Μουσείο Τυπογραφείας

Ο υφυπουργός Παιδείας Βασίλης Διγαλάκης μιλά στα “Χ.ν.” για τις αλλαγές στην Παιδεία

Εμπιστοσύνη στο μεταρρυθμιστικό έργο της κυβέρνησης δείχνει ο υφυπουργός Παιδείας και βουλευτής Χανίων Βασίλης Διγαλάκης, ο οποίος μιλάει στα “Χ.ν.” για τον σχεδιασμό της επόμενης μέρας στα ελληνικά πανεπιστήμια.

Στη συνέντευξή του στα “Χανιώτικα νέα”, ο κ. Διγαλάκης θέτει ως προτεραιότητα τη διαμόρφωση ενός «σύγχρονου, εξωστρεφούς, καινοτόμου και αυτοδύναμου πανεπιστημίου», ξεκαθαρίζοντας ότι οι αλλαγές σε όλες τις βαθμίδες θα γίνονται με «πνεύμα συνεργασίας και διαβούλευσης».
Γνώστης των πρακτικών προβλημάτων στα ΑΕΙ ο κ. Διγαλάκης, διαπιστώνει την ανάγκη για άμεσες λύσεις, “κλειδώνει” τον στόχο της δημιουργίας φιλικού περιβάλλοντος και την καινοτομία και την έρευνα και δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη σε δασκάλους και καθηγητές.

•Βρίσκεστε σε ένα υπουργείο το οποίο έχει παράξει σημαντικό νομοθετικό έργο από την ανάληψη καθηκόντων της κυβέρνησής σας. Μαθαίνουμε ότι είναι στα “σκαριά” ένα ακόμη νομοθέτημα, το οποίο θα αφορά σημαντικές αλλαγές στα Πανεπιστήμια. Σε ποιους άξονες θα κινηθεί αυτή η μεταρρύθμιση;
Η παιδεία, ως βασικός όρος κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής ανασυγκρότησης και προόδου, τέθηκε εξαρχής στο επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής και υπήρξε σαφής δέσμευση για την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου Σχολείου και Πανεπιστημίου. Αντιμετωπίσαμε από την πρώτη στιγμή πολύ σοβαρές προκλήσεις, αλλά κι ένα τοπίο ναρκοθετημένο, λόγω της άναρχης και άκριτης αναδιάταξης του ακαδημαϊκού χάρτη, που συντελέστηκε τους τελευταίους μήνες της προηγούμενης διακυβέρνησης, από το οποίο και ανέκυψαν μια σειρά θεμάτων που ζητούσαν επιτακτική λύση. Και βέβαια, στο δεύτερο εξάμηνο διακυβέρνησης οφείλαμε να αναμετρηθούμε με μια πρωτόγνωρα αντίξοη συνθήκη, την κρίση πανδημίας και τη συνακόλουθη διαχείρισή της.
Παρ’ όλα αυτά, με προσήλωση και σκληρή δουλειά, συλλογική προσπάθεια και γόνιμη συνεργασία με την ακαδημαϊκή κοινότητα, οι μεταρρυθμίσεις προχώρησαν με συνεκτικό και αποφασιστικό τρόπο. Αρχής γενομένης με την επαναφορά της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την κατάργηση του ασύλου της ανομίας, προχωρήσαμε σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που αφορούσαν την ίδρυση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) -με ενισχυμένες αρμοδιότητες για την αξιολόγηση και την κατάρτιση εθνικής στρατηγικής-, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας στους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) των ΑΕΙ και την απελευθέρωση των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών από την υπερρύθμιση του νόμου Γαβρόγλου. Στον πρόσφατα ψηφισμένο νόμο 4692/2020 επανήλθε η εκλογή των πρυτανικών Aρχών μέσω ενιαίου ψηφοδελτίου και θεσπίστηκε η διαδικασία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, μέσω της οποίας διασφαλίζεται το αδιάβλητο της εκλογικής διαδικασίας, καθώς και η ευρεία συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, γεγονός που επιβεβαιώθηκε με εντυπωσιακό τρόπο από τις πρώτες διενεργηθείσες εκλογές. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σταθώ, καθώς στις πρυτανικές εκλογές, που έγιναν τις προηγούμενες ημέρες σε έξι Πανεπιστήμια με ηλεκτρονική ψηφοφορία, η συμμετοχή κυμάνθηκε από 94% μέχρι 100%.
Θεσμοθετήθηκε, επίσης, η ίδρυση ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων για αλλοδαπούς φοιτητές, χωρίς να απαιτείται έγκριση υπουργού, καθώς και τα διπλά και κοινά προγράμματα σπουδών και τα θερινά προγράμματα, πρωτοβουλίες οι οποίες έτυχαν ευρείας αποδοχής από την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Αυτήν την περίοδο, επεξεργαζόμαστε μια ακόμη δέσμη μεταρρυθμίσεων, σαφώς προσανατολισμένων προς τον κεντρικό μας στόχο: τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, εξωστρεφούς, καινοτόμου και αυτοδύναμου πανεπιστημίου, που θα εξοπλίζει τους νέους μας με τα κατάλληλα εφόδια για να ανταποκριθούν στον ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας και θα δίνει προοπτική στη χώρα μας. Το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο περιέχει μεταρρυθμίσεις στη διοικητική διάρθρωση και στις βασικές διοικητικές δομές των ΑΕΙ, στον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης σπουδών, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην ενίσχυση του αυτοδιοίκητου, σε θέματα διαχείρισης και αξιοποίησης των πόρων των ΑΕΙ, στην ενίσχυση της διεθνοποίησης και της εξωστρέφειας και στη διευκόλυνση της κινητικότητας των φοιτητών, αλλά και άλλες ρυθμίσεις, σχετικές με την ενίσχυση της αξιοκρατίας στη διαδικασία εκλογής καθηγητών. Θα εξακολουθήσουμε να κινούμαστε με πνεύμα συνεργασίας και διάθεση ευρύτατης διαβούλευσης.

•Από τη θητεία σας ως Καθηγητής και Πρύτανης στο Πολυτεχνείο Κρήτης, ποια ήταν η μεγαλύτερη στρέβλωση που διαπιστώσατε στο σύστημα της Τριτοβάθμιας και πώς μπορείτε να τη διορθώσετε;
Υπηρέτησα το ελληνικό πανεπιστήμιο και από τη θέση του καθηγητή και από τη θέση του πρύτανη και είναι αλήθεια ότι το προσωπικό βίωμα είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός τρόπος για να αντιληφθείς κάθε παράμετρο των προβλημάτων και δυσλειτουργιών. Υπάρχουν σαφώς χρόνιες παθογένειες σε επιμέρους ζητήματα, αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα από αυτά, αυτό είναι η περιστολή της δημιουργικής πνοής των πανεπιστημίων και οι κανονιστικού τύπου κρατικές παρεμβάσεις που υπονομεύουν την αυτονομία τους. Τα πανεπιστήμια δεν είναι πεδίο κομματικής ή προσωπικής πολιτικής του εκάστοτε υπουργού κι έχουν ταλαιπωρηθεί από τον ασφυκτικό, υπερσυγκεντρωτικό κρατισμό, τη γραφειοκρατία και τις ιδεοληψίες του χθες. Τα πανεπιστήμια έχουν, αντίθετα, ανάγκη αυξημένου βαθμού αυτονομίας και ένα σαφές και λειτουργικό νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να είναι σε θέση να χαράσσουν και να προωθούν τους στρατηγικούς τους στόχους, να διαχειρίζονται τους πόρους τους, να διεκδικούν μερίδιο στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ακαδημαϊκό χώρο. Έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στο επιστημονικό και ερευνητικό δυναμικό της χώρας και δεν είναι τυχαίο που απόφοιτοι των ελληνικών πανεπιστημίων διαπρέπουν σε όλο τον κόσμο. Είναι αποκαρδιωτικό να μην αξιοποιούμε τις δημιουργικές μας δυνάμεις σε έναν τόσο κρίσιμο και ευαίσθητο τομέα όπως είναι η Παιδεία, ο πιο αποτελεσματικός “μηχανισμός” κοινωνικής κινητικότητας και εθνικής προκοπής. Ήδη, το υψηλό επιστημονικό επίπεδο και όχι το μέγεθος ορίζουν κάθε ανταγωνιστικό πεδίο στις σύγχρονες κοινωνίες και κάνουν τα κράτη να ξεχωρίζουν από την οικονομία μέχρι και την εθνική άμυνα.
Δεν έχουμε άλλα περιθώρια για χρονοτριβή, γι’ αυτό συντονιστήκαμε άμεσα με το αίτημα για την αναβάθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου -που δεν είναι μόνο ακαδημαϊκό αίτημα αλλά και ευρύτερα κοινωνικό- και ήδη έχουμε ενισχύσει σημαντικά τον αυτοτελή και αυτοδύναμο χαρακτήρα των πανεπιστημίων. Η ίδρυση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), η ίδρυση ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών, αυτόνομα από το κάθε ΑΕΙ χωρίς να απαιτείται έγκριση υπουργού, τα οποία απευθύνονται σε αλλοδαπούς φοιτητές με τη δυνατότητα επιβολής τελών φοίτησης και σημαντικής ενίσχυσης των εσόδων του πανεπιστημίου, η εφαρμογή της σύνδεσης μέρους της κρατικής χρηματοδότησης των πανεπιστημίων με ποιοτικούς δείκτες αξιολόγησης που τα ίδια τα ιδρύματα θα επιλέγουν, αλλά και όλες οι άλλες ρυθμίσεις για την απελευθέρωση της έρευνας και τη διοίκηση των ιδρυμάτων κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Κι έχουμε ακόμα πολλά βήματα να κάνουμε, γι’ αυτό συνεχίζουμε αμείωτη την προσπάθεια. Και δεν σας κρύβω ότι αισθάνομαι την πίεση του χρόνου, ώστε να υλοποιηθούν όλα αυτά, γιατί πρόκειται για δεδομένο τρόπο λειτουργίας των πανεπιστημίων διεθνώς και δεν έχουμε την πολυτέλεια άλλης αναβολής.

•Στις περισσότερες συνεντεύξεις που μας παραχωρούν Xανιώτες επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό, εξηγούν ότι το βασικότερο εμπόδιο για να επιστρέψουν και να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα, είναι οι κακές συνθήκες έρευνας, η υποχρηματοδότηση κλπ. Τι προοπτικές υπάρχουν για να αλλάξει αυτή η κατάσταση και να σταματήσει η περιβόητη “φυγή μυαλών” στο εξωτερικό;
Το πλαίσιο της επιστημονικής και επαγγελματικής κινητικότητας έχει αλλάξει και ειδικά εντός της Ευρώπης είναι ευέλικτο και δυναμικό. Πάντα μετακινούνταν οι Έλληνες επιστήμονες και είτε παρέμεναν έξω ως οι καλύτεροι πρεσβευτές μας, είτε επέστρεφαν μεταλαμπαδεύοντας την εμπειρία και την τεχνογνωσία τους. Αυτό που άλλαξε στα χρόνια της κρίσης είναι ότι αυτή η μετακίνηση απέκτησε μαζικό και επιβεβλημένο χαρακτήρα, με όλες τις συνακόλουθες δυσμενείς οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές επιπτώσεις. Η απόφαση να δραστηριοποιηθείς εντός ή εκτός Ελλάδας είναι προσωπική και υπαγορεύεται και από τις προτεραιότητες και τις ανάγκες του καθενός. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι αυτός που επιθυμεί να μείνει ή να επιστρέψει στη χώρα να έχει αυτήν την επιλογή. Εμείς με τη σειρά μας, οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις που θα καταστήσουν τη χώρα μας ελκυστική, όχι μόνο για τους Έλληνες επιστήμονες, αλλά για οποιονδήποτε δημιουργικό άνθρωπο. Και πράγματι, οι οικονομικές αποδοχές και το ποιοτικό εργασιακό περιβάλλον είναι πρωτεύοντα κριτήρια για την παραμονή ή τον επαναπατρισμό, όμως εξίσου σημαντικό -αν όχι σημαντικότερο- είναι η εμπέδωση της αξιοκρατίας, οι προοπτικές εξέλιξης που παρέχεις και η αξιοπιστία που εμπνέεις. Αυτός είναι το μεγάλο στοίχημα και κάθε παρέμβαση που κάνουμε υπαγορεύεται από αυτόν τον στόχο: αξιοκρατικά, εξωστρεφή, ανταγωνιστικά ιδρύματα, ικανά να φιλοξενήσουν την καινοτομία και τις δημιουργικές ανησυχίες των ανθρώπων τους.

Τα πανεπιστήμια δεν είναι πεδίο κομματικής ή προσωπικής πολιτικής του εκάστοτε υπουργού

κι έχουν ταλαιπωρηθεί από τον ασφυκτικό, υπερσυγκεντρωτικό κρατισμό, τη γραφειοκρατία και τις ιδεοληψίες του χθες

•Όσον αφορά τις υπόλοιπες βαθμίδες της εκπαίδευσης, βλέπουμε επίσης νομοθετήματα και αλλαγές, που συνήθως όμως εγείρουν αντιδράσεις για εργασιακά ζητήματα. Δεν υπάρχει διάλογος με τους συνδικαλιστές εκπαιδευτικούς ώστε να βρεθούν λύσεις;
Ξεκινάμε από μια κοινή αφετηρία: Όλοι θέλουμε την πρόοδο των παιδιών μας. Όλοι αντιλαμβανόμαστε την κρισιμότητα του δημόσιου αγαθού της παιδείας και την ευθύνη που έχουμε επιφορτιστεί υπηρετώντας το. Με αυτόν τον γνώμονα και με διάλογο που γίνεται καλή τη πίστει, με αντιπροτάσεις και πραγματισμό, και σίγουρα χωρίς οξυμένα αρνητικά αντανακλαστικά και αναχρονιστικές προσεγγίσεις, θα βρεθούν οι προσφορότερες λύσεις. Η πλειονότητα των εκπαιδευτικών εργάζεται με επαγγελματισμό και ευσυνειδησία και καμία αλλαγή ή μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς την υποστήριξη των λειτουργών της εκπαίδευσης.

•Εν έτει 2020, σ’ έναν κόσμο ραγδαίων αλλαγών και τεχνολογικών εξελίξεων, στην Ελλάδα ο δημόσιος διάλογος για την Παιδεία συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από τη διδασκαλία των θρησκευτικών, την εισαγωγή της σεξουαλικής αγωγής, τη διασύνδεση με την αγορά, το στατικό μοντέλο διδασκαλίας. Φαντάζουμε δεκαετίες πίσω από την υπόλοιπη Ευρώπη. Υπάρχει ελπίδα να τους… προλάβουμε;
Είναι αλήθεια ότι συχνά αναλώνουμε μεγάλα αποθέματα ενέργειας για να λύσουμε ζητήματα που είναι λυμένα προ πολλού και φαντάζουν αυτονόητα για την εκτός Ελλάδας πραγματικότητα. Όμως, την ίδια στιγμή μάς έλκει το καινούργιο, έχουμε αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό και ως κοινωνία είμαστε εν γένει περισσότερο προσαρμοστικοί απ’ όσο νομίζουμε. Στην εποχή μας σημειώνονται ραγδαίες αλλαγές σε κάθε επίπεδο. Οι συνθήκες είναι ώριμες για να αφήσουμε πίσω στερεότυπα και να ξεπεράσουμε αυταπάτες. Η πρόοδος της τεχνολογίας έχει δημιουργήσει πρωτόγνωρες δυνατότητες και ήδη συντελούνται σοβαρές ανακατατάξεις στην οικονομική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι προφανές ότι αν δεν προσαρμοστούμε θα μας ξεπεράσουν οι εξελίξεις κι έχουμε χρέος μέσω της εκπαίδευσης να εξοπλιστούμε με τα απαραίτητα εφόδια, τις γνώσεις και τις δεξιότητες που θα μας επιτρέψουν να ανταποκριθούμε στις νέες προκλήσεις. Το νομοσχέδιο για την αναβάθμιση του σχολείου έκανε σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, εισάγοντας μεταξύ άλλων τα εργαστήρια δεξιοτήτων, οι οποίες είναι απαραίτητες για τους πολίτες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης στον 21ο αιώνα.

Νέα σχολικά κτήρια και κολυμβητήριο Ακρωτηρίου

•Φυσικά μιλώντας για την Παιδεία στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης, έχουμε άλυτα δομικά ζητήματα, όπως αυτά της σχολικής στέγης. Ειδικά εδώ στα Χανιά, έχετε ασχοληθεί προσωπικά με αυτό το θέμα, με συνεχείς παρεμβάσεις. Σε τι φάση βρίσκονται τα σχεδιαζόμενα έργα;
Το ποιοτικό σχολικό περιβάλλον και προπάντων η ασφάλεια μαθητών και εκπαιδευτικών είναι αυτονόητη προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία του σχολείου. Ωστόσο, στις λανθασμένες επιλογές και κακοτεχνίες του παρελθόντος και στην οικονομική δυσπραγία της προηγούμενης δεκαετίας, ήρθε να προστεθεί η επιβάρυνση της φθοράς του χρόνου και των φυσικών καταστροφών, με αποτέλεσμα σχολικές εγκαταστάσεις του Νομού μας να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Όπως έχω επαναλάβει, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για τέτοια ζητήματα και απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια από την Πολιτεία -Υπουργεία και Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, Περιφέρεια και Δήμοι- ώστε ο κάθε φορέας να προωθήσει, στον τομέα των αρμοδιοτήτων του, την επίτευξη οριστικών λύσεων.
Στην Κίσσαμο έχει δρομολογηθεί το σχέδιο μεταστέγασης που αφορά την τοποθέτηση 27 προκατασκευασμένων αιθουσών, οι οποίες θα αποτελέσουν την προσωρινή λύση στέγασης των μαθητών του ΓΕΛ και του ΕΠΑΛ της περιοχής. Γίνονται προσπάθειες να είναι όλα έτοιμα για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Επίσης, έχει ολοκληρωθεί η προμήθεια, μέσω δωρεάς, των προκατασκευασμένων χώρων υγιεινής για το ΓΕΛ και το ΕΠΑΛ Κισσάμου. Παράλληλα, γίνονται όλες οι απαιτούμενες ενέργειες, ώστε, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, να επιτευχθεί ο βασικότερος και σημαντικότερος στόχος που είναι η ανέγερση νέου, σύγχρονου, ασφαλούς και λειτουργικού σχολικού συγκροτήματος, που θα στεγάσει το ΓΕΛ και το ΕΠΑΛ Κισσάμου. Οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων συνεργάζονται με τον Δήμο Κισάμου για την έγκριση του κτιριολογικού προγράμματος και στη συνέχεια την προετοιμασία των μελετών από την ΚΤΥΠ (Κτιριακές Υποδομές) Α.Ε.
Αντίστοιχα, για το Γυμνάσιο και Λύκειο Βάμου, τα οποία αντιμετωπίζουν επίσης σοβαρά κτιριακά προβλήματα, ετοιμάζεται ήδη ο φάκελος για το κτιριολογικό τους πρόγραμμα και θα ακολουθήσει η υποβολή του στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο και είναι αρμόδιο για την έγκρισή του. Το επόμενο βήμα είναι η σύνταξη της μελέτης που θα γίνει από την ΚΤΥΠ (Κτιριακές Υποδομές Α.Ε.). Για το θέμα αυτό υπάρχει επικοινωνία με το Υπουργείο Υποδομών, στο οποίο υπάγεται η ΚΤΥΠ. Η μελέτη θα βασιστεί σε υπάρχοντα σχέδια, τα οποία θα προσαρμοστούν για το συγκεκριμένο οικόπεδο, και θα ακολουθήσει η επόμενη φάση, που θα είναι η διεκδίκηση τής χρηματοδότησης του έργου.
Σε κάθε περίπτωση, το ενδιαφέρον και η συμπαράστασή μου σε αυτά τα θέματα είναι δεδομένη, γιατί έχουμε χρέος να παρέχουμε, σε όλους ανεξαιρέτως, ίσες ευκαιρίες μόρφωσης με τις καλύτερες -κατά το δυνατόν- συνθήκες.

•Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα και την εκτίμησή σας για το ζήτημα του κλειστού κολυμβητηρίου στο Ακρωτήρι. Παρά τις απογοητευτικές δηλώσεις του κ. Αυγενάκη από τα Χανιά, εσείς δώσατε μια ρεαλιστική προοπτική αξιοποίησης του χώρου μέσω ΣΔΙΤ. Είναι κάτι που θα μπορούσε να το “πάρει πάνω του” το Πολυτεχνείο, ξεπερνώντας ενδεχομένως τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις της τοπικής αυτοδιοίκησης;
Επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι ο υφυπουργός Αθλητισμού Λευτέρης Αυγενάκης, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του σε αθλητικές εγκαταστάσεις των Χανίων, δρομολόγησε λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα και ήταν προσεκτικός στις δηλώσεις του, αποφεύγοντας τον εύκολο δρόμο των μεγάλων υποσχέσεων.
Από ’κει και πέρα, όπως σωστά αναφέρατε, το ζήτημα του κολυμβητηρίου στο Ακρωτήρι μπορεί να λυθεί μόνο στη βάση μιας ρεαλιστικής προοπτικής αξιοποίησης. Και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη συγκεκριμένα δεδομένα.
Το πρώτο δεδομένο είναι ότι οι υποδομές -στις οποίες σημειωτέον υπήρχαν εξ αρχής κατασκευαστικές ατέλειες- απαιτούν μεγάλες παρεμβάσεις για την αποκατάστασή τους, εξαιτίας της εγκατάλειψής τους εδώ και σχεδόν 15 χρόνια. Το κόστος είναι σημαντικό και την ίδια στιγμή είναι αδύνατον η χρηματοδότηση να γίνει με τον ίδιο τρόπο που ακολουθήθηκε στο παρελθόν κατά τη διαδικασία κατασκευής, δηλαδή με ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ευρωπαϊκοί πόροι, αλλά μόνο αν συμπεριληφθούν σε ένα ευρύτερο σχήμα χρηματοδότησης, με εθνικά και κυρίως ιδιωτικά κεφάλαια.
Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι η λειτουργία του, δεν θα είναι βιώσιμη, αν δεν ενταχθεί σε ένα συνολικό πλάνο με συμπληρωματικές υποδομές, οι οποίες όχι μόνο θα μειώσουν τα έξοδα, κυρίως από την ενεργειακή κατανάλωση, αλλά θα φέρουν και νέα έσοδα από παράπλευρες δραστηριότητες: αθλητικές, εμπορικές, φιλοξενίας κ.λπ.
Το τρίτο δεδομένο είναι ότι το κολυμβητήριο ανήκει ιδιοκτησιακά στο Πολυτεχνείο Κρήτης και είναι προφανές ότι χωρίς τη συμμετοχή του Ιδρύματος είναι αδύνατον να υπάρξει λύση.
Χρειάζεται επομένως, μία ολιστική προσέγγιση. Όπως έχω δηλώσει κατ’ επανάληψη, κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως πρύτανης του Πολυτεχνείου, φρόντισα οι υπηρεσίες του να κοστολογήσουν με ακρίβεια τις απαιτούμενες τεχνικές παρεμβάσεις. Το έργο αποκατάστασης και ενεργειακής αναβάθμισης του κολυμβητηρίου είναι ώριμο, σε επίπεδο τευχών δημοπράτησης. Αυτό είναι το πρώτο βήμα και αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα. Το επόμενο είναι να δημιουργηθεί ένα επιχειρηματικό πλάνο, το οποίο θα είναι βιώσιμο και θελκτικό. Με αυτό το επιχειρηματικό πλάνο θα προσδιοριστούν τα δυνητικά έσοδα αλλά και τα κόστη χρήσης, θα προσδιοριστεί πού πρέπει να μπει ο πήχης για την απαιτούμενη χρηματοδότηση μέσα από τα κατάλληλα εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτό, οι όροι και οι προϋποθέσεις χρήσης του κλειστού κολυμβητηρίου θα συμπεριλαμβάνουν, φυσικά, τις ανάγκες της ακαδημαϊκής κοινότητας του Πολυτεχνείου Κρήτης και της τοπικής κοινωνίας. Σας θυμίζω ότι η Γενική Γραμματεία ΣΔΙΤ έχει προωθήσει πολλά έργα τα τελευταία χρόνια, κάνοντας χρήση τέτοιων εργαλείων με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της EBRD ή και εργαλείων εγγυοδοσίας. Μόλις γίνουν αυτά θα μπορούν να αναζητηθούν ιδιωτικά σχήματα, που θα αναλάβουν να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια και να λειτουργήσουν τις υποδομές. Έχει γίνει αλλού, γιατί όχι και στα Χανιά;

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.