
Βιότοπος – περιγραφή
Το Σινάπι ανήκει στην οικογένεια των Σταυρανθών. Στην περιοχή της Μεσογείου συναντούµε οκτώ είδη από τα οποία πέντε στην ελληνική χλωρίδα. Το Sinapis avensis (Σινάπι το αρουραίο) κοινώς λαµψάνα – η λαµψάνη του ∆ιοσκουρίδη- ενοχλητικό ζιζάνιο και επιζήµιο, γιατί αναπτύσσεται γρηγορότερα από τα καλλιεργούµενα φυτά και γενικώς τα πνίγει.
Το φυτό αυτό περιέχει µόλις το ένα τρίτο της δραστικής ουσίας του λευκού σιναπιού.
Το Sinapis alba ή Brassica alba (Σινάπι το λευκόν) το οποίο συναντούµε µε τις ονοµασίες πικρίδι, λευκό σινάπι, σινάπι, αγριοσινάπια, σινιάβρη, γλυκοβρούβες ή λαψάνα.
Το Νάπυ ή Σίνηπι του ∆ιοσκουρίδη, το Νάπυ του Θεόφραστου το οποίο χρησιµοποιείται για φαγητό ως άγριο και ονοµάζεται και αυτό λαψάνα και το Sinapis nigra ή Brassica nigra (Σινάπι το µέλαν).
Όλα τα φυτά είναι ετήσια, καλλιεργηµένα ή αυτοφυή. Οι σπόροι τους αποσταζόµενοι δίνουν λάδι, ενώ οι αλευροποιηµένοι σπόροι από το λευκό και το µέλαν σινάπι είναι η βάση για την µουστάρδα.
Είναι πολύ κοινό σε ασβεστώδη εδάφη. Καλλιεργείται κατά τόπους. Στα µέρη αυτά φυτρώνει κατόπιν και µόνο του.
Η Σίναπις η λευκή, είναι αυτοφυής στην Ελλάδα όπου επίσης καλλιεργείται σαν λαχανικό, έχει βλαστό όρθιο, περισσότερο ή λιγότερο τριχωτό, διακλαδιζόµενο, µε φύλλα λυροειδή, πτεροσχιδή, τριχωτά. Φτάνει σε ύψος τα 50 εκατοστά. Τα κίτρινα άνθη είναι διατεταγµένα κατά βότρυς και το άρωµά τους θυµίζει βανίλια. Τα άνθη είναι ερµαφρόδιτα και επικονιάζονται από µέλισσες, έντοµα και τον αέρα.
Ο καρπός είναι κέρας, τριχωτό, µε τρίχες λευκές, υποκυλινδρικό, µε ράµφος µακρύ και πλατύ. Τα σπέρµατά του είναι µικρά, υποστρόγγυλα και έχουν µεγάλη περιεκτικότητα σε λάδι (20-30%), που καµιά φορά χρησιµοποιείται για διατροφή. Τα φύλλα και οι σπόροι του φυτού είναι εδώδιµα. Τα φύλλα έχουν µία πικάντικη γεύση ειδικά αν τρώγονται ωµά. Τα νεαρά φύλλα χρησιµοποιούνται σαν αρωµατικό σε σαλάτες ενώ τα µεγαλύτερα φύλλα χρησιµοποιούνται ως λαχανικό.
Ο σπόρος αλέθεται και η σκόνη χρησιµοποιείται σαν καρύκευµα άσπρης µουστάρδας που είναι ηπιότερο από τη µαύρη µουστάρδα.
Η δριµύτητα της µουστάρδας αναπτύσσεται όταν κρύο νερό έρχεται σε επαφή µε τον σπόρο. Τότε ένα ένζυµο (µιροσίνη) έρχεται σε επαφή µε ένα γλυκοσίδιο (σινιγρίνη) και παράγει µία ένωση θείου. Αν στον σπόρο βάλουµε καυτό νερό, ξύδι ή αλάτι παράγεται ηπιότερη µουστάρδα.
Η σίναπις η µελανή είναι, αντίθετα, λεία πόα, µε φύλλα τραχιά, λυροειδώς πτεροσχιδή τα κατώτερα, επιµήκη-λογχοειδή τα ανώτερα. Τα µικρά άνθη έχουν 4 κίτρινα πέταλα και είναι διατεταγµένα κατά επάκριους βότρυς. Οι καρποί είναι κέρατα, επιµήκη, τετράγωνα, µε σπέρµατα στρογγυλά, καστανόµαυρα και επιφάνεια δικτυωτή. Όπως η Σίναπις η λευκή, περιέχει κι αυτή ένα παχύ λάδι, η χρήση του οποίου όµως είναι αρκετά περιορισµένη. Επειδή είναι πιο σκληρό φυτό και έχει µεγαλύτερη προσαρµογή στην ξηρασία, χρησιµοποιείται κατά προτίµηση για χλωρή νοµή, χορηγείται κυρίως στις αγελάδες που την προτιµούν ιδιαίτερα. Η µουστάρδα που παρασκευάζεται από τα σπέρµατα της είναι πιο δυνατή. Το αλεύρι που προέρχεται από αυτά χρησιµοποιείται, περισσότερο από της λευκής, στη φαρµακευτική.
Ιστορικά στοιχεία
Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν το φυτό από το οποίο παρασκεύαζαν τη µουστάρδα που χρησιµοποιούσαν σε ευρεία κλίµακα ήδη από το 400 π.Χ.
Οι Ρωµαίοι λάτρευαν κυριολεκτικά τη µουστάρδα. Την έτρωγαν µε λουκάνικα, παραγέµιζαν τους µαστούς του αγριόχοιρου και τη χρησιµοποιούσαν σε πολύπλοκες συνταγές µε σάλτσες του γαστρονόµου Απίκιου.
Το λάδι από τους σπόρους το χρησιµοποιούσαν για εντριβές στο στήθος, τους µυς ή σαν κατάπλασµα στις πονεµένες αρθρώσεις. Πρόσθεταν το λάδι σε ζεστό νερό και έκαναν ποδόλουτρα σε κρυολογήµατα και αϋπνία.
Στην Κίνα αναφέρεται ως θεραπευτικό φυτό από το 659 µ.Χ.
Στο Μεσαίωνα το χρησιµοποιούσαν σα συντηρητικό των τροφών γιατί σταµατά τη δράση των βακτηριδίων.
Το λευκό σινάπι χρησιµοποιήθηκε στη λαϊκή ιατρική για τις παθήσεις του πεπτικού συστήµατος και κυρίως για την δυσκοιλιότητα, πάντα όµως µε προσοχή στη δοσολογία, γιατί γνώριζαν την τοξικότητά του.
Στα παλιά χρόνια αν κάποιος έπρεπε να περπατήσει στο χιόνι, συνιστούσαν να βάζουν σκόνη µουστάρδας µέσα από τις κάλτσες για να διατηρούνται τα πόδια ζεστά και να αποφύγουν τα κρυοπαγήµατα. Η συρροή όµως του αίµατος στα πόδια µπορούσε να προκαλέσει καρδιακά προβλήµατα. Χρησιµοποιούσαν επίσης το αφέψηµα των σπόρων για να ψήνονται γρηγορότερα τα σκληρά κρέατα, τα όσπρια και τα λαχανικά. ∆εν ήταν όµως φρόνιµο γιατί µερικές φορές µπορούσε να αποβεί πολύ επικίνδυνο σε όσους το έτρωγαν.
Οι παλιοί βοτανοθεραπευτές συνιστούσαν το σινάπι για θεραπεία αλωπεκίας, επιληψία, δαγκώµατα φιδιών και εντόµων και πονόδοντους. Ο Κούλπεπερ (1653) το συνιστούσε για ένα ευρύ φάσµα ασθενειών από τα αδύνατα στοµάχια και κρυολογήµατα µέχρι πονόδοντους και ρευµατικούς πόνους, παθήσεις δέρµατος και πιασίµατα.
Στην Κρήτη ήταν δηµοφιλές χορταρικό. Το καλλιεργούσαν και το έτρωγαν βραστό. Τα ασταχάκια του (βλαστάρια) στη ∆υτική Κρήτη, τα ονόµαζαν τσιµουλάκια. Τα έφτιαναν σφουγγάτο (οµελέτα). Το ζουµί το έπιναν µε λεµόνι και λάδι.

Συστατικά – χαρακτήρας
Οι σπόροι περιέχουν πρωτεΐνες 27,2%, λίπος 35%, υδατάνθρακες 34%, ίνες 6%, τέφρα 4,5%, ασβέστιο, φωσφόρο, σίδηρο, µαγνήσιο, νάτριο, κάλιο και τις βιταµίνες θιαµίνη (Β1), ριβοφλαβίνη (Β2), νιασίνη (Β6).
Οι σπόροι περιέχουν ένα γλυκοσίδιο, τη σιναλµπίνη η οποία έπειτα από υδρόλυση µε µιρονάση σχηµατίζει µια γενίνη, ένα έλαιο και βλεννώδεις ουσίες. Οι βλεννώδεις ουσίες δίνουν στους σπόρους καθαρτικές ιδιότητες ενώ η γενίνη φλογιστικές. Κύριο συστατικό στο λευκό σινάπι είναι η µιροσίνη. Περιέχει ακόµη λάδι, πολύ γλοιώδη ουσία και σιναπιζινίνη ή θειοσιναπιζινίνη.
Το µαύρο σινάπι περιέχει λάδι, λεύκωµα φυτικό, µιροσίνη, µιρονικό κάλι, σάκχαρο, κόµµι, ελεύθερο οξύ, σιναπιζίνη και άλατα.
Άνθιση – χρησιµοποιούµενα µέρη – συλλογή
Το λευκό σινάπι ανθίζει από Ιούνιο µέχρι Αύγουστο και οι σπόροι ωριµάζουν από Ιούλιο µέχρι Σεπτέµβριο.
Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιµοποιούνται κύρια οι σπόροι τους οποίους συλλέγουµε στο τέλος του καλοκαιριού.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις
Το λευκό σινάπι δρα ως αντιβακτηριακό, αντιµυκητιακό, ορεκτικό, άφυσο, καθαρτικό, εφιδρωτικό, χωνευτικό, διουρητικό, εµετικό, αποχρεµπτικό, αλλεργικό, τονωτικό και καυστικό.
Στη Κίνα χρησιµοποιείται στη θεραπεία του βήχα µε άφθονο φλέγµα, στη φυµατίωση και την πλευρίτιδα.
Στη ∆ύση χρησιµοποιείται σπάνια εσωτερικά για θεραπευτικούς σκοπούς. Εξωτερικά χρησιµοποιείται σε καταπλάσµατα ή προστίθεται στο νερό του λουτρού. Βοηθά στη θεραπεία των αναπνευστικών µολύνσεων, αρθρικούς πόνους, χιονίστρες και σκασίµατα δέρµατος. Σε αναλογία 1 προς 3 αναστέλλει την ανάπτυξη µυκήτων, χρειάζεται όµως προσοχή γιατί ο σπόρος περιέχει ουσίες που είναι πολύ ερεθιστικές στο δέρµα και τους βλεννογόνους.
Τα φύλλα έχουν άφυσες ιδιότητες.
Το µαύρο σινάπι δρα ως ορεκτικό, χωνευτικό, διουρητικό, εµετικό, αλλεργικό και διεγερτικό.
Ο σπόρος αλέθεται και εφαρµόζεται στο δέρµα για θεραπεία ρευµατισµών και ως µέσο µείωσης της συµφόρησης στο εσωτερικό των οργάνων. Εφαρµοζόµενο εξωτερικά το σινάπι µειώνει τη συµφόρηση των εσωτερικών οργάνων τραβώντας το αίµα προς την επιφάνεια και είναι χρήσιµο σε πονοκέφαλους, νευραλγία και σπασµούς. Επίσης η υπεραιµία που προκαλεί βοηθά σε µυϊκούς και σκελετικούς πόνους.
Με καυτό νερό σε σπασµένους σπόρους (λευκού ή µαύρου σιναπιού) φτιάχνουµε τονωτικό ποδόλουτρο (σε κρυολογήµατα) ή κάνουµε εισπνοές (σε πονοκέφαλο). Με το µαύρο σινάπι γίνεται η µουστάρδα και οι σιναπισµοί. Ο σιναπισµός είναι κατάπλασµα από πολτό σκόνης σιναπιού που παρασκευάζεται µε χλιαρό νερό. Το ξαπλώνουµε πάνω σε ένα καθαρό και λευκό πανί και το εφαρµόζουµε πάνω στο δέρµα αφού πρώτα στρώσουµε επάνω του µια γάζα. Το αφήνουµε για 5 έως 15 λεπτά. Όταν αφαιρέσουµε το κατάπλασµα πλένουµε το σηµείο µε ζεστό νερό και αλείφουµε το δέρµα µε ελαιόλαδο.
Χρειάζεται προσοχή στην υπερβολή γιατί το κατάπλασµα µερικές φορές µπορεί να προκαλέσει σοβαρό ερεθισµό στο δέρµα. Ο σπόρος ακόµη χρησιµοποιείται εσωτερικά για ορεκτικό, χωνευτικό, διουρητικό, εµετικό και τονωτικό. Αν τον καταπιούµε µαζί µε µελάσα δρα ως ήπιο καθαρτικό. Αναφέρεται ότι το αφέψηµα των σπόρων χρησιµοποιείται στην θεραπεία σκλήρυνσης συκωτιού και σπλήνας καθώς επίσης στη θεραπεία καρκινώµατος σε όγκους λαιµού και αποστήµατα (µε γαργαρισµούς του υγρού).
Το έλαιο της σιναπιού προτείνεται για το δυνάµωµα της τρίχας. Επίσης το σινάπι προτείνεται ως καθαρτικό συστατικό τσαγιού για τον λόξυγκα. Η σκόνη του σπόρου είναι αντισηπτική.
Εργαστηριακά πειράµατα έχουν δείξει πως η βρώση του φυτού µειώνει τον κίνδυνο προσβολής ορισµένων µορφών καρκίνου, ιδιαίτερα του παχέως εντέρου και του στοµάχου.
Παρασκευή και δοσολογία
Οι σπόροι του σιναπιού χρησιµοποιούνται αλεσµένοι για καταπλάσµατα ή έµπλαστρα.
Η αλοιφή παρασκευάζεται πολτοποιώντας τις ρίζες του φυτού, προσθέτουµε αλάτι και δύο κουταλιές πετρέλαιο, την επιθέτουµε πάνω στο πονεµένο µέρος και τη χρησιµοποιούµε για το άσθµα, την πνευµονία, τη βρογχίτιδα, τις νευραλγίες και τους ρευµατισµούς.
Προφυλάξεις
Η χρήση του βοτάνου αντενδείκνυται στις φλεγµονές και τη φυµατίωση των πνευµόνων, στις ασθένειες των νεφρών και σε άτοµα που υποφέρουν από υπερένταση.
Η θειοσιναπαζίνη, η δραστική ουσία της µουστάρδας είναι πολύ ερεθιστική και καυστική στο δέρµα και στο βλεννογόνο των αισθητηρίων οργάνων. Μερικοί άνθρωποι µπορεί να είναι αλλεργικοί στο σκεύασµα αυτό και πρέπει να χρησιµοποιείται µε προσοχή. Στο ποδόλουτρο δεν πρέπει να αφήνουµε τα πόδια µέσα στο νερό περισσότερο από 10 λεπτά. Τα άτοµα που υποφέρουν από αναιµία να αποφεύγουν το γενικό µπάνιο. Πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του σκέτου σιναπόσπορου γιατί είναι πολύ καυστικός, όπως και του αδιάλυτου σιναπόλαδου στο δέρµα γιατί προκαλεί εγκαύµατα.


