Μουσείο Τυπογραφείας

Η ιστορία μιας στέρνας στον Βάμο Αποκορώνου

Γύρω στις δέκα του Νοέμβρη αντικρίζει κανείς τους τελευταίους ξένους ταξιδιώτες να κατηφορίζουν και να χάνονται στα γραφικά καλντερίμια. Είναι η ώρα εκείνη που το φως σμίγει με το σκοτάδι στην παλιά γειτονιά του Παρθεναγωγείου. Μέσα στα φύλλα του μεγάλου πλατάνου ανάβουν στο έντονο κίτρινο οι ηλεκτρικές λάμπες κι ο άνθρωπος γέρνει αποκαμωμένος από τον ημερήσιο μόχθο, την περασμένη ηλικία και την πίκρα.

«Όχι, δεν είναι αυτός ο τόπος μου πια…», μονολογεί. Ύστερα, αντικρίζει τις πρώτες σταγόνες βροχής και ακούει τον άνεμο να πλησιάζει και να βολεύεται στη μικρή πλατεία. Σηκώνει ένα ελαφρύ βουητό κι η βροχή δυναμώνει. Κοντοστέκεται στην εξώπορτα και διαβάζει μια – μια τις εικόνες. Ο ήχος του αγέρα είναι κούφιος κι έντονος, σάμπως η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός πουλιού που χτυπά τις φτερούγες του σε κύκλο σιδερένιο όπου το κρατούν αιχμάλωτο και παλεύει μάταια να ξεφύγει. Σάμπως ανθρώπινη ανάσα σε μια στέρνα. Αλαφιασμένος, υψώνει τότε το βλέμμα στο αρχοντικό που δεσπόζει κάτω κι αριστερά στην πλατεία κι η μνήμη γυρίζει όλες του τις αισθήσεις στο παρελθόν. Τότε, στα χρόνια της Δικτατορίας.
Η μάνα είχε ρίξει τον κουβά στο πηγάδι και τραβούσε νερό. Καταμεσής της μικρής πλατείας, κραυγάζει η Μαρία:
– Γειτόνισσα, είναι έτοιμα τα παιδιά σου να πάμε στο κοτέτσι;
Η μάνα δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει. Το αγόρι ξεπετάχτηκε μέσα από τα ερείπια του κτηρίου που νόμιζες ότι από στιγμή σε στιγμή θα κατέρρεε. Ολοκίτρινα και καφετιά λιθάρια και αγριόχορτα. Να είχε απομείνει έτσι από το 1896 που κάηκε, στις 18 του Μάη, την εποχή της πολιορκίας του Βάμου; Έτσι έλεγαν όλοι, στο χωριό. Η Μαρία αδιαφορούσε για όλα αυτά. Κι όπως το ‘χε συνήθεια, κράτησε τη μικρή στ’ αριστερά της και τον αδερφό της με το δεξί. Κατηφόρισαν δεξιά, κάτω και άνοιξαν την μεγάλη πόρτα που οδηγούσε στα υπόγεια. Το κορίτσι πάντα έσκυβε το κεφάλι από τον φόβο του σκοταδιού και του άγνωστου, σφίγγοντας το χέρι της γυναίκας. Εκείνη τη μέρα ξανά, γέμισαν τα σακουλάκια τους με το καλαμπόκι και το πίτουρο, τσέπες και χούφτες και τάισαν ολόχαρα κότες και περιστέρια. Σαν επέστρεψαν είπε η γυναίκα στη μάνα:
– Γειτόνισσα, πολύ τ’ αγαπώ τα παιδιά σου. Μα πιο πολύ τ’ αγόρι σου. Τ’ αγαπώ τόσο που μου ‘ρχεται να το πνίξω.
Αυτή τη φορά, η μάνα ταράχτηκε. Συνηθισμένη έκφραση σ’ εκείνα τα χρονικά, τον τελευταίο καιρό ωστόσο η Μαρία άλλαζε μέρα τη μέρα. Μέχρι τότε, τα παιδιά τη συντρόφευαν, της πήγαιναν φαγητό και γλυκά. Είχε απομείνει ολομόναχη καθώς είχε αρνηθεί να ταξιδέψει και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, δίπλα σε συγγενείς, φίλους και γνωστούς. Είχε ορκιστεί να παραμείνει στο πατρικό σπίτι ως το τέλος της ζωής της. Δεν είχε παντρευτεί, δεν είχε οικογένεια και παιδιά. Μοναδική συντροφιά της ήταν πια η μάνα και τα δύο αδερφάκια. Δεν εμπιστευόταν άλλους ανθρώπους.
Τα παιδιά έκρουαν την κύρια είσοδο του αρχοντικού, με το μεταλλικό ρόπτρο, σε σχήμα γυναικείου χεριού. Η κύρια είσοδος όπως και πολλές άλλες εξώπορτες στο χωριό ήταν δίχρωμη, με δαντελωτά κάγκελα και μικρές ροζέτες κάποτε, εκτός από τα δύο γυάλινα φύλλα για τα τζάμια. Αργά – αργά, έπεσε σιωπή. Η γυναίκα κλείστηκε σε έναν ιδιαίτερο κόσμο μέσα στη μοναξιά της, εξάλλου στη γειτονιά όλοι μιλούσαν για την παραξενιά της κι είχαν αρχίσει να την φοβούνται. Σκοτεινό μυστήριο τύλιγε το σπίτι και κείνη, κλεινόταν φαίνεται με τις ώρες στα δωμάτια, ή κρυφοκοίταζε από τα παντζούρια, έξω. Είχε τη γωνιά της με τις εικόνες των αγίων και τα προσευχητάρια, το θυμιατό, κεριά, λιβάνι, καρβουνάκια και μικρά φιτίλια, σταυρούς και σπαρματσέτα. Αυτή της την ιερή ατμόσφαιρα υποβοηθούσε και η ύπαρξη της μικρής εκκλησίας του Χριστού, κάτω δεξιά απ’ το σπίτι.
Υπήρχαν όμως φορές που οι γυναίκες της γειτονιάς σάρωναν τα ξερά φύλλα απ’ το μεγάλο πλατάνι και τα καίγανε στη γωνιά του σπιτιού της μάνας. Η Μαρία έβγαινε στην πόρτα ή στο παράθυρο και κοίταζε ώσπου να σβήσουνε τη φωτιά οι νοικοκυρές. Εκείνες τρόμαζαν, η γυναίκα έμοιαζε -λένε- αλλοπαρμένη, αλλόκοτη, τα μάτια της πετάγονταν έξω απ’ τις κόγχες, το βλέμμα της ήταν σα στοιχειωμένο, επομένως, είχε μισοτρελαθεί ή τρελαθεί εντελώς.
Κάποιοι μάλιστα, λέγανε στους άλλους ψιθυριστά: «Ο Θεός να φυλάει, μην της μπει καμιά ιδέα στο μυαλό βλέποντας τις γυναίκες να καίνε τα φύλλα και να βάλει φωτιά στο σπίτι της και στη γειτονιά και μας κάψει όλους, ζωντανούς…»
Η Μαρία ήταν εκείνη την εποχή, περίπου σαράντα, σαράντα πέντε χρόνων. Με κείνη την χαρακτηριστική γυναικεία ευαισθησία, για τα παιδιά της ιστορίας, άνθρωπος ζεστός και τρυφερός, καλοσυνάτος και λιγομίλητος. Και πώς έλαμπε, απέναντί τους, πίσω από τα τζάμια των παράθυρων της κουζίνας και της κρεβατοκάμαρας, μες στα βαθιά νερά της νύχτας το γαλάζιο σπίτι, κάμαρες όλο και καμάρες και σκισμένα δίχτυα… Και σαν κατέβεις χαμηλά, στη στέρνα…
Η μάνα κάποιες φορές, της χτυπούσε την πόρτα να της δώσει φαγητό και γλυκά, να ρωτήσει αν χρειάζεται κάτι η ξένη γυναίκα. Παρατήρησε πως πλέον, φορούσε πάντοτε τα ίδια ρούχα. Το κεφαλομάντηλο ίδιο, η ρόμπα ίδια, οι ίδιες παντόφλες, μα χειμώνας ήταν μα καλοκαίρι. Τώρα, το πρόσωπό της ήταν σκυφτό, τα βλέφαρα χαμηλωμένα, η σκιά του νερού στα μάτια της κι όλο γύριζε την πλάτη της, σάμπως για να φύγει, σάμπως να ‘φευγε… Η μάνα είχε προλάβει να πιάσει κάποιες σπασμένες άκρες και κλωστές από το μπερδεμένο κουβάρι των αναμνήσεων και των λέξεων της γυναίκες:
– Και σαν κατέβεις χαμηλά στη στέρνα, δυο κοχύλια
γυαλίζουνε στην πέτρα με τα ψάρια… Τα μάτια τους…
Για ποιά μάτια μιλούσε; Η Μαρία, την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε χάσει τον ένα αδερφό της, που είχε το όνομα Δημήτρης. Είχε μπει για τα καλά και είχε μείνει στον πόλεμο με δύναμη, θάρρος και αποφασιστικότητα. Είχε ζωστεί το ντουφέκι και τις σφαίρες εναντίον των Γερμανών κατακτητών, χωρίς να σκέφτεται την πιθανότητα του θανάτου. Κανείς δε γνωρίζει αν υπήρξε προδοσία αλλά οι Γερμανοί τον συνέλαβαν την ώρα που είχε πάνω του όλον τον οπλισμό. Η οικογένεια πληροφορήθηκε την εκτέλεση του αγωνιστή της. Η Μαρία άρχισε να το υποψιάζεται μέσα στη σιωπή και στα βλέμματα ή στις υπεκφυγές των υπόλοιπων. Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδερφό της, τον Δημητρό.
Στο τέλος του πολέμου, οι χαρές της απελευθέρωσης και τη ειρήνης, διαδέχτηκαν τη μαυρίλα της σκλαβιάς και του θανάτου. Ώσπου ξεσπά ο Εμφύλιος του ‘46-’49. Το 1947 καθιερώνεται ως τόπος εξορίας των ανθρώπων της Αριστεράς, η Μακρόνησος. Η πολυμελής οικογένειά της ήταν οικογένεια με κομμουνιστικές ιδέες. Σε λίγο, θα γινόταν η σύλληψη ενός άλλου αδελφού, για να σταλεί ως προδότης της πατρίδας εκεί. Αργότερα θα λάβουν στο σπίτι το τελεσίγραφο: “Απεβίωσεν εις Μακρόνησον”. Τελεία. Και παύλα. Τον σκότωσαν; Πέθανε από τα βασανιστήρια; Άγνωστο.
Η τραγωδία της Μαρίας και της οικογένειάς της θα κορυφωνόταν, φαίνεται, με την απώλεια και των δύο άλλων, θυγατέρων του σπιτιού. Στο χωριό, οι ελάχιστοι -υπερήλικες πια- που θυμούνται πρόσωπα και γεγονότα, αν και κάποιες φορές όχι και πολύ καθαρά, διατείνονται ότι οι δύο κορασίδες πέθαναν από γρίπη. Από τα λίγα πάντως που είχε εξομολογηθεί στη μάνα, δεν έδειχνε να το πολυπιστεύει, γιατί όταν της μιλούσε, συνέδεε και τους τέσσερις θανάτους των αδερφών της με αίμα, αλλά η πιθανότητα της σύνδεσης της απώλειας των δύο κοριτσιών με τη φυματίωση ή χτικιό όπως την ονόμαζε ο λαός μας τότε, ούτε επαληθεύεται, ούτε διαψεύδεται.
Ένα άλλο στοιχείο της τραγικής ετούτης και πέρα για πέρα αληθινής ιστορίας είναι το ότι όσοι απέμειναν ακόμη στο χωριό και γνωρίζουν, αδυνατούν να θυμηθούν, πέρα από το όνομα του Δημήτρη, τα ονόματα του κομμουνιστή αδερφού και των δύο άτυχων, χτυπημένων από την όποια θανατηφόρα ασθένεια, γυναικών. Σε αυτό το σημείο, δε γνωρίζει κανείς αν υπήρξε μέσα στον χρόνο κάποια πολιτική σκοπιμότητα λόγω ιδεολογικών διαφορών, ή, ακόμα, η όποια κοινωνική διάκριση, σε εποχές που οι γυναίκες, κλεισμένες στο σπίτι, έχαναν το στοιχείο της “προσωπικότητας” εκτός από περιπτώσεις, ακραίες ιδίως. Ενδεχόμενα υπάρχουν πολλά.
Λίγο καιρό μετά, η μάνα χτύπησε ξανά και ξανά την πόρτα του αρχοντικού της Μαρίας. Δεν έλαβε απάντηση. Η γειτονιά θορυβήθηκε και ζήτησε τη βοήθεια του κυρ – Μανώλη, του μάγειρα της Χωροφυλακής Βάμου και τελικά, της ίδιας της Χωροφυλακής. Στον Βάμο, κυκλοφόρησε αργότερα η είδηση πως η Μαρία είχε ήδη πραγματοποιήσει μια πρώτη απόπειρα και η απόδειξη του συμβάντος ήταν τα τραύματα και οι εκδορές στα πόδια και στα χέρια της. Τώρα όμως, το απόλυτα σίγουρο ήταν ο θάνατός της. Είχε αφήσει τις περιβόητες παντούφλες στα ριζά της στέρνας και βούτηξε στα βάθη της για να πνίξει τη μνήμη της που κολυμπούσε, χρόνια και χρόνια, στο αίμα. Δε γλίστρησε, δεν έκανε καμία λανθασμένη κίνηση. Αυτή τη φορά, τα υπολόγισε όλα σωστά και έλαβε την απόφασή της. Για κείνην, ο μόνος τρόπος να πνίξει την τραγωδία της οικογένειάς της, ήταν να πνιγεί η ίδια. Η Μαρία αυτοκτόνησε.
– Τα παιδιά δεν κάνει να πηγαίνουν εκεί όπου πηγαίνουν μονάχα οι μεγάλοι, είπε η μάνα στο κορίτσι και κατηφόρισε.
Πηγαίνει ωστόσο η παιδική περιέργεια όταν οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι την αφυπνίζουν με κάποιον τρόπο. Η μικρή έτρεξε στην γαλανόλευκη εξώπορτα του σπιτιού που νοίκιαζαν οι γονείς της ακριβώς αντίκρυ στο ιστορικό κτίσμα του 1880-1881. Θα χρειαζόταν πολύ καιρός ακόμα για να δώσει προτεραιότητα στο Εκπαιδευτήριο ετούτο που είχε προλάβει ίσα – ίσα να λειτουργήσει δεκαπέντε χρόνια, τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Όταν είσαι παιδί συνδέεσαι περισσότερο με τους ανθρώπους και όχι τόσο με τα μνημεία. Έτσι, το μικρό παιδί αντίκρισε την ορθάνοιχτη κύρια είσοδο του αρχοντικού με τ’ αναμμένα κεριά και κατάλαβε.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο παιδικός φόβος ξορκίζεται με τη θέα της στέρνας για πρώτη και τελευταία φορά. Στο πελώριο υπόγειο, στη δεξιά του άκρη, εκεί που ο χώρος ολάκερος φαντάζει σπίτι εγκαταλελειμμένο πλέον. Η στέρνα είναι στενή, σε ακανόνιστο σχήμα, από πέτρες ακατέργαστες και βάθος οχτώ μέτρων. Με την αίσθηση της ενόχλησης του ιδιοκτήτη, ο άνθρωπος βιάζεται να επιστρέψει στην εργασία του, ευχαριστώντας τον.
Στη γειτονιά, όλα έχουν αλλάξει. Και μαζί της, όλο το χωριό. Ο τουρισμός έχει φέρει χρήμα και αλλοίωση: βίλες παντού, πισίνες, ονόματα, επιγραφές και διαφημίσεις κυρίως στην αγγλική γλώσσα, μεγάλες εταιρίες με ξένο προσωπικό που ελέγχουν την κίνηση και τα κέρδη, μεσιτικά γραφεία και ξενόφερτα “happenings”. Επιπλέον, το ξεπούλημα της γης και του τόπου. Η οικογένεια της Μαρίας ακολούθησε άλλον δρόμο: γιατί ενώ μπορεί να πουλήσει το σπίτι ή να το μετατρέψει σε guest house, με αιρ- κοντίσιον, μασάζ, τζακούζι, κλπ., το διατηρεί για τα παιδιά και τα εγγόνια. Αυτό σημαίνει σεβασμό και αγάπη για το σπίτι και την πατρική κληρονομιά, τη ρίζα, την παράδοση και την ιστορία του σπιτιού, της οικογένειας, του τόπου και της πατρίδας. Μια γνήσια κρητική, ελληνική οικογένεια με αξιοπρέπεια, κατανόηση και ανθρωπιά, μετά από τόσες τραγωδίες καταγεγραμμένες στο παρελθόν και στην ταυτότητά της.
Το αρχοντικό είναι ένα από τα ομορφότερα σπίτια του Βάμου με ιστορία από τις πολύ σημαντικές του χωριού. Τιμή για όλους και παράδειγμα γνήσιας, επίσης, αγάπης για την πολλαπλά δοκιμαζόμενη χώρα μας.

(Στη μνήμη της Μαρίας Κουτσουδάκη).

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.