Μουσείο Τυπογραφείας

Ενα χειμωνιάτικο βράδυ

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Εδώ και μερικές μέρες, λόγω ενός ανυπόφορου χειμωνιάτικου καιρού, κάνω κατάληψη στο διαμέρισμά μου, σε μιαν τρισάθλια γιάφκα, που αν και με χίλια ζόρια βρήκα σε μιαν από τις κακόφημες γειτονιές της πόλης μας ίσα – ίσα τα βολεύω με τα νοίκια. Το διαμερισματάκι μου σήμερα είναι άνω – κάτω. Χτες βράδυ δούλεψα ως αργά και σαν τέλειωσα το διήγημα που ’γραφα ήμουν πτώμα και έπεσα ξερός αμέσως για ύπνο, χωρίς να μπορέσω να συμμαζέψω τίποτα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μ’ έχει πιάσει μια βαριεστιμάρα και μια τάση γι’ αποχή από τις δουλειές του σπιτιού που δεν ξέρω τι να κάνω. Η σαπίλα από την ακαθαρσία κυριαρχεί σ’ όλο το χώρο κι ενώ πρέπει να γίνει κάθαρση, συνέχεια το αναβάλλω, αφού κάθε φορά ξεφυτρώνουν και άλλα προβλήματα και παραμελώ την τόσο αναγκαία κάθαρση. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου και σκεπασμένος με τις δυο σκιώδεις μάλλινες κουβέρτες μου, περιμένω να ’ρθουν από στιγμή σε στιγμή για επίσκεψη οι δυο μοναδικοί αληθινοί φίλοι μου, ο Κουτάλωφ και ο Φορτουνάτο. Κάθε μέρα, σχεδόν, οι δυο τους έρχονται τέτοια ώρα, γύρω στις έξι τ’ απόγευμα και κατόπιν ή περνάμε ολόκληρη τη βραδιά στο σπίτι μου παίζοντας εγώ με τον Κουτάλωφ τάβλι και ο Φορτουνάτο χαρτιά με την Ελπίδα κι ακούγοντας μουσική από ένα ξεχαρβαλωμένο ραδιοκασετόφωνο που μου ’χε δωρίσει πέρσι στα γενέθλιά μου η Ελπίδα ή βγαίνουμε έξω σε κανένα μπαράκι για να πιούμε να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Από τότε, βέβαια, που γνώρισα την Ελπίδα, η ζωή μου έχει ένα άλλο σκοπό. Κάνω καθετί για να την ευχαριστήσω, για να της δείξω πόσο πολύ την αγαπώ. Κι αυτή: ένα όμορφο κι αφράτο, ένα γεμάτο ζωντάνια και σφριγηλότητα κοριτσόπουλο, ούτ’ είκοσι χρόνων ακόμα, που αντίθετα με τις προσταγές του δυνάστη πατέρα της – «Να ξεκόψεις απ’ αυτόν τον περιθωριακό, θα σε παρασύρει στο τέλμα» της φωνάζει από το πρωί ως το βράδυ – εξακολουθεί μ’ αγάπη και με θαλπωρή να με φροντίζει και με χίλιους δυο τρόπους να με δικαιολογεί στη στριμμένη γεροντοκόρη σπιτονοικοκυρά μου για τα καθυστερούμενα νοίκια. Και γλυκαίνει τη ζωή μου με κάθε τρόπο τούτο το εμορφοκοριτσουλάκι τη ζωή μου, όπως προχτές που με έπεισε να στολίσουμε το χριστουγεννιάτικό μας δέντρο… Το ρολόι δείχνει γύρω στις εξίμισι. Κοιτάζοντας πότε το σκίτσο μου, που μου ’χε ζωγραφίσει αμισθί τον περασμένο Νοέμβρη ο Κουτάλωφ, όταν ασχολιόταν ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική, και πότε κάτι ξεφτισμένα πόστερ με Αραπίνες και ξανθιές πορνοστάρ που ’χα κρεμάσει στους κενούς τοίχους ακούω την καταρρακτώδη νεροποντή και καθώς θυμούμαι τι έγινε τις τελευταίες μέρες, καταστρώνω τα σχέδιά μου για τις επόμενες, τις πιο δύσκολες. Στο νου μου εξακολουθούν να γυρνούν τα σχέδια που ’ριξε ο Κουτάλωφ στην προχτεσινή μας μάζωξη, έτσι γι’ αστείο, για να ξεφύγουμε επιτέλους από τη μιζέρια, μιας και τον τελευταίο καιρό η φτώχεια έχει πάρει «μονότερμα» το άδειο πορτοφόλι μας: ν’ απαγάγουμε, πρότεινε ο Κουτάλωφ, κάποια διάσημη αθλητική ή πολιτική προσωπικότητα και να ζητήσουμε λύτρα, όπως είχαμε δει πριν από δυο – τρία χρόνια σ’ ένα αμερικάνικο φιλμ σ’ ένα θερινό σινεμά. Η βροχή όλο και δυναμώνει: Έναν χρόνο τώρα, όλοι οι υπεύθυνοι της Υπηρεσίας Δημοσίων Αρδεύσεων μάς πρήζουν καθημερινά πως δεν έχουμε νερό, κι όμως σήμερα που ρίχνει με τα τσουβάλια ο ουρανός το βρόχινο νερό έχουμε προβλήματα με τις πλημμύρες και τις πιθανές καταστροφές. Το κρύο δυναμώνει και καθώς μόνη μου θέρμανση είναι μια μεταχειρισμένη ελαττωματική ηλεκτρική σόμπα -που ’χα αγοράσει μισοτιμής πριν κάμποσα χρόνια σε κάποιο παζάρι- κουκουλώνομαι περισσότερο στις κουβέρτες. Τα τρόφιμά μου είχαν τελειώσει κι έτσι για να μην πεινάσω αναγκάστηκα, έπειτα από αρκετόν καιρό, να επισκεφτώ χτες το πρωί μαζύ με την Ελπίδα ένα κοντινό σούπερ μάρκετ. Κρατούσα μαζύ μου, μόνο δυο χιλιάρικα, που ’χα καταφέρει να μην ξοδέψω τον περασμένο μήνα. Υπέθετα πως θα ’φταναν. Ντρέπομαι να ζητάω δανεικά από την Ελπίδα. Μπαίνοντας, όμως, στο μαγαζί, τι να δω; Παντού ακρίβεια. Τιμές απλησίαστες και σκέφτηκα πως δε θα μου χρειαζόταν το καλάθι που μου πρόσφερε η υπάλληλος: Από δω και μπρος, μονολόγησα, μ’ όσα λεφτά μπορώ να διαθέτω ό,τι θα μπορώ ν’ αγοράζω, ίσα – ίσα που θα χωράει στις τσέπες των μπαλωμένων παντελονιών μου. Πήρα ό,τι ήθελα και φεύγοντας θεώρησα πολύ τυχερούς το Φορτουνάτο και τον Κουτάλωφ, που συγκατοικώντας μοιράζονται το νοίκι και τα εντός ή εκτός σχεδίου έξοδα, ενώ εγώ το μοναδικό πράγμα που θέλω να μοιράζομαι με την Ελπίδα είν’ η αγάπη μας. Εφτά παρά είκοσι, η νεροποντή συνεχίζεται έξω ασταμάτητα. Σε λίγο θα σηκωθώ να τηλεφωνήσω στα παιδιά, γιατί έχουν αργήσει. Ίσως, όμως, να ’χουν πέσει σε καμιά πορεία ή να ’χουν άλλα πιο ενδιαφέροντα τρεχάματα. Τον τελευταίο καιρό, οι δρόμοι της πόλης μας κάθε μέρα είναι γεμάτοι από πορείες εργατών ή άλλων καταπιεσμένων κοινωνικά λαϊκών τάξεων από τ’ αντιλαϊκά και σκληρά μέτρα της κυβέρνησης. Πάντως ο Φορτουνάτο πρέπει να ’χε δίκιο όταν προ καιρού μας έλεγε μεταξύ σοβαρού κι αστείου πως για να διεκδικήσουμε τα αιτήματά μας και να διατηρήσουμε τα δικαιώματά μας στη ζωή πρέπει να ιδρύσουμε ένα σύλλογο την «Επαναστατική Οργάνωση Μονίμως Πεινασμένων» (Ε.Ο.Μ.Π.). Αχ αυτή, η συνήθης αγωνιστικότητα του Έλληνα, μόλις πάνε να του βάλουν χέρι στα κεκτημένα, πόσο ξεχωρίζει! Καθώς το τηλέφωνο βουίζει, συνειρμικά σκέφτομαι τους κοριούς που ’χουν ζώσει το μικρό μου διαμέρισμα, λες και παρακολουθούν κάθε κίνησή μου και τους φίλους μου. Μια τυχαία συνακρόαση με δυο κουτσομπόλες μ’ εξόργισε και αγανακτισμένος κατέβασα το ακουστικό μου. Ο Κουτάλωφ, ψαρομάλλης από τα είκοσι δυο του, απόφοιτος Κοινωνιολογίας. Στα είκοσι πέντε του, σήμερα, μόλις γύρισε από το Στρατό αξιοποιεί το πτυχίο του ως εργάτης σ’ ένα εργοστάσιο της πόλης. Ιδεολόγος κομμουνιστής, αν κι έδωσε τα φοιτητικά του χρόνια στους αγώνες για το κόμμα “καπελώθηκε” από τις κομματικές φατρίες. Κι έτσι ένα πρωί νιώθοντας σιχαμάρα και μίσος για καθετί, τούς τα βρόντηξε κι έθεσε εαυτόν εκτός κόμματος. Μαέστρος στο τάβλι, άπιαστος στο βιολί που καμιά φορά το ‘φερνε στο σπίτι μου και μας συνήρπαζε, ώσπου μια μέρα , ας όψεται το δύσμοιρο στομάχι, αναγκάστηκε να το πουλήσει με κρύα καρδιά, για λίγα χαρτονομίσματα. Αριστούχος τέλειωσε το Γυμνάσιο ο Φορτουνάτο κι οι γονείς του, από τους πλουσιότερους της πόλης μας, τον έστειλαν στην Ιταλία να σπουδάσει. Πράγματι, σπούδασε , όχι, όμως, ιατρική -που ’θελαν οι δικοί του- μα καμπιονάτο (= ιταλικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου Α’ Εθνικής) και όλα τα παράνομα ή μη χαρτοπαίγνια. Γυρνώντας έπειτα από τρία χρόνια στην Ελλάδα, γράφηκε στο β’ έτος της Ιατρικής. Δεν τέλειωσε τις σπουδές του. Οι γονείς του, όμως, δεν απογοητεύτηκαν. Έτρεξαν, κι έτσι ένας οικογενειακός φίλος, ιδιαίτερος Υπουργού, θέλησε να τον διορίσει σε μια τράπεζα. Ο Φορτουνάτο αρνήθηκε, έγινε το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας, αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι, και για να επιβιώσει έκτοτε, άλλαξε ένα σωρό δουλειές και μόλις προχτές συμπλήρωσε 30 χρόνια ζωής και 6 μήνες συνεχούς παραμονής στην ίδια δουλειά, αεικίνητος ξεναγός στους εναπομείναντες αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής, αφού, πέρα από τα ιταλικά, μιλά και αγγλικά – γερμανικά! Ενώ από τότε που πούλησε ο Κουτάλωφ το βιολί ζωγραφίζει για να ξεχνιέται, εγώ ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη λογοτεχνία: γράφω πού και πού καμιά βιβλιοκριτική, κάνα ποίημα ή κάνα διηγηματάκι και δημοσιεύω καμιά φορά κάτι απ’ αυτά για να βγάλω τ’ αναγκαία, αλλά, πάντα, φοβάμαι μήπως τα βρούνε κοινωνικοανατρεπτικά και δε θελήσουν οι εφημερίδες να τα βάλουν. Τις προάλλες από μιαν περιουσία ενός μακρινού συγγενή μου είχα εξοικονομήσει μπόλικα λεφτουδάκια κι ήμουν έτοιμος να πραγματώσω τ’ όνειρό μου: να ξεπληρώσω, είθε!, όλα τα νοίκια και έπειτα αν βοηθούσαν οικονομικά και τα παιδιά ( Κουτάλωφ, Φορτουνάτο, Ελπίδα) να πάρω έν’ αυτοκινητάκι για να πηγαίνουμε εκδρομές τα Σαββατοκύριακα, αλλά από τη μια η ακρίβεια κι από την άλλη η εποχή των ανθρωποφάγων αυτοκινήτων που ζούμε μ’ αποθάρρυναν από την ιδέα του αυτοκινήτου. Εφτά και πέντε. Το στομάχι μου γουργουρίζει από την πείνα, ελπίζω πως ο Φορτουνάτο που ’ναι γνώστης της ιταλικής κουζίνας θα φτιάξει καμιά λιχουδιά, όταν έρθουν. Αμάν, τι ’ναι τούτο πάλι; Κόπηκε το ρεύμα, η ΔΕΗ σίγουρα θα ’κανε πάλι το θαύμα της: Black out! Η μικρή μου γιάφκα, θεοσκότεινη, κι εγώ μόνος μου! Να, το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά επίμονα! Αυτό μάς έλειπε! Ελπίζω, μόνο, να ’ναι έχοντας κάποια καλή δικαιολογία, πέρα από τη βροχή, ο Κουτάλωφ. Με δυσκολία αρκετή, στο σκοτάδι ψάχνοντας και σκουντουφλώντας, βρίσκω το τηλέφωνο, σηκώνω τ’ ακουστικό. Κάποια παράσιτα δε μ’ αφήνουν ν’ ακούσω ξεκάθαρα: «Έλα, η Ελπίδα είμαι. Τα παιδιά λόγω της νεροποντής δεν μπόρεσαν να βγουν από το σπίτι και με πήραν τηλέφωνο γιατί το δικό σου «μιλούσε». Για να μη νιώθεις μοναξιά, αγάπη μου, ίσως το σκάσω από τους γέρους μου μόλις σταματήσει η βροχή και φανώ από κει για καμιά – δυο ώρες, θα σου κρατάω και κάτι να φας, μην ετοιμάσεις τίποτα εσύ… ίσως, όμως, αν πάψει… δε σου υπόσχομαι τίποτα… θα σε ξαναπάρω, μωρό μου… Γεια χαρά και καληνύχτα ως τότε, γλυκέ μου…». Το ’κλεισε, χωρίς να προλάβω της πω έστω και μια λέξη, να της στείλω ένα φιλί. Εκείνη τη στιγμή, εφτά και δεκατρία, άστραψε – φωτίστηκε για λίγο το σκοτεινό δωμάτιο- βρόντηξε και έπειτα από λίγο η βροχή συνεχίστηκε με την ίδιαν, αν όχι και περισσότερη ορμή και δύναμη. Θα ’ρχόταν άραγε η Ελπίδα; «Ήθελα να ’σ’ εδώ… ήθελα να σε δω» σκεφτόμουν και εισέβαλε ο 19χρονος άγγελος, που τώρα κουρασμένος από την πρωινή παρακολούθηση των μαθημάτων της Οικονομίας στο πανεπιστήμιο θα είχε και τον επιπλέον φόρτο της εξυπηρέτησης των γονιών της, ενός απόστρατου στρατηγού και της ψηλομύτας κυράς του, στο νου μου. Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν έχει έρθει ακόμα. Στρίβω το διακόπτη, για να κλείσει, και αφού τυλίγομαι τις κουβέρτες μου γερά για να μη με «τρυπήσει» γερά το κρύο σβήνω την ήδη σβησμένη -αφού δεν υπάρχει ρεύμα- σόμπα και γέρνω νηστικός να κοιμηθώ. Είμαι τόσο κουρασμένος, όλο το πρωί έτρεχα μες τη βροχή να βρω δουλειά χωρίς αποτέλεσμα, αλλά και πικραμένος, που οι φίλοι μου μ’ έστησαν απόψε. Ήταν, πραγματικά, μια δύσκολη μέρα που απορώ πού βρήκα το κουράγιο και την ευψυχία να την παλέψω. Το τηλέφωνο χτυπά ξανά: Πριν κουδουνίσει δεύτερη φορά, το σηκώνω. Γυρεύουνε κάποιον κ. Αντωνίου, δεν υπάρχει αμφιβολία, λάθος! Είμαι έτοιμος να βρίσω, μα κρατιέμαι, δεν αξίζει τον κόπο. Σε λίγο, ο ύπνος θα με παρασύρει σ’ ένα ακόμα μαγικό ταξίδι, πέρα από τα προβλήματα της Ελλάδας του σήμερα. Αύριο μια πολύ δύσκολη μέρα με περιμένει. Κι αν δεν αγωνιστώ θα ’ναι δυσκολότερη: οι τελευταίες μου σκέψεις εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ, προτού κοιμηθώ…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.