19.4 C
Chania
Σάββατο, 6 Ιουνίου, 2026

Βιβλιοπαρουσίαση: «Μαρτυρίες παιδιών για τη Μάχη της Κρήτης και την Κατοχή»

Έχουµε συνηθίσει να µιλάµε για τη Μάχη της Κρήτης κάθε Μάιο ή επετειακά κατά περίπτωση ανάλογα µε τα κατά τόπους γεγονότα.

Θυµόµαστε πάντως και είναι αναγκαίο να το θυµόµαστε ότι η Μάχη δεν τελείωσε µε την κατάληψη του νησιού από τους Γερµανούς. Οι κατακτητές θεώρησαν «χρέος» τους να εκδικηθούν υποδειγµατικά τα θύµατα της αερεπίθεσής τους και οι κάτοικοι του νησιού δεν παρέλειψαν να ενισχύσουν πράξεις αντίστασης που ανατροφοδοτούσαν την θανάσιµη έχθρα µε τους Ναζί.

Έτσι ο νέος διοικητής Κρήτης, που διαδέχτηκε τον περιώνυµο Στουντέντ, δεν πείσθηκε να παραλείψει τα αντίποινα εναντίον των αµάχων αντιθέτως µεθοδικά απέκτησε κατάλογο κατοίκων της περιφέρειας του Κερίτη και των χωριών της Ρίζας που είχαν συµµετάσχει σε δράσεις εναντίον των αλεξιπτωτιστών και των Γερµανών από τις πρώτες ηµέρες της Μάχης της Κρήτης. Την 1η Αυγούστου 1941 η 5η Μεραρχία Αλπινιστών έφτασαν στη γέφυρα του Κερίτη, περικύκλωσαν την περιοχή, συνέλαβαν δεκάδες αθώους πολίτες, τους οδήγησαν στον Αλικιανό, έστησαν ένα υποτυπώδες στρατοδικείο ναζιστικής αυθαιρεσίας και εκτέλεσαν οµαδικά πολίτες όλων των ηλικιών, ακόµη και ανάπηρους, ενώ στη συνέχεια επιδόθηκαν στην πυρπόληση του Σκηνέ, όταν µερικοί από τους κατοίκους του προέβαλαν αντίσταση. Ο συνολικός αριθµός των εκτελεσµένων ήταν πάνω από εκατό που προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή, Αλικιανό, Φουρνέ, Σκηνέ, Βατόλακο, Κουφό, Πρασέ, Καράνου, Λάκκους, Ορθούνι, Νέα Ρούµατα και Χοστή.[1]

Αφήγηση 14χρονης τότε κοπέλας σχετική µε την τραγική αυτή σελίδα της κρητικής ιστορίας περιλαµβάνεται στο βιβλίο, «Μαρτυρίες παιδιών για τη Μάχη της Κρήτης και την Κατοχή», που εκδόθηκε από το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης και την περασµένη άνοιξη παρουσιάστηκε στα Χανιά.

Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο διάστηµα το ΙΑΚ, ένα από τα πλουσιότερα και σπουδαιότερα περιφερειακά αρχεία της χώρας, µε την φωτισµένη διεύθυνση του Κώστα Φουρναράκη παρουσιάζει ιδιαίτερα πυκνή πολιτιστική δραστηριότητα και αξιοµνηµόνευτη εκδοτική παραγωγή.

Στο συγκεκριµένο βιβλίο δηµοσιεύονται είκοσι µαρτυρίες που κατέγραψαν µαθητές και µαθήτριες δηµοτικών, γυµνασίων και λυκείων του νοµού Χανίων, από το 2013 έως το 2016, στο πλαίσιο Μαθητικού ∆ιαγωνισµού που είχε διοργανώσει το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης. Οι µαθητές µε την καθοδήγηση ευαισθητοποιηµένων εκπαιδευτικών συνοµίλησαν µε παππούδες, γιαγιάδες και διέσωσαν τις προσωπικές µνήµες τους. Έτσι στην έκδοση αυτή δηµοσιεύθηκαν αφηγήσεις των: Σταµάτη Αποστολάκη, Στυλιανού Βασιλαντωνάκη, Αλέξανδρου Καζάκου, Γεωργίου Καρτσωνάκη, Ιωάννη Κοκκινάκη, Εµµανουήλ Κουλετάκη, Ελένης Κουτσοδηµητροπούλου, Άννας Λουπασάκη, Πέτρου Μαντωνανάκη, Γιάννη Μαράκη, Ιωάννας Νταµηλάκη, Ελένης (Τιτίνας) Αγγελάκη, Μανώλη και Τηλέµαχου Παντελάκη, Ιωάννας Παρρά, Θεοδώρας Πασπάτη, ∆ηµητρίου Σειραδάκη, Ιωάννη Φατσέα, ∆αµασκηνής Φουρναράκη, Σταµάτη Φραντζεσκάκη, Γεωργίου Ψυλλάκη. Η επιµέλεια και επεξεργασία του πρωτότυπου έντυπου και ψηφιακού υλικού υλοποιήθκε από τον προϊστάµενο του ΙΑΚ Κώστα Φουρναράκη και τους φιλέρευνους και επιστηµονικά καταρτισµένους υπαλλήλους Κώστα Νταντινάκη και Κυριάκο Κουµάκη.

Παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει πολλές ανάλογες συλλογές µαρτυριών και έχουν πραγµατοποιηθεί σπουδαίες εκδόσεις σε τοπικό και σε πανελλήνιο επίπεδο µε ανάλογο περιεχόµενο, οι συγκεκριµένες προσελκύουν το ενδιαφέρον: οι ώριµοι πια αφηγητές, παιδιά το 1941, που παίρνουν το λόγο στο βιβλίο, έζησαν τον πόλεµο, τον οποίο διεξήγαγαν οι ενήλικοι της εποχής, γονείς και οι χωριανοί τους, µε δέος. Πρωταγωνιστούσαν στην εποχή εκείνη όσοι έλεγαν στον Νίκο Καζαντζάκη πως «γνώριζαν ότι έγραφαν ιστορία». [2] Με τη βαριά βιωµατικότητα αυτής της «ιστορίας» τούτοι αποκαλύπτουν τις ηθεληµένα απωθηµένες σε πολλές περιπτώσεις, σίγουρα όµως αλησµόνητες σκληρές εµπειρίες τους και συνειδητά προσπαθούν να συµβάλουν µε τη σειρά τους στη συµπλήρωση της ιστορίας του δικού τους τόπου. (σ.48)[3] Πολλοί από αυτούς δηλώνουν ότι έχουν ήδη καταγράψει, ανεξαρτήτως µορφωτικού επιπέδου, τις αναµνήσεις τους σε µαντινάδες, ποιήµατα και βιβλία, (σ. 55, 60, 116) διεκδικώντας το µερίδιο τους στην ιστορία και στην υστεροφηµία. ∆εν είναι ανάγκη να τα φιλτράρουµε µε κριτήρια ιστορικά όλα αυτά – αρκεί να τα διαβάσουµε αισθαντικά και στοχαστικά, όπως βεβαίως τους αξίζει.

Σε προφορικό λόγο µε ευκολία και αυθορµητισµό εξέφρασαν τα συναισθήµατά τους προς τους µαθητές, µερικές φορές εγγόνια τους, σε κλίµα οικειότητας και συχνά µε εξοµολογητική διάθεση και διδακτική πρόθεση. Εκδήλωσαν τα παράπονά τους για την παιδική ξεγνοιασιά που χάθηκε στην κατοχή, τα παιχνίδια που έπαιζαν µε τα επικίνδυνα πολεµικά υλικά, για το θάνατο που παντού παραµόνευε και ανέκοψε τις εφηβικές αναζητήσεις και τα νεανικά τους όνειρα. Όλα εξατµίστηκαν στους καπνούς και στη λαίλαπα του πολέµου, στην τροµοκρατία και στην ανασφάλεια όσων ακολούθησαν. Μόνη έγνοια κυριαρχούσε για χρόνια ολόκληρα η επιβίωση, ενώ ο νεανικός δυναµισµός µε αίσθηµα ανιδιοτέλειας και αυτοθυσίας συχνά αναλώθηκε σε αγώνες, προσωπικές θυσίες και µαρτύρια, που πολλές φορές δεν βρήκαν δικαίωση. (σ. 65)

Μέσα στις πολύµορφες και διαφορετικές αφηγήσεις αναδεικνύεται το φαινόµενο των «κρητικών µαντατοφόρων»,[4] που διαδραµάτισαν συνειδητά – συχνά και ασυνείδητα – το δικό τους σπουδαίο ρόλο στην κρητική αντίσταση. Εκτελώντας εντολές, κρύβοντας κλεµµένες στολές, (ειδική αναφορά γίνεται στην εξασφάλιση των στολών για τη διενέργεια της θρυλικής απαγωγής του Κράιπε, σ. 65) µεταφέροντας πυροµαχικά ακόµη, αλλά και τρόφιµα ή γραπτά µηνύµατα στα αντάρτικα ληµέρια, (σ. 52, 64, 78) όλοι ανεξαρτήτως ηλικίας συµµετείχαν µε τον τρόπο τους στην κρητική αντιστασιακή εποποιία µε πείνα, µε στερήσεις των βασικών αγαθών, µε πένθος στην ψυχή, στην οικογένεια και στην περιρρέουσα ατµόσφαιρα. Συµµετέχοντας δίχως έλεος στις αγγαρείες τα µικρά παιδιά, (σ.42, 113) έγιναν θύµατα κάθε µορφής βίας εγγράφοντας µνήµες ανεξίτηλες από την καθηµερινότητά τους. Φωτιά, θάνατος, λιγοστά γράµµατα, θυµός, θρήνος, αίσθηµα εκµηδένισης της αξίας του ανθρώπου, πολύ περισσότερο της ελευθερίας και των αξιών του ανθρωπισµού. Ωστόσο είναι εµφανές ότι ο φόβος έγινε θυµός, το σίδερο που έπεφτε και η φωτιά έκαναν την κρητική καρδιά σκληρότερη από το ατσάλι των Γερµανών και την κρητική ψυχή πιο καυτή,[5] πιο µαχητική.

Η ιστορία στα παιδικά µάτια είχε ξεκινήσει, κατά τις αφηγήσεις των περισσότερων, µε τον αιφνιδιασµό της πρωτόγνωρης, «µαγικής» εµπειρίας των αεροπλάνων και των αλεξιπτωτιστών. «Παναγιά µου τόσο ωραία πράγµατα µου φανήκανε, δεν είχα ξαναδεί πολλά αεροπλάνα, µαζεµένα και ανοίγανε κάτι άσπρα αλεξίπτωτα και σαν τα σταφύλια κρέµουνταν οι στρατιώτες από κάτω και τσι ρίχνανε». (56,89) Γρήγορα η µαγεία και ο θαυµασµός µετατράπηκε σε εφιάλτη: πόλεµος, απειλή, τροµοκρατία.

Οι ιστορικοί επιβεβαιώνουν ότι οι Κρητικοί βρέθηκαν αντιµέτωποι µε τη γερµανική λαίλαπα πιο βίαια από όλους τους άλλους Έλληνες. Είχαν αφοπλιστεί εκ των προτέρων, δεν προστατεύθηκαν, δεν αξιοποιήθηκαν όσο θα έπρεπε από την επίσηµη στρατιωτική ηγεσία της συµµαχικής άµυνας.[6] Στις καταγραφόµενες αφηγήσεις γίνεται λόγος για τους Βρετανούς, τους «µπισκοτάδες», τους Αυστραλούς και τους Νεοζηλανδούς δυναµικούς µαχητές, (σ. 59, 67) για το εγχείρηµα της διάρρηξης των αποθηκών, όπου φυλάσσονταν τα όπλα που είχε κατασχέσει το µεταξικό καθεστώς, (σ. 114) για την κατάσχεση κάθε είδους αντικειµένων και πολεµικού υλικού από τους νεκρούς αλεξιπτωτιστές

Οι απλοί πολίτες ούτε τότε µπορούσαν ούτε σήµερα κατανοούν τα ποικίλα πολιτικοστρατιωτικά σχέδια της πολιτικής ηγεσίας της χώρας τους ή των συµµάχων, που άλλωστε τότε αποβήκαν στη δική τους οπτική αναποτελεσµατικά. Εκείνοι έδωσαν µονοµερώς τον αγώνα τους αγνοώντας ότι το νησί τους θυσιάστηκε, για να εξυπηρετηθούν οι ευρύτεροι στόχοι του µεγάλου πολέµου.[7] Ωστόσο η δική τους συµβολή είναι γνωστό ότι διέψευσε την υπολογιζόµενη «24ωρη κατάληψη», και παρέτεινε τη διάρκειά της σε 12 µέρες, έπειτα εδραιώθηκε στο νησί η σκληρή καθηµερινότητα της κατοχής. Όµως, όπως έλεγε και ο Ελύτης και όπως και οι απλοί πολίτες καταδεικνύουν, «δεν έπρεπε να αφήσει κανείς τη ζωή να τον πάρει από κάτου». [8]

Μανάδες και πατεράδες έτρεχαν στην αναζήτηση της καθηµερινής επιβίωσης, οι ετεροεθνείς διαπροσωπικές σχέσεις χρωµάτιζαν τη δυστοπική πραγµατικότητα και αναδείκνυαν µοναδικές εµπειρίες, ενώ κάποιοι πιο γενναίοι και πιο αποφασιστικοί σε κάθε χωριό κράτησαν το κλειδί της σωτηρίας µε έξυπνους χειρισµούς και σωτήριες παρεµβάσεις: άλλοτε ο παπά Βασίλης Ρουµελιωτάκης που έκανε το σπίτι του νοσοκοµείο στο Γαλατά, (σ.57) άλλοτε ο Αντώνης από το Γεράνι, που εκτελέστηκε στο Κοντοµαρί, για να µην πειράξουν τους συγχωριανούς του, (σ.128) άλλοτε η επιτήδεια απόκρυψη πτωµάτων που έσωσε τον Πλατανιά, (σ.68) άλλοτε ο σπουδαγµένος στη Γερµανία δεσπότης που «ήξερε τα γερµανικά και γλίτωσε πολύ κόσµο». (σ. 63) Στις µνήµες των ανθρώπων µια φωτεινή αχτίδα αχνόφεγγε σε κάθε µεγάλη αναταραχή.

Η συµβίωση µε τις αρχές κατοχής ήταν αποκαλυπτική για τα µυστήρια της ανθρώπινου ψυχισµού ιδιαίτερα στα µάτια των µικρών παιδιών. Με αποτροπιασµό έρχεται η οµολογία: «κάποιοι υποστηρίζανε τους Γερµανούς». Η απειλή και η τροµοκρατία δεν είχε εθνικότητα. Γίνεται λόγος για τους πιο ευαίσθητους Ιταλούς και περιγράφονται άδηλα ερωτικά αισθήµατα, που δεν έβρισκαν πάντα τρόπο να ανθίσουν. Εξάλλου «δεν ήταν όλοι οι Γερµανοί κακοί, υπήρχαν και οι εξαιρέσεις», (σ. 42) Μια κουραµάνα, σε εποχή που «είχαµε τρεις µήνες να δούµε ψωµί», (σ. 70) προσφορές τακτικές από συµπάθεια και ευαισθησία, καραµέλες στα παιδιά (σ. 121), φάρµακα θαυµατουργά και άγνωστα στην κατεχόµενη Κρήτη, (σ. 122) αναδείκνυαν τη σηµασία της διαπροσωπικής σχέσης. Προς το τέλος της κατοχής αναφέρονται περιπτώσεις γερµανικών αυτοµολήσεων, που έχει ενδιαφέρον να διερευνηθούν: «κακός ο Χίτλερ, ναι – θα πάω στους παρτιζάνους». (σ. 70)

Το Ροδοβάνι, ο Βαφές, το Ακρωτήρι, η Μαλάθυρος, οι Βουκολιές, ο Άστρικας, ο Σκηνές, αλλά και η Πανέθυµος, ο Αλικιανός, ο Λιβαδάς, η Μονή και το Κουστογέρακο, η Αγυιά – ο τόπος του µαρτυρίου, µα και πολλά άλλα χωριά και περιοχές της πόλης και του νοµού Χανίων καταγράφονται, για να δώσουν το έναυσµα συµπλήρωσης στοιχείων σε ερευνητές και ιστορικούς. Μαζί τους όµως εύκολα ο µελετητής αποθησαυρίζει εντυπωσιακά ανθρωπωνύµια και δυσεύρετα σήµερα µικροτοπωνύµια (ο Μανδηλαράς στο Γαλατά, ο Τσούργος στον Πάνω Πλατανιά, το Βίγλι που λένε στο βράχο στο Πάνω Πλατάνι, η Χωστή στ’ Αλικιανού, ο Χαρακιάς κι ο Ασύρµατος στο Μουρνιανό δρόµο, η Κείθε Βρύση στο δρόµου προς τη Σούγια, τα Λουπασιανά του Πλατάνου, ο Σαρωνίτης στα Φαλάσαρνα , ο Μαυροσπήλιος και πλήθος άλλα).

Ευκαιριακά καταγεγραµµένες πληροφορίες, χρήσιµες στην ιστορική µελέτη, ποικίλουν επίσης. Ξεχωρίζω την αναφορά στον Τούρκο Σακήρ µπέη, που παίρνοντας ξένη υπηκοότητα απέφυγε την ανταλλαγή το 1923, διατήρησε την τεράστια περιουσία του, καθώς και τον επιστάτη – πατέρα του αφηγητή. (σ. 111) Προφανής η έντονη αγανάκτηση για την παράταση της γερµανικής κατοχής στη µικρή ζώνη του νοµού Χανίων, όταν όλη η Ελλάδα ακόµη και όλη η υπόλοιπη Κρήτη είχε εκκενωθεί από τους κατακτητές, [9] που µάλιστα εξακολουθούσαν να δείχνουν άτεγκτη σκληρότητα. «Παρόλο που οι Γερµανοί ήταν αποκλεισµένοι στην Αγιά Κυριακή, τα όπλα τα είχανε. Κι έτσι και πλησίαζε ένας, του παίζανε». (σ. 83, 45)

Ακολούθησε τη φυγή τους ο τρόµος για ό,τι άφησαν θαµµένο στην κρητική γη: διεσπαρµένες οι νάρκες σκορπούσαν το θάνατο κι οδήγησαν συχνά στον ακρωτηριασµό πολλούς κατοίκους. «Νάρκες παντού … σε ένα περβόλι σκοτωθήκανε τρεις νοµάτοι από νάρκα» (σ.127) Κι’ έπειτα ακολούθησε ο εµφύλιος, «πιο χειρότερο πάλι αυτό». Όσο κι’ αν στην Κρήτη οι συγκρούσεις του εµφυλίου ήταν µικρότερης κλίµακας από την υπόλοιπη Ελλάδα για λόγους που γνωρίζουµε, όµως άφησαν τα δικά τους τραύµατα και διαµόρφωσαν «ταυτότητες» έως τις µέρες µας.

«Εύχοµαι να µη γνωρίσεις εσύ και οι συνοµήλικοι σου ατµόσφαιρα πολέµου», (σ. 108), «ο Θεός να ξεµυστεύει να µην τα ξαναζήσει η ανθρωπότητα» (σ. 115) είναι τα λόγια αρκετών αφηγητών. Και καθώς η ζωή συνεχίζεται, η κρητική πραγµατικότητα του 21ου αιώνα φέρνει αντιµέτωπα όλα αυτά τα «παιδιά του 1941» µε τους σύγχρονους ηλικιωµένους πια Γερµανούς, νοσταλγικούς περιηγητές των χωριών και του τόπου τους, που συνδέονται µε τις δικές τους ανεξίτηλες µνήµες. Επικοινωνούν µε φιλοπερίεργους τουρίστες που αναζητούν να απολαύσουν εφήµερα ή µακρόπνοα την πολυδιαφηµισµένη κρητική φύση µε πακέτα διακοπών ή και αγορά κρητικών ενδιαιτηµάτων. Συζητήσεις, ανησυχίες, απωθηµένος θυµός, αλλά και συνειδητή διάθεση υπενθύµισης των πατροπαράδοτων αξιών αντιπαρατίθεται στο δέλεαρ του κέρδους. «Στο σπίτι υπάρχει αίµα και δάκρυα και δεν τα πουλάω» απαντά ένας από τους αφηγητές στις επίµονες εκκλήσεις εξαγοράς.

Οι ιδέες αλλάζουν, οι άνθρωποι πεθαίνουν, τα µνηµεία πέφτουν, πολλοί ξεχνούν και αδιαφορούν για την ιστορία και για το παρελθόν. Τα προσωπικά βιώµατα όµως έχουν µεγαλύτερη δύναµη και οι µικροί µαθητές, όταν τα αφουγκράζονται, υπάρχει ελπίδα να τα εισακούσουν και να προβληµατιστούν για όσα συνέλεξαν, για να κάνουν ό τι µπορούν, προκειµένου να υλοποιηθεί το σύνθηµα που συναντάµε στα ναζιστικά µνηµεία «ποτέ ξανά»!

* Η Στέλλα Αλιγιζάκη είναι φιλόλογος – ιστορικός

[1] Συνοπτική καταγραφή των γεγονότων που ακολούθησαν τις ηµέρες της Μάχης και της κατοχής, βλ. Στέλλα Αλιγιζάκη, «Το χρονικό της µάχης της Κρήτης», Χανιά 1941 – 1991, Ετήσια Έκδοση του ∆ήµου Χανίων, σ. 11 – 27. Τα συγκεκριµένα γεγονότα αναφέρονται στη σελίδα 20.

[2] Κ. Ν. Χατζηπατέρας – Μ.Σ.Φαφαλιού, Ηµέρες Κρήτης 1941. Ευσταθιάδης 1991, σ. 397 – 398.

[3] Οι παρενθέσεις µε τις σηµειώσεις σελίδων σε όλο το άρθρο αναφέρονται στην έκδοση που παρουσιάζεται σε αυτό το άρθρο. Ιστορικό Αρχείο Κρήτης – Περιφέρεια Κρήτης, Μαρτυρίες παιδιών για τη µάχη της Κρήτης και την κατοχή. Εκδόσεις Ιστορικού Αρχείου Κρήτης, Χανιά 2024.

[4] Ο όρος χρησιµοποιείται από τον τίτλο του βιβλίου του Γιώργη Ψυχουντάκη, Ο Κρητικός µαντατοφόρος. Επιλογές 1986.

[5] Αφήγηση του Γιώργου Τζιτζίκα, (23 ετών τότε), στον τόµο 70 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης, Ε – Ιστορικά, Μάιος 2011, έκδοση της Εφηµερίδας Ελευθεροτυπία, σ. 130.

[6] Βαρδής Βαρδινογιάννης, «Στη Μάχη της Κρήτης»,  στον τόµο 70 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης, Ε – Ιστορικά, Μάιος 2011, έκδοση της Εφηµερίδας Ελευθεροτυπία, σ. 118 -120

[7] Βασίλης Μανουσάκης, «Η εξέλιξη των επιχειρήσεων κατά τη µάχη της Κρήτης και οι συνέπειές της», στον τόµο 70 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης, Ε – Ιστορικά, Μάιος 2011, έκδοση της Εφηµερίδας Ελευθεροτυπία, σ. 42 – 43. Κ. Ν. Χατζηπατέρας – Μ. Σ. Φαφαλιού, Ηµέρες Κρήτης 1941. Αθήνα, Ευσταθιάδης, 1992, σ. 13,14,32,33,

[8] Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα, 1987, σ. 405.

[9] Σχετικά µε αυτή την περίοδο, βλ. Σταύρος Βλοντάκης, Η οχυρά θέσις Κρήτης, Χρονικό της γερµανικής κατοχής στα Χανιά απ’ τον Οκτώβρη του 1944 ως το Μάη του 1945 και της αγγλογερµανικής απ’ το Μάη ως τον Ιούλη του 1945. Αθήνα 1976.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα