της «4ης Αυγούστου» (σελ. 237 – 241), που εμφανίζεται στην Ιστορία ως επακόλουθο της καρκινοβατούσας και κλονισμένης από τις κομματικές αντιπαραθέσεις και τις μωροφιλοδοξίες των στρατιωτικών Δημοκρατίας του Μεσοπολέμου. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται η «θεσμική οργάνωση της Δικτατορίας». Το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά έρχεται σ’ αντιπαράθεση με τα παλαιά κόμματα και τα Ανάκτορα, καταλύοντας βασικές διατάξεις του Συντάγματος του 1927 και επαναφέροντας σε ισχύ το Σύνταγμα του 1911, στο πλαίσιο του οποίου το Στέμμα διαδραμάτιζε πρωταρχικό ρόλο. Στον «αγώνα κατά του καθεστώτος» είναι αφιερωμένη η τρίτη υποενότητα (σελ. 245 – 250). Οι όποιες μορφές αντίδρασης–αντίστασης υιοθετήθηκαν ενάντια στο καθεστώς δε διακρίνονταν ούτε για το μαζικό ούτε για το συστηματικό τους χαρακτήρα, με αποτέλεσμα το δικτατορικό καθεστώς να παραμείνει ακλόνητο, παρά τις μεμονωμένες φωνές πολιτικών (Γεώργιος Παπανδρέου, Αλ. Παπαναστασίου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ανδρέας Μιχαλακόπουλος κ.α.), κάποιες προσπάθειες της (έκνομης) Αριστεράς, αλλά και το αποτυχόν κίνημα στα Χανιά (το καλοκαίρι 1938).
Στις επόμενες σελίδες, βρίσκεται και το σημείο που μας ενδιαφέρει περισσότερο στο παρόν τμήμα της αφήγησής μας,  «το δικτατορικό πολιτικό σύστημα και τα σχέδια για τη μετάλλαξή του» (σελ. 250 και εξής).
Το «δίδυμο» Γεωργίου του 2ου και Ι. Μεταξά παρουσίαζε μια βασική ιδιομορφία, που το διαφοροποιούσε από τα άλλα δικτατορικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου: Ήταν ένα καθεστώς, που εγκαθιδρύθηκε και συμπεριφέρθηκε με προοπτική διάρκειας και συνέχειας. Έτσι, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το σχέδιο Πολιτεύματος – Συντάγματος, που συνέταξε ο ίδιος ο Μεταξάς, επιδιώκοντας τη λαϊκή «νομιμοποίηση», για να εξασφαλίσει μακροβιότητα στην εξουσία, έχοντας στο νου του το Φράνκο στην Ισπανία και τον Σαλαζάρ (Πορτογαλία). Στη διάρκεια του πολέμου, όμως, προκύπτει ο θάνατος του Ι. Μεταξά, που του ανατρέπει τα σχέδια μάλιστα, όσον αφορά και το πολιτειακό (Γενάρης 1941).
Για τη σχέση Δικαιοσύνης και Μεταξά χαρακτηριστική είναι η απόφαση 448/1939 του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούσε τη διάλυση του κοινοτικού συμβουλίου των Καλαβρύτων από τη μεταξική δικτατορία. Το ΣτΕ χαρακτήρισε την πράξη αυτή ως κυβερνητική, αποφεύγοντας να ασχοληθεί με τη συνταγματικότητα των μέτρων δια των οποίων η δικτατορία του Μεταξά απέκλινε της συνταγματικής νομιμότητας. Με τη λύση αυτή, αποφεύχθηκε η ευθεία σύγκρουση με τη δικτατορία και οι σχέσεις του ΣτΕ με την κυβέρνηση διατηρήθηκαν αρμονικές. Επ’ ευκαιρία, να γραφεί και ότι η κυβέρνηση Μεταξά, πριν τα Καλάβρυτα, είχε διορίσει στους Δήμους Διοικούσες Επιτροπές (Ν. 472/23.2.1937), ενώ με αναγκαστικό νόμο (15.6.1937) ανέβαλε τις δημοτικές εκλογές «επ’ αόριστον»!
Πέρα απ’αυτό, με τον Α.Ν. 1893/1939 της κυβέρνησης Μεταξά, η Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος, που είχε ιδρυθεί το Νοέμβρη του 1927, τέθηκε υπό την άμεση εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών (άρθρο 1), ενώ παράλληλα διορίστηκε σ’ αυτή κυβερνητικός επίτροπος, ο οποίος αστυνόμευε την όλη της λειτουργία (άρθρα 6 – 7). Επ’ ευκαιρία, ας αναφερθεί ότι η Ένωση ήταν Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (σύμφωνα με το αρχικό καταστατικό της που είχε εγκριθεί με Διάταγμα της 12/4/1929 και το άρθρο 52 του νόμου 4108/1929).
Τα τέλη του 1939, όμως,  δημοσιεύτηκε και ο υπ’ αριθ. 1886 Α.Ν., που καθόριζε ότι τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου διορίζονταν για μια πενταετία από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Με τον ίδιο νόμο ή κυβέρνηση τοποθετούσε στο πενταμελές Συμβούλιο του Αρείου Πάγου ως τοποτηρητή της τον γενικό γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης. Με τον Α.Ν. 1792)1939 η δικτατορία άλλαζε και την σύνθεση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου του δικαστικού σώματος.
Επίσης, όπως γράφει ο Κώστας Μπέης2, ανάμεσα σ’ άλλες αυταρχικές νομοθετικές ρυθμίσεις, στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, θεσπίστηκε και η ποινική δίωξη όσων τολμούν να τελούν λατρευτικές πράξεις δίχως να έχουν προηγουμένως την άδεια του οικείου μητροπολίτη της κρατικής Εκκλησίας (1§ 3 β.δ.20.5/2.6.1939).
Λίγο καιρό, πάντως, μετά το αντιδικτατορικό κίνημα των Χανίων, έχουμε ένα κείμενο του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου Κρήτης, το 1938, που «διχάζει», τρόπον τινά, το νησί και το οποίο δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες του Hρακλείου και απευθύνεται στον επικεφαλής της δικτατορίας της 4ης Aυγούστου Iωάννη Mεταξά και τον υπουργό της Δικαιοσύνης. «Kατόπιν στασιαστικών ταραχών για πολλοστή φορά, διαταραξουσών έννομον τάξιν Xανίων, όπου απονέμεται η εφετειακή Δικαιοσύνη, ο Δικηγορικός Σύλλογος Hρακλείου, επανέρχεται επί αιτήσεως τους και υποβάλλει ευλαβώς θερμή παράκληση μεταφοράς του Eφετείου εις Hράκλειο ούτινος νομοταγές περιβάλλον, αποτελεί αρμόζον πλαίσιο απονομής της Δικαιοσύνης»3.
Να σημειωθεί ότι επί κυβερνήσεων Μεταξά, την περίοδο 1936 – 1941, το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης ανέλαβε, αρχικά, ο Κωνσταντίνος Βρυάκος (13 Απρίλη – 11 Μάη 1936), τον διαδέχτηκε ο Γεώργιος Λογοθέτης (11/05/1936 έως 17/07/1938) και τέλος, ορίστηκε ο νομικός και διδάκτορας του πανεπιστημίου της Γοττίγγης, Άγης Ταμπακόπουλος (17/07/1938 – 29/01/1941)4.
Το 1938, ο Μεταξάς ανέθεσε την τελική επεξεργασία  του σχεδίου Αστικού Κώδικα που είχε συντάξει, το 1930, πενταμελής Επιτροπή, στον καθηγητή Γεώργιο Μπαλή, πρώην μέλος της Επιτροπής. Σε συνεργασία με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Ταμπακό­πουλο, με επιτροπές και νομικούς φορείς, και σε κλίμα μυστικότητας, διαμορφώθηκε το τελικό κείμενο του Κώδικα που παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 1941. Μετά την κατάληψη της χώρας από τα στρατεύματα του Άξονα, οι κυβερνήσεις της Κατοχής ανέβαλαν την εφαρμογή του Κώδικα, ενώ αντίθετα τέθηκε σε ισχύ στα προξενικά δικαστήρια της Αλεξάνδρειας. Το 1945, μεταπολεμικά, η κυβέρνηση του Πέτρου Βούλγαρη προσπάθησε να αναθεωρήσει τον Κώδικα (επειδή υπήρχε η υποψία ότι ήταν συνταγμένος με τα πολιτικά κριτήρια του μεταξικού καθεστώτος), γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του Ταμπακόπουλου και του μεγαλύτερου μέρους των νομικών, που απαιτούσαν την χωρίς χρονοτριβή εφαρμογή του. Τελικά, στις 7/5/1946 ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, το διάταγμα της «αποκαταστάσεως»  του αρχικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος τέθηκε τελικά σε ισχύ το 1949.

1.  Δες «Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας (1821–1941)»,  ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα/Θεσσαλονίκη 2001.
2.  Κ. Μπέης, «Στοχάζεται παραπέρα…ν’ αφανιστεί», Αρθρογραφία του στην “Ελευθεροτυπία” το 2001…  http://kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=1367
3. Αρχείο Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου.
4. Βλ. Γρ. Τζοβάρας, «Τα υπουργεία μας», εκδόσεις Ποντίκι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.