23.3 C
Chania
Τρίτη, 9 Ιουνίου, 2026

Βιβλίο: Στα τέσσερα

Στα τέσσερα – Miranda July (µτφρ. Νατάσα Σίδερη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια)

Είκοσι ένα χρόνια πριν, στον ∆αναό της Κηφισίας, είδα µια ταινία. Ήταν το Εγώ, εσύ και όλοι µας οι γνωστοί, της άγνωστης τότε σε µένα, Μιράντα Τζουλάι, η πρώτη µεγάλου µήκους ταινία που σκηνοθέτησε. Θυµάµαι ακόµα κάποια καρέ, το συναίσθηµα τρέλας και χρώµατος, τόσες και τόσες ταινίες µεσολάβησαν έκτοτε, λίγες θυµάµαι µε αντίστοιχη λαχτάρα. Τέτοια λαχτάρα που δεν έχω τολµήσει να επαναλάβω τη θέαση µέσα στα χρόνια.
Πριν από δέκα χρόνια σε µετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου και από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφόρησε, πέρασε και δεν ακούµπησε, Ο πρώτος κακός, το πρώτο µυθιστόρηµα της Τζουλάι, ελάχιστα πράγµατα θυµάµαι από εκείνη την ανάγνωση, πρακτικά τίποτα, τη λαχτάρα µόνο να διαβάσω το βιβλίο εκείνο λόγω της ανάµνησης της ταινίας.
Τα χρόνια πέρασαν όπως συνηθίζουν µε µανία να κάνουν.

Το 2024 κυκλοφόρησε το All fours, από διάφορες πλευρές αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένα χάιπ για το βιβλίο αυτό, χάρηκα όταν είδα πως οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια το ενέταξαν στο ανανεωµένο εκδοτικό τους πρόγραµµα µεταφρασµένης λογοτεχνίας. Το Στα τέσσερα κυκλοφόρησε στα τέλη της περασµένης χρονιάς.
Όταν διάβαζα το Ο πρώτος κακός, σε κάποια αναγνωστική ανασκόπηση εντόπισα πως εκείνη την περίοδο µε απασχολούσε διακαώς και απολάµβανα πολύ µυθιστορήµατα που στο επίκεντρο της πλοκής υπήρχε ένας µεσήλικας ή κάπως µεγαλύτερος άντρας πρωταγωνιστής ο οποίος από τη µια µέρα στην άλλη ένιωσε (τι ρήµα και αυτό για τους λευκούς µεσήλικες άντρες ε;) το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του, ο κόσµος όπως τον ήξερε, εξαιτίας ενός ελάχιστου σφάλµατος στο σύστηµα της ύπαρξης, να καταρρέει. Η τριλογία του Φορντ και το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς βρίσκονται στην κορυφή εκείνων των αναγνωσµάτων.
Η Τζουλάι, σε κάθε ευκαιρία, αρνείται την όποια αυτοβιογραφική συσχέτιση µε την πλοκή, την οποιαδήποτε ταύτιση µε την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια.
Πετυχηµένη σε διάφορες καλλιτεχνικές επικράτειες, µετά τα σαράντα, η αφηγήτρια αποφασίζει κάπως εν θερµώ να διασχίσει την Αµερική, ξεκινώντας από το Λος Άντζελες, όπου µένει µε τον άντρα και το παιδί της, για να πάει στη Νέα Υόρκη, µε το αυτοκίνητο, θυσιάζοντας την ευκολία που το αεροπορικό εισιτήριο θα της χάριζε, ελπίζοντας σε µια εµπειρία αυτογνωσίας, εκεί που το σώµα ενεργεί µια συγκεκριµένη συνεχή λειτουργία επιτρέποντας στο µυαλό να κινηθεί αυτόνοµα. Μισή ώρα από τη στιγµή που θα βγει στον δρόµο θα σταµατήσει σε µια µικρή πόλη, θα περιηγηθεί, θα κλείσει εν τέλει δωµάτιο για µια νύχτα σε ένα µοτέλ ξεχασµένο από τον θεό της ανακαίνισης.

Αυτή η ελάχιστη παράκαµψη από το σχεδιασµένο µε αρκετή λεπτοµέρεια ταξίδι αποδεικνύεται ικανή να το εξοβελίσει πλήρως, µαζί µε αυτό και το γενικότερο µονοπάτι στο οποίο βάδιζε ως τότε. Η αφήγηση έχει τον χαρακτήρα ενός ηµερολογίου καταγραφής της έκκεντρης αυτής ανακατεύθυνσης. Όταν κάτι το ελάχιστο δηµιουργήσει ρήγµα στην κυρίως κατασκευή, η υπονόµευσή της σύντοµα γενικεύεται, αποκτά όρους ανταρσίας, περνώντας σε άλλους ορόφους και δωµάτια, δοκιµάζοντας τη στατικότητα συνολικά, τα ίδια τα θεµέλια επίσης. Είναι εκείνο το χρονικό σηµείο µιας στροφής µέχρι να εµφανιστεί ξανά µπροστά ο ορίζοντας, αυτό το τόσο κρίσιµο σηµείο, εκεί κάπου στη µέση ηλικία, όπως ο Καµύ µε ενάργεια το όρισε. ∆εν συµβαίνει κάτι άξιο αναφοράς, δεν συµβαίνει κάτι το οποίο µε ακρίβεια να µπορεί να περιγραφεί, το παράλογο ενδύεται ρουχισµού ποικιλόµορφου, ξεγελώντας τη λογική χωρίς δυσκολία.

Αναρωτιέµαι αν µπορώ να ανασύρω από τη µνήµη κάποιο αντίστοιχο βιβλίο, κάποια ιστορία κρίσης µέσης ηλικίας µε πρωταγωνίστρια γυναίκα, δυσκολεύοµαι αν και µάλλον αποκλείω την πιθανότητα να µην έχει συµβεί µια τέτοια ανάγνωση. Ανεξέλεγκτοι οι µηχανισµοί της µνήµης, δεν υπακούν σε καµία µηχανή αναζήτησης.
Σύντοµα εµφανίστηκε µια γνώριµη αµφιθυµία. Απολάµβανα και δυσανασχετούσα την ίδια στιγµή, ή, µάλλον καλύτερα, µέχρι κάποια στιγµή, αφού τελικά η ανάγνωση µε απορρόφησε και µε κράτησε υπάκουο δέσµιο της. Απολάµβανα την πρόζα, την άνεση, την άγνωστη επικράτεια, τη διάθεση για αυτοϋπονόµευση, το φλερτάρισµα µε το παράλογο, ακόµα και το προνόµιο της αφηγήτριας. ∆υσανασχετούσα µε πολλά από αυτά, κυρίως µε κάτι που θα το ονοµάζαµε προβλήµατα του πρώτου κόσµου. Η γοητεία που η αφήγηση µου ασκούσε µε τοποθετούσε κάπου ανάµεσα στην απόλαυση και την ενοχή. Μέρες µετά την ανάγνωση νιώθω πως δεν είµαι σίγουρος για τις συγγραφικές προθέσεις. Πρόσφατα το έπαθα αυτό και µε τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το µαλλί. ∆εν µπορώ µε βεβαιότητα να σταθώ και να υποστηρίξω αν η αφήγηση υπονοµεύεται σκόπιµα, αν οι συγγραφείς ειρωνεύονται τα πρόσωπα που οι ίδιες κατασκεύασαν ή αν είναι µια δική µου ιδέα, µια δικαιολογία για την έλξη που ένιωσα για τις αφηγήσεις αυτές.
Είναι κλισέ, είναι προφανές, δεν είναι πάντα εύκολο, ωστόσο, να διαχωρίσει κανείς τη µορφή από το περιεχόµενο, να τραβήξεις µια ευδιάκριτη γραµµή ανάµεσα στον µύθο και τη ζωή, ακόµα και αν ο µύθος διαπραγµατεύεται κάτι που συνέβη, άπαξ και αυτό περάσει στην επικράτειά του διαχωρίζεται από τη ζωή. Είναι κλισέ, είναι προφανές, όµως εγώ δεν µπορώ να εξαιρέσω την αφηγήτρια από τον κόσµο µέσα στον οποίο ζω, την ίδια στιγµή διάβασα αχόρταγα την αφήγησή της. Αν µε βεβαιότητα µπορούσα να υποθέσω τις συγγραφικές προθέσεις, τότε θα είχα περισσότερα στοιχεία στα χέρια µου, ίσως ακόµα στην αµφιθυµία µου να είχα σύµµαχο την ίδια τη συγγραφέα.

Όταν διάβαζα και απολάµβανα τόσο τις αφηγήσεις αποτυχίας διαφόρων µεσήλικων αντρών, απείχα αρκετά από εκείνη την επικράτεια. Ήµουν νέος και σίγουρος πως θα τα κάνω καλύτερα τα πράγµατα, το αντιπαράδειγµα µε οδηγούσε µε ασφάλεια πίστευα. Εκείνο που δεν ήξερα, που δεν µπορούσα να ξέρω σε εκείνη την αναγνωστική φάση ζωής, ήταν αυτό που συνειδητοποίησα µέσα στα χρόνια, πως όσο πιο ασφαλής και εκτός νιώθω σε µια ιστορία ανθρώπινης εµπειρίας, τόσο πιο πιθανό είναι να χαλαρώσω τις άµυνες και να βρεθώ σε δυσχερή θέση, να λυγίσω κάτω από το βάρος µιας αφήγησης που αρχικά ένιωθα πως δεν µε αφορά, πως τίποτα δεν έχει να κάνει µε µένα. Τελευταία φορά η πανωλεθρία αυτή συνέβη όταν έπιασα να διαβάσω µε περισσή αυτοπεποίθηση το Η µητέρα µου γελάει της Άκερµαν.
Τώρα που είµαι µεσήλικας, διαβάζω λιγότερες τέτοιες ιστορίες. Όταν έπιασα το Στα τέσσερα στα χέρια µου δεν είχα ιδιαίτερα σχεδιάσει τον ορίζοντα προσδοκιών, ήθελα απλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο για διάφορους λόγους. Όσο η ανάγνωση προχωρούσε και η αµφιθυµία θέριευσε, η λογική ενάντια στο συναίσθηµα, τόσο ένιωθα ευάλωτος, ανοιχτός, παρότι η επικράτεια εκείνη είναι µη επισκέψιµη, οι ορµόνες και το πάρτυ τους, η ίδια η γυναικεία φύση µε τις αποσκευές της στο σύνολό της. Το προνόµιο, ωστόσο, µου ήταν οικείο, και αυτό επέτεινε τον θυµό µε τον οποίο σκεφτόµουν το προνόµιο της αφηγήτριας να µπορεί να αφεθεί και να δράσει εκτός σχεδιασµού, να αναστείλει, να ξοδέψει, να επαναδιαπραγµατευτεί όρους και συµφωνίες, να αφεθεί στο συναίσθηµά της, να ακούσει την εαυτή της, να την υπακούσει ακόµα-ακόµα. Ξέρετε, το ξέρετε είµαι σίγουρος, πως το προνόµιο είναι κάτι το σχετικό, από τη φύση του συγκριτικό, που µπορεί να έρθει και να κολλήσει σε διάφορα σχήµατα και µορφές, δεν απαιτείται µια αναλογία ένα προς ένα, δεν χρειάζεται και εγώ να µπορώ να ταξιδέψω από το Λος Άντζελες ως τη Νέα Υόρκη διαθέτοντας ένα τεράστιο µπάτζετ, για να νιώσω την οικεία όψη του προνοµίου. Ο θυµός, αυτό το δεν µε αφορά, το εδώ ο κόσµος καίγεται, το αν είναι δυνατόν να συµµερίζοµαι συναισθηµατικά µια γυναίκα λευκή και πλούσια που κάνει ό,τι της κατέβει στο κεφάλι, είναι µια άρνηση να κοιτάξουµε το δικό µας προνόµιο, ο καθένας το δικό του. Είναι ένα σχήµα η κάθε ιστορία που διαβάζουµε.

Αποσύρω όλο το στράτευµα από το µέτωπο της λογικής επεξεργασίας. Υπογράφω τη συνθήκη αναγνώρισης των λογοτεχνικών αρετών. Το στράτευµα δεν εξυπηρετούσε την προώθηση, αλλά την εσωτερική επιβολή, την αµφισβήτηση του συναισθήµατος, την αποτροπή διερεύνησης κοινών πηγών, την αποδοχή της ανεπάρκειας της άµυνας, την ευαλωτότητά της, την αδυναµία να ορίσω µε ακρίβεια το συναίσθηµα, την αιτία του, τη διαδροµή του, τη φοβία να ψηλαφήσω και να αναζητήσω στα σκοτεινά, την παραδοχή, κυρίως αυτή, πως το Στα τέσσερα µου άρεσε πολύ, το απόλαυσα µε τον τρόπο που µπορούσα να το απολαύσω, µε τον τρόπο που λειτούργησε µέσα µου αναλογικά, όχι διακριτά, και γι’ αυτό τόσο δυναµικά.
∆ιαρκώς, από ένα σηµείο και ύστερα, σκεφτόµουν το I love Dick, τις αναλογίες των δύο βιβλίων µέσα µου.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα