Μουσείο Τυπογραφείας

“Η Γωνιά του Παραδείσου”

Της Μαρίας Νικ. Γρυφάκη

«Τα παραμύθια είναι η ίδια η ζωή. Θα έπρεπε να ζούμε πάντα στο παραμύθι. Αλλά η απληστία του ανθρώπου τον οδηγεί στην αυτοκαταστροφή του. Και μάλιστα στην εποχή  μας με γρήγορους ρυθμούς. Τα βουνά, οι πεδιάδες, η θάλασσα και ολόκληρη η φύση είναι τα ανεκτίμητα δώρα του Θεού, που έχουν όλη τη τέχνη της σοφίας και της ομορφιάς. Μετά τη δεκαετία του ’60, τα αληθινά παραμύθια, η ζωή στη φύση, είναι μόνον όνειρα, που ο άνθρωπος όσο περνούν τα χρόνια τα κάνει όλο και περισσότερο απραγματοποίητα. Ο κόσμος θα ήταν πιο όμορφος, αν αντηχούσαν φωνές και τραγούδια των παιδιών, το τραγούδι, το τρέξιμο στα χωράφια, στους δρόμους, στις γειτονιές, και στην επαφή τους με τη φύση. Αλλά και στη φιλία τους με τα ζώα…».
Διαβάζουμε παρακάτω: «Αστείρευτη πηγή ήταν η γιαγιά των παραμυθιών, μια φορά κι έναν καιρό… Τα αληθινά γεγονότα τα στόλιζε με την φαντασία της με όμορφες λέξεις, προτάσεις, και τα διηγούνταν στα εγγονάκια της τα βράδια του χειμώνα, του καλοκαιριού, στις αξέχαστες αποσπερίδες της ζωής και των αναμνήσεων. Hταν ο μόνος τρόπος της γιαγιάς εκείνης της εποχής των αληθινών παραμυθιών, που εύρισκε να ηρεμήσει τα εγγονάκια της από τις ανησυχίες τους.
Για να τα κοιμίσει αλλά και για να εκτοξεύσει τη φαντασία τους στον κόσμο της ζωής και των παραμυθιών. Eπαιρναν μηνύματα για τη ζωή των ανθρώπων, πως είναι ένα αληθινό παραμύθι, με μια αρχή κι ένα τέλος. Που οι εναλλαγές όμως δίνουν το νόημα, την ομορφιά, τις αναμνήσεις, τα όνειρα, και την πραγματικότητα στην πορεία της ιστορίας του ανθρώπου…».
«Πόσο άλλαξαν τα πράγματα αλήθεια!», σκεφτόμουν καθώς διάβαζα στον πρόλογο του «Η Γωνιά του Παραδείσου», του αξιόλογου παραμυθιού της συγγραφέως Μαρίας Νικ. Γρυφάκη, του αφιερωμένου στο παιδί της, αλλά και στα παιδιά όλου του κόσμου. «Και πόσο άσκημο είναι αλήθεια ενώ υπάρχει γύρω μας τόσος πλούτος που θα καλύψει κάθε ψυχοσωματική μας ανάγκη, να είμαστε υποχρεωμένοι -για ν’ αναφέρω μόνο ένα κοινό παράδειγμα- σε χώρο όπου οι μουσικοί και η τραγουδίστρια δίνουν τον εαυτό τους, να βλέπουμε την ίδια ώρα στα γύρω τραπέζια τον κόσμο ν’ αδιαφορεί! Απασχολημένο με τα κουτιά να αυτό-φωτογραφίζεται σε κάθε στάση και να επιδίδεται σε κάθε είδους ανούσια επίδειξη, χάνοντας την πραγματική ψυχαγωγία…».
Αλλά ας γυρίσουμε στο παραμύθι μας!
Η γλώσσα του κατάλληλη για τον μικρό αναγνώστη.
Τρυφερή, καθαρή, λιτή. Απαλλαγμένη από κάθε περιττό στολίδι, εστιάζει στην ουσία των πραγμάτων! Στον πραγματικό κόσμο και στα δώρα του. Αβίαστα στέλνοντας το  μήνυμα στην καρδιά του παιδιού!
Ενα ολοκληρωμένο πνευματικό δημιούργημα που μιλά για τον μόχθο των απλών, φτωχών ανθρώπων του τότε…
Μιλά επίσης για τη αλληλο-ενίσχυση,  τη συντροφικότητα, την αυτάρκεια, την προνοητικότητα, την υπομονή και βεβαίως για τη σωστή χρήση των αγαθών που μας προσφέρει η γη όπου πατάμε…
Ενα παραμύθι που γαληνεύει ψυχές με τη νοσταλγική εικονογράφηση από το παλιό αναγνωστικό μας.
Με τη παράθεση ασπρόμαυρων καλλιτεχνικών σκίτσων, του δάσους,  της κατσικούλας, της φωλιάς του χελιδονιού που τόσο περιμέναμε να φανεί, του αγρότη που δουλεύει τη γη, της μάνας που πλένει στην παλιά εκείνη σκάφη…
Ανεκτίμητες παραστάσεις του τότε, που μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα!
Φτωχή η οικογένεια του μικρού Ευτύχη, μα δεν τους έλειπε και τίποτα: «Μάζευαν τις ελιές για το λαδάκι τους. Το περιβολάκι τους όμως το χειμώνα με τις βροχές γέμιζε διάφορα πεντανόστιμα αγριόχορτα.
Η αποθήκη ήταν γεμάτη με τ’ απαραίτητα τρόφιμα. Αλλα ήταν κρεμασμένα στα δοκάρια ή σε καλαμωτές (καλάμια απλωμένα) ή ήταν καλά φυλαγμένα σε κουρούπια, πιθάρια ή ξύλινα βαρέλια όπου συνήθως έβαζαν το κρασί.
Τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, τα ρόδια, οι ντομάτες κρεμόταν στα δοκάρια, το τυρί στο λάδι ήταν καλά σκεπασμένο στα κουρούπια, οι νταρμετζάνες ήταν γεμάτες τσικουδιά, τα αμύγδαλα, τα καρύδια καλά φυλαγμένα, γιατί τα ποντίκια ήταν πολύ ζωηρά και σκανδαλιάρικα, τους άρεσαν όλα αυτά πολύ…»
Ολα καλά κι «ο Ευτυχάκης τον χειμώνα συντροφιά με τη Λουλού και τον Αράπη (τη γατούλα και το σκύλο του), στη ζεστασιά του τζακιού και των γονιών του, άκουγε τον αέρα και το σφύριγμα του βοριά σαν τραγούδια και ξεχωριστή  μελωδία από τη μεγάλη ευτυχία που ένοιωθε με όλα αυτά τα υπέροχα που ήταν γύρω του…
Οι σπουργίτες και τα άλλα πουλάκια χτυπούσαν τη μύτη τους στα τζάμια, με αυτήν την παρουσία τους ζητούσαν φαγητό γιατί πεινούσαν. Ο Ευτυχάκης γέμιζε ένα πιάτο σπόρους διάφορους και άλλο ένα ψίχουλα ψωμιού και τα άφηνε στο υπόστεγο…».
Τι όμορφη εικόνα κι αυτή που διασώζει η  Μαρία, άσχετα αν εκεί γύρω βρισκόταν κι “αναγλυφόταν” η πονηρή αλεπού, που διεκδικούσε κι αυτή το καθημερινό της…
Πολλές κι οι ξεχωριστές στιγμές του καλοκαιριού που σταματά το σχολείο κι ο Ευτυχάκης έχει γνωρίσει την καινούργια του γειτονοπούλα τη Χαρούλα: «…Οι γονείς τα καλοκαιρινά βράδια καθόταν στις αυλές, πίνοντας καμιά τσικουδιά και τρώγοντας τα διάφορα αγαθά τους.
Τους συντρόφευαν τα νυχτοπούλια, τα τριζόνια και τα βατραχάκια. Κι όταν τα χάδια του φεγγαριού στα παιδιά ήταν πιο δυνατά, γυρνούσαν τα μάτια τους στον ουρανό  και περιεργάζονταν εκείνον τον άλλο κόσμο του ουρανού με τα χιλιάδες αστέρια, που ορισμένα ξαφνικά κατρακυλούσαν και χάνοντας στο άπειρο του ουρανού. Ενας κόσμος αλλιώτικος, που μόνο η νύχτα τον φανέρωνε, με μεγάλο  μυστήριο, με μεγαλοπρέπεια, αλλά και με πολλά μυστικά που είναι καλά φυλαγμένα χωρίς να φανερώνονται…».
Δύσκολο, πολύ δύσκολο, μα την αλήθεια, θα είναι στα κατοπινά  χρόνια να συνειδητοποιήσουν οι νεότεροι πού τους έχει οδηγήσει η δική μας αδιαφορία για έναν κόσμο που μας φεύγει!
Πόσο κακό μας κάνει η υπέρμετρη απασχόληση κι η υποδούλωση όλων μας στις ευκολίες που αφειδώς μας προσφέρονται μέσω της τεχνολογίας!
Που μοιραίως μας αποξενώνουν απ’ την ουσία των πραγμάτων…
Ενώ τότε;
Μας τα θυμίζει κι αυτά η συγγραφέας: «…Οταν δεν βοηθούσαν στις διάφορες δουλειές τους γονείς, η Χαρούλα και ο Ευτυχάκης έπαιζαν παρέα με τα ζώα τους. Η χαρά και η ευτυχία τους πλημμύριζε όταν περνούσαν τα ποτάμια, όταν όλη η φύση γέμιζε λουλούδια της άνοιξης ένοιωθαν τόσο όμορφα γιατί η αγάπη για τη φύση γέμιζε τις καρδιές τους με όλες τις ομορφιές της ζωής.
Σκεφτόταν ότι έτσι θα ήταν πάντα. Θα τρέχανε πηγαίνοντας μακριά, ανακαλύπτοντας καινούργια μέρη, θα παίζανε, θα χτίζανε σπιτάκια, θα χορταίνανε την πείνα τους με διάφορα φρούτα, θα παίζανε με τα νερά των πηγών, θα παρατηρούσαν τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους, και μετά από λίγο καιρό να ταΐζουν τα μωρά τους…
Και σαν έβλεπαν τη φύση να είναι γεμάτη καρπούς και φρούτα από την πολλή εργασία των γονιών του, και τη δική τους βοήθεια, καταλάβαιναν ότι όσο περισσότερο αγαπούν τη γη τόσο περισσότερο   τους ανταμείβει…».
Δίκιο έχει σ’ όσα γράφει η καλή μας φίλη Μαρία Γρυφάκη, που σαν κι εμάς πατά με το ένα  πόδι στον παλιό και με το άλλο στο καινούργιο κόσμο, κι είναι σε θέση να κρίνει αμερόληπτα και τους δυο!
Απλά πράγματα φέρνουν την ευτυχία και τη χαρά, μας λέει!
Τον κόσμο δεν χρειάζεται να τον γνωρίζουμε μέσα από ψεύτικες, επίπεδες εικόνες, αφού είναι πάντα εκεί!
Γύρω μας…
Αληθινός, τρισδιάστατος, γεμάτος ήχους, μυρωδιές κι άπειρα μυστήρια, μας προσκαλεί κάθε στιγμή να τον ζήσουμε και να τον χαρούμε από κοντά…
Ας έχει τον νου της η νέα γενιά να στρέψει τα παιδιά της στον κόσμο τον πραγματικό, για να τον γνωρίσουν, να τον αγαπήσουν, να τον διαφυλάξουν και να τον παραδώσουν στους επόμενους!
Οχι σαν παραμύθι, αλλά σαν μια…παραμυθένια, αληθινή ζωή!
Στην πολυβραβευμένη Μαρία -τη γλυκιά, παραδοσιακή ποίηση της οποίας  είχαμε την τύχη ν’ ακούσουμε να απαγγέλλεται πολλές φορές στις εβδομαδιαίες συναντήσεις μας της «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΠΑΡΕΑΣ ΧΑΝΙΩΝ»- να ευχηθούμε καλή δύναμη, καλή συνέχεια και  πάντα στην κορυφή των επάλξεων…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.