Συναναστροφή και γνωριµίες, ανταλλαγή προϊόντων, εµπόριο, νυφοπάζαρα, νηστίσιµα στα καφενεία της εποχής, µετακινήσεις από τα χωριά και τις πόλεις… Για χρόνια τα παζάρια της Μεγάλης Παρασκευής σε Βουκολιές και Κίσσαµο αποτελούσαν τα «κοσµικά» γεγονότα της εποχής.
Με τη βοήθεια ανθρώπων που έζησαν τις δεκαετίες από το ‘50 µέχρι και τα ‘90 του προηγούµενου αιώνα µαθαίνουµε περισσότερα για το τι σήµαινε «Παζάρι» τα χρόνια αυτά.
Επαγγελµατίας κτηνοτρόφος ο κ. ∆ηµήτρης Μποµπολάκης θυµάται όταν ήταν παιδί να τον παίρνει ο πατέρας του από το χέρι και να κατεβαίνουν στο παζάρι. «Πως ήταν τότε; Σίγουρα διαφορετικές οι Βουκολιές. Είχανε τρία ξενοδοχεία, γιατί έρχονταν οι άνθρωποι από την προηγούµενη µέρα. Υπήρχε δηµοτικός σταύλος εκεί που ήταν παλιά το ∆ηµαρχείο Βουκολιών και η Αστυνοµία, που έδεναν οι άνθρωποι τα µουλάρια, τα γαϊδούρια τους. Αυτό όπως και άλλα κτήρια είχαν χτιστεί µε πέτρες του πύργου των Βουκολιών! Υπήρχαν καφενεία, ταβέρνες αυτοσχέδιες που είχαν δεν είχαν άδεια, πωλούσαν φαγητό και στη µέση της πλατείας έσφαζαν τα ζώα, τα κρεµούσαν σε τσιγκέλια για να τα δουν οι πελάτες, αλλά πουλούσαν και ζωντανά ζώα. Και ότι είχε ο καθένας πατάτες, κρεµµύδια, λαχανικά, φρούτα. Έρχονταν και 5-10 έµποροι απ’ τα Χανιά. Μάζευε κόσµο από την περιοχή αλλά και από τα Χανιά, το Καστέλι, το Κολυµπάρι, το Σέµπρωνα, την Αγ. Ειρήνη, το Μανωλιόπουλο. Το πανηγύρι αυτό ήτανε όλης της περιοχής, όχι µόνο των Βουκολιών» αφηγείται ο συνοµιλητής µας.
Θυµάται πολλά από τα µαγαζιά που έκαναν «χρυσές» δουλειές την εποχή εκείνη. «Ο Θεοφάνης ∆εσποτάκης έφτιαχνε χοχλιούς, ο “Κουβές” είχε κρεοπωλείο και ταβέρνα, ο “Μαρουβάς” στη διακλάδωση άλλο και άλλα 3-4 στην πλατεία και πιο πέρα», λέει.
Ο κόσµος, ρωτάµε είχε λεφτά εκείνη την εποχή; «Πολλά δεν είχε αλλά και λίγα που είχανε, περνούσαν µε αυτά», απαντά και προσθέτει µε νοσταλγία. «Στις Βουκολιές είχε ταχυδροµείο, δύο τράπεζες, ΟΤΕ, Αστυνοµικό Τµήµα, Κτηνιατρείο, µέχρι πριν λίγα χρόνια. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα!».
ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ
Νύφη από τις 12 Ιουνίου του 1966 στις Βουκολιές η κα Ελένη Καλαϊτζάκη αλλά µε πολλές µνήµες από τα παιδικά της κιόλας χρόνια. «Είµαι από τα Π. Ρούµατα, µια γειτονιά τον Πλάτανε και είχα µια αδερφή εδώ στις Βουκολιές παντρεµένη. Και ερχόµουν από µικρή ηλικία», αναφέρει.
Τι θυµάστε, τη ρωτάµε, πιο έντονα από εκείνη την εποχή; «∆εν υπήρχε το γιουσουρούµ που γίνεται τώρα, ήτανε µόνο προϊόντα καλά, ας πούµε. Ερχότανε από όλη την Κρήτη σχεδόν. Με άλογα, µε γαϊδουράκια από τον Πελεκάνο, από τα Σφακιά, το Σέµπρωνα, δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα αυτοκίνητα. Ξεκινούσαν δυο µέρες νωρίτερα για να φτάσουν εδώ. Ο πεθερός µου είχε µια µεγάλη αυλή και δένανε τα µουλάρια. Και ερχόταν ένας πεταλωτής από τα Νεριανά και πετάλωνε συγχρόνως και τα άλογα όλη τη Μεγάλη Παρασκευή. Το παζάρι τότε είχε ανταλλαγή προϊόντων πιο πολύ, δηλαδή έδινες µια κατσίκα και έπαιρνες άλλα προϊόντα. ∆εν είχανε πολλά λεφτά και γι’ αυτό γινόταν και η ανταλλαγή, δίνανε ανταλλάξιµα. Το παζάρι για τα αιγοπρόβατα, τα γίδια και τα αρνιά, πάντα γινότανε στο ποτάµι στη κάτω µεριά. Πουλούσαν επίσης µυζήθρες, τυριά για το Πάσχα αλλά και πατάτες, λαχανικά, φρούτα, απ’ όλα φέρνανε. Σε έκταση ήταν πιο µεγάλο, για να περάσεις µε τα πόδια ζοριζόσουν, που λέει ο λόγος. Ενώ τώρα δεν έρχεται τόσος κόσµος».
Η χαρά για την ίδια όταν ήταν µικρή ήταν «να πάρουµε ένα ζευγάρι παπουτσάκια τη Μεγάλη Παρασκευή, να τα µοστράρουµε στο Πάσχα».
Φυσικά εκείνη την ηµέρα κυριαρχούσαν τα νηστίσιµα πιάτα στα καφενεία. «Μαγειρεύανε σαλιγκάρια, όσπρια, βρεγµένα κουκιά µε αλατσολιές,ταραµοσαλάτα όποια ήξερε να φτιάξει. Τώρα έχουν σουπιές, καλαµαράκια, χταπόδια δεν ήτανε ψυγεία και δεν µπορούσαν να τα διατηρήσουν», σηµειώνει η κ. Ελένη.
ΤΟ ΝΥΦΟΠΑΖΑΡΟ
Εκτός από προϊόντα το παζάρι της Μ. Παρασκευής ήταν πάντα συνυφασµένο µε το νυφοπάζαρο. Πώς γινόταν; «Βόλτες πάνω-κάτω όλοι, κορίτσια, αγόρια και “στάµπερνε” ο νεαρός την κοπελιά, ρώταγε ποια είναι, από που είναι και έστελνε προξενιό. Να γνωριστούν και να πάνε βόλτα από µόνοι τους; Εκείνα τα χρόνια; Ο Θεός φυλάξει! ∆εν υπήρχε περίπτωση. Όχι, όχι Παναγία µου! Να σε ξεµοναχιάσει από τους γονείς σου και από την παρέα σου ο νεαρός; Όχι βέβαια».
Σε όλα αυτά τα χρόνια η κ. Ελένη διατηρεί ένα καφενείο στο κέντρο του χωριού, σηµείο συνάντησης για χωριανούς και επισκέπτες. ∆εν µπορεί να ξεχάσει µια Μεγάλη Παρασκευή. «∆εν το ξεχνώ και αυτό το πράγµα… Είχε πάει ο συγχωρεµένος ο άντρας µου βράδυ-βράδυ να φτιάξει τα ζώα και µε πλακώνουνε, φουλάρει το µαγαζί Ηρακλειώτες! Γιατί ερχότανε από νωρίς, µια µέρα πριν, και παίρνανε θέσεις. Ενώ τώρα ξέρει από πριν ο καθένας τη θέση του που θα βάλει το πάγκο του. Τότε έρχονταν από τη νύχτα και άπλωναν τις πραγµατείες τους. Θέλανε να φάνε και ήµουνα µοναχή και δεν τους περίµενα και τρελάθηκα εκείνη τη χρονιά, να προλάβω να προετοιµάσω, να τους εξυπηρετήσω όλους», θυµάται.
ΣΤΗΝ ΚΙΣΣΑΜΟ
Ξεχωριστή παράδοση έχει και το παζάρι στο Καστέλι Κισσάµου, µε ιστορία που χάνεται στην πάροδο των ετών. Ο κ. Γιώργος Κουρτάκης θυµάται πολύ καλά τα παζάρια των µεταπολεµικών ετών. «Είµαι 47 χρονών, έτσι λέω σε όλους, αλλά Χ2, άρα 94», µας λέει γελώντας. Ξεκίνησε το κατάστηµα του το 1959 στο κεντρικό δρόµο της Κισσάµου στην οδό Σκαλίδη. Τον καλούµε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να θυµηθεί τα χρόνια εκείνα. «Όλα τα µαγαζιά της Σκαλίδη, µπακάλικα, τσαγκαράδικα, έβγαζαν την πραµάτεια τους έξω. Ήταν το παζάρι σε όλο το δρόµο µέχρι τα σπίτια του Μπερντίου (κοντά στο σηµερινό ∆ηµαρχείο). Στον επάνω δρόµο (σηµερινή οδός Παπαγιαννάκη) ήταν η ζωοπανήγυρις. Αρνιά, κατσίκια, γουρούνια από το “Σαµαράδικο” µέχρι τα “Πεταλάδικα” εκεί ήταν το παζάρι των ζώων. Στη σηµερινή πλατεία Ελ. Βενιζέλου ήταν µια µουριά και έδεναν εκεί τα γαϊδούρια και τα µουλάρια µε τα οποία έρχονταν οι άνθρωποι από τα χωριά τους. Αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα. Ο κόσµος έρχονταν κυρίως από τα χωριά: Πλάτανος, Σηρικάρι, Λουσακιές, Καλάθενες, όλα τα µεσοχώρια. Εκείνη την εποχή όλοι είχαν κάποιο ζωντανό σπίτι τους, είτε κατσίκα, είτε γουρούνι και πολλοί το είχαν για πούληµα. Λεφτά ο κόσµος δεν είχε αλλά εκείνες τις ηµέρες όλοι αγόραζαν κάτι για την ηµέρα ή αντάλλασσαν. Έδινε ο ένας µυζήθρα έπαιρνε κάτι άλλο για το σπίτι του. Όσοι ήταν της παρέας πήγαιναν στα καφενεία και έπιναν το κρασί τους τρώγοντας χοχλιούς βραστούς κυρίως».
Τα χρήµατα εκείνη την εποχή ήταν λίγα και οι άνθρωποι αγόραζαν τα απαραίτητα. «Μετά ήλθε ο Παπανδρέου και άνοιξαν οι κρουνοί και έδωσε λεφτά στο πορτοφόλι, τι λεφτά ήταν αυτά τώρα δανεικά, δεν ξέρω. Το παζάρι κάποια στιγµή “έπεσε” δεν είχε τόσο κόσµο, τώρα πάλι αναβιώνει! Μου αρέσει να υπάρχει για τους νέους ανθρώπους που έχουν µαγαζιά, ταβέρνες».
Ο συνοµιλητής µας θυµάται και τον µακαριστό Ειρηναίο Γαλανάκη, τον τότε µητροπολίτη να περνάει µετά το τέλος της αποκαθήλωσης από όλα τα µαγαζιά να χαιρετάει τους επαγγελµατίες και τον κόσµο και να ρωτάει όλους για την οικογένεια, τα παιδιά τους, τον Κωστή το Βαρουχάκη, τον Αντώνη τον Ξηρουχάκη, τον Μανώλη Κουρτάκη. Όπως πιστεύει «την εποχή εκείνη ήταν πιο δεµένοι οι άνθρωποι µεταξύ τους γιατί οι δυσκολίες τους έφερναν πιο κοντά. Σε σύγκριση µε σήµερα δηλαδή».
ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΝΥΦΕΣ ΚΑΙ ΓΑΜΠΡΟΥΣ
Και στην Κίσσαµο το παζάρι ήταν συνδυασµένο µε την ευκαιρία των νέων να έρθουν πιο κοντά και να χορέψουν µετά τον… Ησαϊα. «Όποιος ήθελε να κάνει το προξενιό έλεγε στον “γαµπρό” να κατέβει στο παζάρι της Μεγάλης Παρασκευής να δει την τάδε κοπελιά, αν του αρέσει και αν πει το ναι, να το κουβεντιάσουν µετά, να το µεταφέρει στους γονείς της. Έτσι γίνονταν τότε», τονίζει και µας µεταφέρει ένα ιδιαίτερο συµβάν.
«Μου έλεγε ένας φίλος µου που είχε αρχίσει να µεγαλώνει και δεν έχει παντρευτεί: “Γιώργη µου λένε όλοι πως θα γίνω καλόγερος! Θα κατέβω στο Καστέλι τη Μεγάλη Παρασκευή, θα κλείσω τα µάτια και όποια πιάσω θα της πω να την παντρευτώ”. Του λεγα “και αν πιάσεις κανένα αρσενικό τι θα κάµεις;”. Πλάκα, µεγάλη!Εν τέλει παντρεύτηκε, µε προξενιό, αλλά όχι µε γνωριµία στο παζάρι».
ΚΟΣΜΟΪΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
«Για µας ως παιδιά το παζάρι ήταν κοσµοϊστορικό γεγονός», λέει η κα. Λούλα Κώνστα – Μουντάκη που έζησε ως παιδί το παζάρι τη δεκαετία του ΄50 και ως έφηβη τη δεκαετία του ΄60. «Οι γυναίκες τη Μεγάλη Παρασκευή ήταν επιφορτισµένες µε το στόλισµα του επιταφίου, µετά πήγαιναν στο παζάρι που γίνονταν στον κεντρικό δρόµο. Στο πάνω δρόµο, “στου Σωµαρά το δρόµο” ήταν η ζωοπανήγυρις, µε κότες, χοίρους, πρόβατα, κατσίκες ότι είχαν τότε και έφερναν από τα χωριά της Κισσάµου. Στη σηµερινή Σκαλίδη πουλούσαν τα µαγαζιά ότι είχαν εκείνη την εποχή αλλά και οι ντόπιοι ότι είχαν στα σπίτια τους µαρούλια, µυζήθρες, πορτοκάλια κ.ά. Στα καφενεία τότε µαζεύονταν όλοι οι Καστελιανοί, οι άνθρωποι από τα χωριά, οι επισκέπτες, οι Αθηναίοι, να φάνε χοχλιούς, αγκινάρες µε λεµόνι, λιµπίνους και λουβιά (φρέσκα κουκιά). Όλο αυτό µέχρι τις 5 το απόγευµα. Μετά δεν υπήρχε άνθρωπος, έφευγαν όλοι για τα σπίτια τους, τα χωριά τους».
Η συνοµιλήτρια µας θυµάται πως η µέρα αυτή ήταν ιδιαίτερη για τις µικρές ηλικίες. «Για µας τα παιδιά η µεγάλη µας χαρά ήταν να αγοράσουµε τα άσπρα τα παπούτσια! Ήταν νόµος της εποχής, να πας µε τους γονείς σου στο παζάρι και να σου αγοράσουν τα άσπρα παπούτσια από τα παπουτσάδικα του Καστελιού!».
Φυσικά και η ίδια θυµάται το “νυφοπάζαρο”. «Ήταν και η µέρα του προξενιού που η κάθε κοπελιά και το κάθε αγόρι έψαχνε να βρει αυτόν ή αυτή που τους άρεσε για να στείλουν µετά τα προξενιά. Εκείνη την ηµέρα έβαζαν όλοι τα καλά τους ρούχα για να δηµιουργούν ωραία εντύπωση. Έτσι γνωρίζονταν και παντρεύονταν πολλοί», επισηµαίνει.
Και η αφηγήτρια µας θυµάται τον µητροπολίτη Ειρηναίο: «Έλεγε πάντα πως πρέπει να γίνεται πρώτα η αποκαθήλωση και µετά το παζάρι, αλλά και οι άνθρωποι τι να κάνουν που είχαν τα ζώα και τα πράγµατα από νωρίς. Είχε καθιερωθεί το παζάρι…», καταλήγει.


