Μουσείο Τυπογραφείας

Αφιέρωμα στην εφετινή 78η επέτειο της Μάχης και της Αντίστασης της Κρήτης

Αγαπητοί αναγνώστες,
είχαμε γράψει το κείμενο της στήλης μας από προχθές, όταν την Τρίτη 14/5 διαβάσαμε στα “Χανιώτικα νέα” της ημέρας, σελ. 31, τις εκδηλώσεις που προγραμμάτισαν οι Τοπικές μας Αρχές για τους εφετινούς εορτασμούς της 78ης επετείου (1941-2019) της Μάχης και της Αντίστασης της Κρήτης μας!
Αμέσως, αλλάξαμε γραμμή, ετοιμάζοντας ένα σχετικό επετειακό κείμενό μας, αφιερωμένο στην κοσμοϊστορική αυτή μεγάλη ώρα της Κρήτης, και μάλιστα του δώσαμε τον ίδιο τίτλο που είχε και το προχθεσινό φύλλο “των Χανιώτικων νέων” μας: “Τιμή στην εφετινή 78η επέτειο της Μάχης της Κρήτης” και γράψαμε για τους αναγνώστες της στήλης μας, με πολύν σεβασμό και έντονες συγκινήσεις -γιατί τα ζήσαμε- τα παρακάτω:
Η φετινή 78η επέτειος (1941-2019) από τη Μάχη της Κρήτης, μας προτρέπει και μας δίνει την ευκαιρία ν’ ανοίξομε φτερά και να στραφούμε σήμερα στον προικισμένο και χαρισματικό λόγο της Δημοτικής Ποίησης του Δημοτικού μας τραγουδιού, που έχει συνταχθεί απ’ αφορμή την “ενδοξότερη και περιεργότερη -κατά τον Ι.Δ. Μουρέλλο- Μάχη της Ιστορίας”.
Της Μάχης, που τα συγκλονιστικά πολεμικά γεγονότα, είναι η επιβεβαίωση και η ανεξίτηλη σφραγίδα ενός ιστορικού οπλισμού που γιγαντώνει τις ψυχές για ν’ αντιστέκονται στους αιώνες!
Από τα μυθικά χρόνια ως τον Κύδωνα κι απ’ τον Ιδομενέα ως το Μίνωα. Από το Νέαρχο τον προικισμένο ναύαρχο τ’ Αλεξάνδρου, ως τους τελευταίους Κρήτες υπερασπιστές του πύργου “του καλουμένου Μπακχτσέ Καπουσί της Βασιλεύουσας”!
Απ’ του Καντανολέω τις αναμετρήσεις με τον Βενετό, ως τους τραγικούς και αιματοβαμμένους γάμους του γιου του, στις πανούριες αυλές του Δαμολίνου, στον Αλικιανό της Κυδωνίας!
Απ’ του Δασκαλογιάννη την εγκαρτέρηση στις τουρκικές ωμότητες και θηριωδίες, ως τ’ Αρκαδιού την συγκλονιστική ομαδική εθελοθυσία!
Από του Επαναστατικού Στρατοπέδου τ’ Ακρωτηρίου του ‘97, την άνιση αντιπαράθεση, ως των Καγιαλέδων και Καλορίζικων τ’ αποτόλμημα!
Από την Εποποιΐα που ‘γραψεν στου Μακεδονικού Αγώνα τις σελίδες, ως λίγο πιο ύστερα στου Λαχανά και του Κιλκίς τις δοξασμένες ώρες!
Απ’ τις αιματοπότιστες Ανω Τζουμαγιές και του θρυλικού Μπιζανιού τις τιτανομαχίες, όπου κάθε Κρητικόπουλο προσέτρεξεν μ’ όλη την δύναμη και την ορμή της ύπαρξής του!
Κι από το όνειρο που ζήσαμε στης Πόλης και στης Σμύρνης τα σοκάκια και τ’ αρχοντικά, ως της Χιμάρας και τ’ Αργυρόκαστρου τους άκρατους ενθουσιασμούς που ‘φερεν του ‘40 η εποποιΐα!
Κι όλα, ηρωικά μαθήματα Τιμής και ένδοξες σελίδες Χρέους, ως τη μεγάλη ώρα του Μάη του ‘41 στο Νησί μας!…
Αυτήν την πορεία της ηρωικής ψυχής της Κρήτης, της ενταγμένης αδιατάραχτα στους αιώνες, σε σχέση Κόρης- Μητέρας, μέσα στην διαχρονική πορεία της Φυλής μας δίνει το πνεύμα της Μάχης της Κρήτης, στο ηρωικό και λυρικό στοιχείο του, το μετουσιωμένο σε τραγούδι και στίχο, σε μέτρο και ρυθμό, ενός πανάρχαιου Αθάνατου τραγουδιού, κι ενός μαγευτικού σκοπού, κεφάλαιο βαρύτιμο, καταθεμένο στο περιβόλι της Ελληνικής Δημοτικής Ποίησης!
Αυτής της Ποίησης και συγκομιδής δείγματα, άλλα δημοσιευμένα στο παρελθόν σε δυσεύρετα πλέον επαρχιακά έντυπα, κι άλλα εξαντλημένα από καιρό, καθώς και σελίδες που το πρώτον βλέπουν το φως της δημοσιότητας σ’ αυτού του “κειμένου τη στέγη”, συγκροτούν το σύνολο που έχετε στα χέρια σας, αφιερωμένο με σέβας πολύ, στα 78 χρόνια από την επέτειο της Μάχης της Κρήτης, που γιορτάζομε, καθώς αρμόζει φέτος!
“Το ριζίτικο τραγούδι για τη Μάχη της Κρήτης”
– Τραγουδήθηκε και ιστορήθηκε πολύ η Μάχη της Κρήτης του 1941, ιδιαίτερα με το Ριζίτικο Τραγούδι και δίκαια, γιατί το μεγαλείο της, είναι σαν τη βουνοκορφή, που δεν κρύβεται.
Από το ανεκτίμητο αυτό Ριζίτικο δημοτικό τραγούδι της Κρήτης θα μεταφέρουμε εδώ λίγα διαμάντια του, αφιερωμένα στη “Μάχη της Κρήτης”, τη συγκλονιστική αυτή ώρα που τη φόρτωσε μεγαλείο και δόξα, η παλικαριά κι η λεβεντιά του νησιού, πάνω στο μεγαλείο και τη δόξα που έχει απ’ τους αρχαίους τους καιρούς!
Ο λαϊκός τραγουδιστής καθώς το ξέρομε, δεν μπορεί ν’ αφήσει μεγάλο θέμα, χωρίς να το κάμει τραγούδι, να το κάμει μάθημα και έπος, να τ’ αφήσει για δάσκαλο – διδάχο, στις επερχόμενες γενεές, για να μορφώσει έτσι επιδέξια και σωστά τη νεότητα. Κι εδώ, είναι επίκαιρο να θυμηθούμε τον λόγο του Αιλιανού που λέει: «Κρήτες, τους παίδας τους ελευθέρους μανθάνειν πρώτον τους Νόμους εκέλευον μετά τινος μελωδίας… δεύτερον δε μάθημα έταξαν τους των θεών ύμνους μανθάνειν, τρίτον τα των αγαθών ανδρών εγκώμια» Ποικίλη στοά.
Γενικοί κανόνες για τη ζωή είναι τα Ριζίτικα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας μας Κρήτης, που συγκινούν και συγκλονίζουν με τον δωρικό και μετρημένο λόγο τους, όπως στο θέμα μας!
Ο ποιητής του ριζίτικου τραγουδιού, χαρισματικός λαός της Κρήτης, παρακολουθεί από την αρχή της “παραδοξότερης Μάχης των Αιώνων”, στιγμή προς στιγμή τα γεγονότα και τα καταγράφει στον στίχο του!
Κι ως ξετυλίγεται το μοναδικό κι ανεπανάληπτο χρονικό της Μάχης, αν έζησες ή ζεις κοντά με χθεσινό ή σημερινό άνθρωπο του νησιού μας, θα πάρει τ’ αφτί σου τον πόνο και τον λόγο του, το τραγούδι και το μοιρολόι του, για κείνα τα δίσεκτα κι αξέχαστα χρόνια που μας βρήκαν κι ας έχουν περάσει κιόλας 78 χρόνοι (1941-2019).
Ετσι, εδώ μιλάει για τον αναπάντεχο ερχομό του εισβολέα:
«- Παιδιά, κ’ είντα ’ναι οι μπαλλωτές, στον κάμπο οι καμπάνες,
άτζεμπα γάμο κάνουνε ή πανηγύρι έχουν;
– Ούτε και γάμο κάνουνε, ούτε και πανηγύρι,
μόνο επέσαν Γερμανοί από τ’ αεροπλάνα
κι αρχίσανε τον πόλεμο στον κάμπο οι καμπίτες…».
***
«- Εις τα Χανιά θωρώ φωθιές, στη Σούδα βλέπω κάπνες,
στο Μάλεμε θωρώ φτερά και στ’ Ακρωτήρι λάμψες.
Στου Γαλατά θωρώ ξανθιές, σγουρές και μαυρομάτες
και στην Αγιά μελαχρινές, θάρρος, θεού, γεμάτες.
Στ’ Ανίμπαλι οι Κεραμειανοί, χτυπούν τους ξενομπάτες».
Εκεί, ανασυντάσσει τις δυνάμεις του, “βρίστει” τα πανάρχαια άρματά του κι ας τα ’χαν παρμένα κι αντιστέκεται:
«- Ξένος καρπός στο χώμα μου, εμένα δε ριζώνει,
γιατί η γη μου τον ξερνά, γιατί τον πνίγει το αίμα.
Κοράκια στ’ ακροβούνια μου εμένα δε φωλιάζουν
γιατί τα διώχνουν οι αϊτοί, γιατί τα τρων οι γύπες…
Και ’δα τη σέρνω τη φωνή ν’ ακούσουν οι Μαδάρες
να κατεβούνε οι γενιές να μαζωχτούν τα σόγια
και να χυμήξουν στη φωτιά, παιδιά, γυναίκες, άντρες,
να δείτε σκύλοι Γερμανοί πως πολεμά η Κρήτη…».
***
«- Στον κάμπο διάνε οι φρόνιμοι, στα όρη οι γ’ αντρειωμένοι.
Φωνή αντρούς ακούστηκε ’που τη ψηλή Μαδάρα
γ’ εις αντρειωμένος ήτανε κι εφώνιαζε στη Ρίζα:
– Μ’ άντρες μου πιάστε τ’ άρματα, κι οι Γερμανοί πλακώσα
Χαλούν και καίνε τα χωριά…».
Ορμά ακάθεκτος να… υποδεχτεί, κατά που του πρέπει, τούτο τον απρόσμενο κι απρόσκλητο επισκέπτη – εισβολέα:
«- Ειντά ’χει ο κάμπος και βροντά  κι αστράφτει μπάντα ως μπάντα
και τα πουλιά που πέφτουνε, ’πο πού τα φερν’ η μπόρα;
– Δεν είν’ πουλιά που έρχονται του Μάη τα χελιδόνια
αυτά τα φέρνει ο βοριάς απού τη Γερμανία
και κατ’ απού τα στήθια τους αστροπελέκια ρίχνουν.
Γέμισ’ ο ουρανός σταυρούς μουγκάται ο κάμπος ούλος
κ’ είντ’ αναμίγι γίνεται κάτω στα Καμποχώρια;
Τρέχουν οι μάνες στα παιδιά και στσ’ άντρες οι γυναίκες.
– Δεν είν’ σταυροί που έχουμε εμείς στα μοναστήρια,
μαύροι κοράκοι τσι φορούν και σκίζουν τον αέρα.
Σα δράκοντες μουγκρίζουνε, σαν όχεντρες σφυρίζουν…».
Ενώ αδιαφορεί για τις ασυζήτητες εντολές και τις σκληρές παραγγελίες του υπερφίαλου Χίτλερ:
«- Ο Χίτλερ τους εδιάταξε ούλους τσι στρατηγούς του,
– Θέλω να μου διαλέξετε τσι πιο καλούς μας άντρες,
γιατί θα κάμω πόλεμο εις το νησί τση Κρήτης,
στου Δία τη γενέτειρα, στου Μίνω την πατρίδα,
στου Βενιζέλου τα Χανιά, στ’ αθάνατο τ’ Αρκάδι…».
Τούτος ο βασανισμένος λαός της Κρήτης, συνστρατεύεται σύμψυχος σ’ έναν αγώνα άνισο, σε μια θυσία οδηγημένη και προαποφασισμένη από την Ιστορία του νησιού την ένδοξη και παλεύει με τη συμπαράσταση των ψυχών ηρωικών προμάχων της κρητικής ελευθερίας, αφού οι άντρες της Κρήτης βρίσκονται στην Αλβανία, όπου τους είχε καλέσει το υπέρτατο καθήκον:
«- Αντρες, γυναίκες και παιδιά, τση Κρήτης αντρειωμένοι,
τση Λευτεριάς τη Ρήγισσα ήρθανε να σκλαβώσουν,
βροντά κι αστράφτ’ ο Ουρανός κι η θάλασσα φουσκώνει,
τα όρη αναταράσσονται και τα βουνά βρουχούνται
κι ο Διγενής σέρνει φωνή απού τον Ψηλορείτη:
“– Απού ’χει άρματ’ ας βαστά κι απού δεν έχει, ας βρίστει!”».
Κρανίου τόποι γίνανε τα χλοερά λιβάδια κι οι πορτοκαλεώνες της Αγιάς, του Φουρνέ και τ’ Αλικιανού! Απάνθρωπες εκτελέσεις “εν ψυχρώ” στα λιόφυτα του Κοντομαρί και των Περιβολιών, του Κυρτωμάδω και της Παλαιοχώρας, του Κερίτη και της Αγιάς:
«- Εις την Αγιά ’ναι ’να δεντρί κι όποιος κι ανέν περάσει
τα μάθια θα βουρκώσουνε, θα βαριαναστενάξει
γιατί πατεί στα κόκκαλα τση γης των αντρειωμένω
τση Κρήτης των παλικαριώ…».
***
«Φωνή και κλάημα -ν- άκουσα στη γέφυρα Κερίτη·
Ποιες να ’ταν απού κλαίγανε και τα δεντρά μαραίναν;
Δεν ήταν μια, δεν ήταν δυο, δεν ήταν τρεις και δέκα
ήταν των εκατόν οχτώ χαροκαημένες μάνες,
μάνες, γυναίκες κι αδερφές κακοθανατισμένων.
Η μια ’κλαιγε τον άντρα της, η γι’ άλλη τον υγιόν τση,
οι γι’ αδερφές τους αδερφούς, τη λεβεντιά της Κρήτης».
Γι’ αυτήν την “λεβεντιά” της Κρήτης “το θρηνητικό συναξάρι” της “Κεντρικής Επιτροπής διαπιστώσεως ωμοτήτων εν Κρήτη”, σημειώνει:
«…Την 1ην Αυγούστου [1941] οι Γερμανοί συνέλαβαν εκ του Αλικιανού και των πέριξ χωρίων Ρούματα, Πρασίες, Ορθούνι, Καρές, Φουρνές, Σκινές, Κουφός και Βατόλακκος, εκατόν οκτώ άνδρας, τους οποίους εξετέλεσαν αυθημερόν εις την παρά τον Αλικιανόν γέφυραν του ποταμού Κερίτη…» (σ. 21).
Ομως Κρήτη, κουράγιο! Η Αντίσταση έχει πια γενικευτεί σ’ όλο το Νησί. Οι ηρωισμοί των παιδιών σου, γίνονται ύμνος τρισάγιος στις ιερές της Ιστορίας μας σελίδες.
«-Εις τα Σφακιά γιορτάζουνε, στσι Λάκκους κάνουν γάμο,
και εις το Κουστογέρακο ντουφέκι’ αντιλαλούνε.
– Παιδιά κι είντα να γίνεται, παιδιά και είντα να ’ναι;
– Πόλεμο κάνει το χωριό και πολεμούν με πείσμα τους Γερμανούς να διώξουνε…».
Μάχες πάνω σε μάχες. Παλικαριές και ηρωισμοί απ’ άκρου σ’ άκρο του νησιού. Από το Μάλεμε ως τον Γαλατά κι απ’ τον Κακόπετρο ως τα Μεσαύλια. Από το ξεθεμέλιωμα της Καντάνου ως το Κυρτωμάδω και τα Περιβόλια. Από τα Ρεθεμνιώτικα ως το Καστέλι Πεδιάδας. Απ’ τα Βορίζια ως τη μαρτυρική Βιάννο. Από τον Κρεββατά ως τα Γδόχια και τη Μύρτο. Κι απ’ τα Λιβαδοκουστογέρακα ως τον Καλλικράτη και τα Σαχτούρια, ηρώα και Μνημεία, πλάκες και μνήματα, σταυροί και μαυροφορεμένοι, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της καταστροφής και της ερήμωσης, των αντιποίνων και των θηριωδιών.
«- Φωνή και κλάημαν άκουσα στου Γαλατά το λόφο·
μη Χάροντας επέρασε, θανατικό μην ήρθε;
– Μουδέ ο Χάρος πέρασε, θανατικό δεν ήρθε,
μόνο φονιάδες ήρθανε απού τη Γερμανία,
σφάζουνε, καίνε τα χωριά, τις εκκλησιές μολύνουν
τα δέντρα μαραθήκανε και τα πουλιά σιγήσα
κι οι ποταμοί στερέψανε απ’ τον πολύ τον πόνο».
***
«- Φωνή και κλάημαν άκουσα στση Κάντανος τον κάμπο·
σε ποια μεριά τση Κάντανος, σε ποια μεριά του κάμπου;
– Στ’ Ανισαράκι κλαίγανε τσι γυιούς των οι μανάδες
κλαίνε και στον Κουφαλωτό τσ’ άντρες των οι γυναίκες
που των αφήκαν ορφανά…».
***
“- Μαλάθυρ’ όμορφο χωριό, άξιο και τιμημένο,
και που ‘ν’ οι γι’ αντρειωμένοι σου τ’ όμορφα παλικάρια;
Μπαμπέσικα τα πιάσανε οι Γερμανοί οι σκύλλοι
κι εκαταλισανέ μου τα…”
Οι καταστροφές χωριών και πόλεων διαδέχονται η μια την άλλη. Σήμερα η Κάντανος, αύριο τα Ανώγεια, την άλλη η Βιάννος, την παράλλη το Μαγαρικάρι, το Γερακάρι, η Δαμάστα!
Κρήτη κατακαημένη!… Εκαμες τραγούδι τον καταστρεμό και τον πόνο σου και τ’ άφηκες προικιό και διαθήκη στα παιδιά σου, να τα μελετούν και να ορκίζονται στον στίχο τους σαν τα αρχαία τους προγόνια:
“Αμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες!”.
Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα κείμενα των τραγουδιών αυτών!
Αναριγά η ψυχή μας στο τραγούδισμα του αγέρωχου σκοπού των!
Στην καρδιά μας καταχτύπια, τρανταγμοί, βουητά και κραυγές πρωτόγνωρες. Απόηχος του πολέμου του Μάη του ’41.
Και στον νου μας εικόνες με ερείπια και χαλάσματα με στρατιές ομήρων αδελφών μας που οδεύουν για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων της Γερμανίας, πορείες μελλοθάνατων που πληρώνουν… γιατί υπερασπίστηκαν τα πάτρια…
Κι οξ’ από πίσω, ένας λαός που δεν έμαθε να σκυφτεί, που αντιστέκεται ηρωικά, που ορθώνεται γιγαντόψυχα και γράφει σελίδες δόξας στην Ιστορία του.
Οικτρά διαψεύστηκε ο κατακτητής που πίστευε και έγραφε και σε πλάκα πως “δεν θα ξανακτιστεί η Κάντανος ποτέ!”. Πως δεν θα ξαναπορπατήξουν άντρες, γυναίκες, παιδιά κι εγγόνια στ’ Ανώγεια, στη Μαλάθυρο, στη Βιάννο, στην Αγ. Ειρήνη, στο Ανω Μέρος… Πως δεν θα ξαναγλεντίσουν οι Κρητικοί στον Αμιρά και στ’ Αλικιανοβατόλακκα, στη Μύρτο και στον Καλλικράτη, στα Κεραμειανά χωριά, στα Χανιά και στο Ρέθεμνος, στο Κάστρο και στη Γεράπετρο και τη Στία…
Εζησε, ζει και θα ζει αιώνια η Κρήτη και θα τραγουδεί στους αιώνες ριζίτικο τραγούδι ολιγόστροφο, όπου τα λέει όλα:
“- Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύβρικες κι ελείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα πολεμούσανε, πάνω στην Αλβανία
μα πάλι πολεμήσανε!…».
Και θα συμπληρώνει το τραγούδι του, κατά το “έθος” με μαντινάδες σαν και τις παρακάτω, που συμπληρώνουν την εθνική μυσταγωγία και τ’ αναβάπτισμα π’ αρχίζει με το Ριζίτικο, συνεχίζει με την μαντινάδα κι ολοκληρώνεται με τους αθάνατους σκοπούς της κρητικής λύρας, του λαγούτου και του βιολιού, που ποια καρδιά δε μαγνητίζουν!…
Ας σταματήσουμε σε κάποια μόνο δείγματα:
– Κρήτη να ‘σαι περήφανη για τ’ άξια τα παιδιά σου,
θεριά σε πολεμήσανε, μα πέσανε μπροστά σου.

Κρήτη, σελίδες έγραψες χρυσές στην Ιστορία
μ’ ήρωες και ηρωισμούς απ’ τα Χανιά ως τη Στία!

Πέρδικες κακαρίζουνε ψηλά
στον Ψηλορείτη:
“Η αντριγειά κι η λεβεδιά βρίσκουνται εις την Κρήτη!”
Τελειώνοντας, σας ευχαριστούμε που μας διαβάσατε, κι άκουγαν και τα παιδιά σας!
Αθάνατοι οι Μάρτυρες της Κρητικής Ελευθερίας και να καμαρώνουμε πως:
“Απού τα Ορη τα Λευκά,
να πάει στον Ψηλορείτη,
Ηρωες και Ηρωισμοί, στολίζουνε την Κρήτη!”
Ζήτω η Κρήτη μας!

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.