Μουσείο Τυπογραφείας

Αέρας ήσουν…

Hσουν αέρας και με διαπέρασες!
Hταν εύκολο να εντυπωσιάσεις μια φωτιά, στο μέγεθος ενός θάμνου. Διατηρούσα, με τις μικρές δυνάμεις μου, μια παρουσία που μπορούσα να συντηρώ μόλις, ώσπου ήρθες εσύ!
Φύσηξες, με κάποιο δισταγμό, απαλά πάνω μου και η μικρή φλόγα δυνάμωσε, για λίγο. Συνέχισες να μου χαρίζεις τις ανάσες σου, νοιώθοντας πως αυτό το παιχνίδι είναι πρωτόγνωρο σε μένα. Πότε ήταν απαλές, άλλοτε πιο αισθητές, όταν καταλάβαινες πως χρειαζόμουν πιο πολύ την προσοχή και τη φροντίδα σου. Για να μη χαθεί η ζεστασιά της μικρής εστίας.
Πέρασε καιρός, μερικά χρόνια, συνεχίζοντας να αφιερώνεις τις ευεργετικές, καθησυχαστικές αναπνοές σου στη μικρή μου φλόγα και πια, μου ήταν απαραίτητες. Είχαν σημασία για μένα και ας προέρχονταν από ένα “αέρα” ασταθή και απρόβλεπτο.
Όταν τρεμόπαιζε αυτή η φλόγα, σαν να ετοιμαζόταν να σβήσει, νοιαζόσουν πιο πολύ για την τύχη της…
Εσύ, ο αέρας, που μπορούσες να αλλάζεις ένταση και μορφή, ανάλογα με τη διάθεση σου, γινόσουν αύρα και έπαιζες με τα κύματα, παραβγαίνοντας μαζί τους σε αστρολογιές…
Γινόσουν άνεμος και ανάγκαζες το ατλάζι του σύννεφου να δακρύζει, σπρώχνοντας με το στανιό να μουσκέψει τη γη, σε στιγμές που ο ήλιος την χαϊδολογούσε! Εσύ, που αν ήθελες, μπορούσες να γίνεις σαρωτικός, ανελέητος, αψηφώντας τις συνέπειες της καταστροφικής σου μανίας, εσύ… Εσύ που μπορούσες να ξεσηκώνεις δυνατές “φωτιές” και να προκαλείς πόνο βαθύ στ’ αποκαΐδια τους…
Πώς μπόρεσες, αλήθεια, να παραμείνεις μια ολόκληρη ζωή, δίπλα σε μια φωτίτσα.
Βρισκόταν, σταθερά, στο ίδιο σημείο, χωρίς να διεκδικεί τα αυτονόητα, για να διατηρήσει την υπόστασή της, τα δικαιώματά της σε ολόκληρη τη ζωή της. Δεν άλλαξε θέση από την πρώτη σπίθα της, μέχρι τη στιγμή που η δική σου πνοή φάνηκε, να σταματά το έργο της.
Πώς τα κατάφερα να αντέχω, να συναγωνίζομαι τα πετάγματά σου, σε άλλες σφαίρες που δεν ήξερα πως υπάρχουν. Δεν φαντάστηκα πως αποσπούσαν μέρος της βούλησης, της ζωής και των αναμνήσεων σου, όσο αυτό κράτησε. Ενοιωθα ανείπωτη τρυφερότητα για σένα, όταν αποκάλυπτες πτυχές σου, που εγνώριζαν ελάχιστοι. Παρατηρούσα τα παιχνιδίσματά σου με τις ακτίνες του ήλιου, μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων, την προσπάθειά σου να διατηρείς ανεπαίσθητες αναπνοές, μην τρομάξουν τα πουλιά στις φωλιές τους. Σε λάτρευα, όταν σε συγκινούσε η βαρκούλα του ψαρά -στο γνωστό λιμανάκι- που ξανοιγόταν μεσοπέλαγα. Αγωνιούσες, να δέσει στη προβλήτα πριν νυχτώσει, μήπως χαλάσει ο καιρός.
Ηξερα, πως πίσω από την αδρή μορφή σου, υπήρχε ασίγαστη ευαισθησία για ό,τι θεωρούσες εύθραυστο και παραμελημένο. Ισως, αυτό ήταν το ευαίσθητο σημείο και γινόσουν ευάλωτος, σε όποιον ήθελε να σε “χειριστεί”. Περίσσευε η αγάπη σου για τη φύση, τους ανθρώπους, τη ζωή, αλλά δεν έπαυες να νοιώθεις αυτό που ήσουν. Ανοιγες φτερά κρυφά απ’ όλους, κρυφά από τον εαυτό σου για ένα ταξίδι στους αιθέρες. Θυμάμαι, πόσο μας φόβιζε το ύψος και τους δύο. Τα δικά σου, φτερά όμως, όταν μούδιαζαν, χρειάζονταν το αναπέταγμά τους. Κατέβαινες για να με χαϊδέψεις, όταν οι φλογίτσες μου άλλαζαν αποχρώσεις. Γνώριζες τη σημασία τους. Αφιέρωνες περισσότερο χρόνο στις γαλάζιες που ερμήνευες σαν αμφιβολίες. Χαιρόσουν με τις χρυσαφιές που θεωρούσες πως φανέρωναν χαρά. Οταν με πρόσεχες, όταν με αγαπούσες, μπορεί να άλλαζα σχήμα ή χρώματα. Δεν ξεπερνούσα, όμως, το ύψος ενός θάμνου. Δεν σε έκαψα, δεν τσουρούφλισα τα φτερά σου. Μόνο, θέρμαινα. Το ένοιωθε, όποιος με πλησίαζε. Εσύ, ίσως, αυτό χρειαζόσουν. Ισως, αυτό να σε κράτησε. Ισως, αυτό να σε προστάτεψε στις περιπλανήσεις και επιτάχυνε πάντα την επάνοδό σου δίπλα στη φωτιά, που υπήρχε για σένα και δεν άφησες να γίνει στάχτη, ποτέ. Μου χάρισες το μεγαλύτερο δώρο ζωής, μετά το παιδί μας. Τη μεγαλοσύνη και τη δύναμη της ψυχής σου. Εγνώριζες πως χωρίς αυτήν, εγώ δεν υπήρχα. Εγινε δική μου δύναμη στη δική μου ψυχή. Αφέθηκα να λειτουργώ, όπως εσύ. Εγινα ίδια με σένα και υπάρχω και για τους δύο μας. Η μικρή φωτιά μπορεί να αναζωπυρώνει μνήμες, αλλά το θαύμα το κάνει η αγάπη, που, αντί να καταλαγιάζει με τα χρόνια, φουντώνει. Είναι και αυτό δικό σου έργο, αφού κατάφερες -και με την απουσία σου- να δίνεις σημάδια της ύπαρξής σου.
Κρατώ σαν φυλακτό όσα πίστευες πως έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωσή μας, με πρώτη τη σιωπή της ανεκτικότητας, αν κάθε προσπάθεια προσέγγισης για λύση προβλήματος ναυαγεί. Το τελευταίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης -μού έλεγες- που χρειάζεται να αποχωριστεί ο άνθρωπος, όταν έρθει η ώρα, είναι η αξιοπρέπειά του.
Ημασταν σχεδόν ίδιοι στα βασικά, καθοριστικά, σημεία που κυριάρχησαν στις σκέψεις και πράξεις μας και αυτά που μας “χώριζαν”, έπαψαν να υπάρχουν με την αποχώρησή σου. Τώρα που η καθημερινότητα έχει αποτινάξει από πάνω της, κάθε περιττό για την επιβίωση… Τώρα, που δεν υπάρχει λόγος να διαφωνήσουμε ή να αμφιβάλλουμε για κάτι, ακόμα και βάσιμο, τώρα, η μόνη αλήθεια, έλαμψε, πια. Καταλάγιασε, ύστερα από σαράντα τόσα χρόνια και μαρτυρά το βάθος μιας αγάπης που δεν ολιγώρησε, δεν εξαπάτησε, δεν ξέφτισε -όσο και αν πόνεσε- γιατί πόνεσε πολύ. Ομως, όσο αναμοχλεύω τις μνήμες από τη δική μας ιστορία, βγαίνει πάντα η ίδια απάντηση. Ημουν μια φωτιά μικρή και ήσουν ο αέρας που με ολοκλήρωσε, με κυρίευσε και με αυτόν ανασαίνω…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.