Σάρκα » David Szalay (µτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ψυχογιός)

Τα βραβεία, τα λογοτεχνικά και τα λοιπά, είναι µια σύµβαση, τη δέχεσαι ή την απορρίπτεις, δικαίωµά σου είναι, προφανέστατα. Προβληµατικό είναι όταν τα δέχεσαι, αν συµφωνείς, και τα απορρίπτεις, αν διαφωνείς, που και αυτό δικαίωµά σου είναι, προφανέστατα, αλλά καταλαβαίνετε, θαρρώ, τι θέλω να πω. Το Βραβείο Μπούκερ για το 2025 το κέρδισε η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ. Αναµενόµενα συζητήθηκε το βιβλίο αυτό, κάποιοι αρκετοί έσπευσαν να το διαβάσουν στα αγγλικά, σε άλλους άρεσε και σε άλλους όχι, είθισται να συµβαίνει και αυτό, κάποιοι, όπως εγώ, περίµεναν την ελληνική εκδοχή του.
Αν δέχεσαι τα βραβεία, έχεις κάθε δικαίωµα να κρίνεις ένα βραβευµένο µε βάση τη βράβευσή του, σε σχέση, κυρίως, µε τα άλλα υποψήφια, αλλά και µε παλαιότερους νικητές του θεσµού. Αν δεν τα δέχεσαι, τότε και πάλι µπορείς να κρίνεις αλλά όχι µε βάση τη βράβευση ή µη, ακριβώς γιατί δεν δέχεσαι τα βραβεία.
Το Μπούκερ, αντίθετα µε το Νόµπελ, αφορά συγκεκριµένα βιβλία, που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, είναι γραµµένα πρωτότυπα στα αγγλικά, µια πρώτη µακρά λίστα ανακοινώνεται, ύστερα µια τελική πεντάδα, από την οποία προκύπτει το νικητήριο. Από τη βραχεία λίστα µόνο το Οντισιόν της Κιταµούρα έχω διαβάσει και µόνο ως προς αυτό δύναµαι να κρίνω τη Σάρκα συγκριτικά, αν έχει, που δεν έχει, νόηµα µια τέτοια σύγκριση.
Η βράβευση και, κυρίως, η µετέπειτα συζήτηση σίγουρα αποτελεί µια αφορµή ανάγνωσης, ιδιαίτερα από τη στιγµή που το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά και βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, η επίσπευση της ανάγνωσης υπήρξε δικαιολογηµένη και αναµενόµενη. Χωρίς την ανάγνωση πέφτει στο κενό η όποια κρίση. Προείπα, ωστόσο, µόνο άλλο ένα ακόµα έχω διαβάσει από τη λίστα, εποµένως η αξιολόγηση, η αίσθηση αν προτιµάτε, της ανάγνωσης είναι ανεξάρτητη των γύρω τριγύρω στοιχείων.
Εκείνο που περισσότερο µε ιντρίγκαρε δεν ήταν τόσο η πόλωση των απόψεων, όσο το γεγονός πως και τα δύο µέρη στέκονταν στο ίδιο τεχνικό γνώρισµα, στον τρόπο του Σόλοϊ να αφηγηθεί την ιστορία του Ίστβαν, ενός προσώπου µε µηδενικό βάθος χαρακτήρα, που άγεται και φέρεται µε όσα η ζωή του φέρνει, και µε έναν αφηγηµατικό τρόπο αρκετά στεγνό, απλό και περιγραφικό. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν, αµφότερα τα µέρη, ωστόσο, επεσήµαναν το ίδιο χαρακτηριστικό. Ένα πρώτο ερώτηµα είναι: υπάρχει στο βυθό κάτω από την επιφάνεια κάτι που βράζει;
∆εν είχα προσδοκίες, µόνο επιθυµία να διαβάσω το βιβλίο αυτό.
«Στα δεκαπέντε του, µετακοµίζει µε τη µητέρα του σε καινούργια πόλη και πηγαίνει σε καινούργιο σχολείο. ∆εν είναι εύκολη ηλικία για κάτι τέτοιο, η κοινωνική ιεραρχία του σχολείου είναι ήδη εδραιωµένη, και δυσκολεύεται να κάνει φίλους. Ύστερα από λίγο, όµως, κάνει ένα φίλο, ένα άλλο µοναχικό άτοµο. Μερικές φορές, µετά το σχολείο πηγαίνουν παρέα στο καινούργιο εµπορικό κέντρο δυτικού τύπου που µόλις έχει ανοίξει στην πόλη».
Η πρώτη παράγραφος λειτουργεί εισαγωγικά και κατατοπιστικά, θέτει τις συνθήκες, τη µετακόµιση, την ηλικία, τον χαρακτήρα, τη µεταβατική εποχή στην Ουγγαρία, περιλαµβάνει και τον τρόπο µε τον οποίο ο συγγραφέας, µέσω του αφηγητή του, θα πει την ιστορία αυτή, στεγνά, απλά και περιγραφικά.
Ο τρόπος του Σόλοϊ µε µαγνήτισε, δεν µπορούσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια µου, αναζητούσα το οποιοδήποτε κενό ώστε να διαβάσω λίγες ακόµα σελίδες, ένα ακόµα επεισόδιο από τη ζωή του. Η λογοτεχνία, είτε ως µορφή είτε ως περιεχόµενο, πλέει σε ένα µικρό µέρος της ανθρώπινης συνθήκης, αναπόφευκτα ίσως, ανακουφιστικά, επίσης, µια συνθήκη εξαίρεσης που µονώνει το µπούνκερ του καθενός µας. Ο Σόλοϊ λέει πως ήθελε να γράψει ένα µυθιστόρηµα µε δύο πλευρές, µια αγγλική και µια ουγγρική, για τη ζωή ενός µετανάστη τη στιγµή που η Ουγγαρία µπαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη ζωή ως σωµατική εµπειρία.
Πριν από ό,τι άλλο: ο Σόλοϊ, συµφωνεί ή διαφωνεί κανείς µε τις προθέσεις ή το αποτέλεσµα, έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο γραφής, οι αποφάσεις έχουν ληφθεί και διατηρούνται µέχρι το τέλος. Είναι σηµαντικό να λεχθεί κάτι τέτοιο, η τυχαιότητα βασανίζει εξόχως την τέχνη, ένα απλό εύρηµα δεν θα προµήθευε µε ικανό καύσιµο την κατασκευή. Ο τρόπος του, στεγνός, απλός και περιγραφικός, δεν στοχεύει στον αναγνωστικό εντυπωσιασµό, µάλλον διακινδυνεύει το αντίθετο, προείπα ήδη για τις ενστάσεις και τις κατηγορίες που πατούν ακριβώς εκεί που πατάει και ο θαυµασµός (µου).
Πάνε χρόνια, είχα δει την ταινία του Τζάρµους, ίσως την πλέον υποτιµηµένη της εργογραφίας του, Στα όρια του ελέγχου (Limits of control, 2009), µια ταινία δράσης χωρίς καθόλου δράση, µια ταινία δράσης στα διαλείµµατα της δράσης, ένας επαγγελµατίας δολοφόνος που περιφέρεται στη Μαδρίτη, αργά και νωχελικά, βαρετά ίσως να σκεφτεί κάποιος, στοιχειωτικά θα έλεγα εγώ. Τη σκεφτόµουν αυτή την ταινία, την αίσθηση που χρόνια µετά έχει διατηρηθεί για εκείνη µέσα µου.
Επεισόδια από τη ζωή του Ίστβαν, που τίποτα ξεχωριστό δεν έχει ως χαρακτήρας, που όλο οκ απαντά στις ερωτήσεις που του γίνονται, που ακολουθεί τη ροή χωρίς να αναρωτιέται πολλά πολλά. Ένας άνθρωπος της εποχής του, ένας απλός, συνηθισµένος άνθρωπος, διαµορφωµένος σε ένα συγκεκριµένο πλαίσιο, χωρίς θεωρία, χωρίς βάθος σκέψης, χωρίς ενεργή σύνδεση µε το συναίσθηµά του, χωρίς ιδιαίτερο πλάνο και σχεδιασµό. Ο Ίστβαν είναι ιδιαίτερα γνώριµος, οικείος, αν και ίσως να µην ανήκει στον µικρόκοσµό µας, στην πλάνη µας, και όµως αντιπροσωπεύει µια ισχυρή πλειοψηφία, µια σιωπηλή πλειοψηφία, µια ακατανόητη, ίσως, πλειοψηφία.
Ο Σόλοϊ παρουσιάζει έναν µη λογοτεχνικό χαρακτήρα, έναν µη συνηθισµένο λογοτεχνικό χαρακτήρα, και τον υποστηρίζει άψογα γλωσσικά και αφηγηµατικά, του φτιάχνει το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολλοί Ίστβαν του καιρού µας, επίπεδοι και µονοδιάστατοι. Ο Σόλοϊ προγραµµατικά κατασκευάζει κάτι το οποίο αποτελεί συνήθη ανώµαλη προσγείωση για µια λογοτεχνία υψηλών βλέψεων. Η Σάρκα οφείλει να κριθεί και µε βάση τις ορατές συγγραφικές επιδιώξεις, αν τα κατάφερε ο συγγραφέας σε αυτό που θέλησε να κάνει.
Η κάµερα καδράρει διαρκώς στον Ίστβαν, αφήνοντας έξω τον υπόλοιπο κόσµο, µόνο ό,τι φτάνει ως αυτόν γίνεται ορατό. Αυτή η αποκοπή ενισχύει/αποτυπώνει τον τρόπο µε τον οποίο ο Ίστβαν ζει, παρ’ όλες τις εξωτερικές συνθήκες. Μα πώς γίνεται, αναρωτιόµαστε εµείς οι σκεπτόµενοι, ο κόσµος να µην αντιδρά στο ένα ή στο άλλο, πώς γίνεται να συνεχίζουν µε ό,τι κάνουν. Αναρωτιόµαστε και αρνούµαστε να στρέψουµε το βλέµµα προς τα εκεί.
Θα µπορούσε το µυθιστόρηµα να έχει µια πιο έντονη κριτική προσέγγιση, να επιχειρήσει µια κοινωνιολογική προσέγγιση, όµως αυτό δεν συµβαίνει, όχι στην επιφάνεια τουλάχιστον, όχι ως µασηµένη τροφή, όχι ως µια σύνθεση από κλισέ, όπως ο φτωχός µη προνοµιούχος που παλεύει να επιβιώσει, για παράδειγµα. Ο αφηγητής κρατάει µια απόσταση σταθερή, απόσταση που αποτυπώνεται στον τρόπο του, δεν κρίνει και δεν συναισθάνεται, δεν επιχειρεί να εξηγήσει και να δικαιολογήσει, όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι που να γεννά την ανάγκη στην ιστορία του Ίστβαν, ο αφηγητής προσαρµόζεται στα µέτρα του ήρωα της ιστορίας του.
Αν κάποιος αναζητά το βάθος και το υψηλό, ό,τι και αν αυτό σηµαίνει πραγµατικά, στη λογοτεχνία, ας προσπεράσει, εδώ δεν θα βρει το αγαπηµένο του φλιτζάνι µε τσάι, θα βαρεθεί και θα δυσανασχετήσει. Συµβαίνει σπάνια, εδώ συµβαίνει, ωστόσο, να µπορώ να φανταστώ να µην αρέσει καθόλου σε κάποιον ένα βιβλίο που εµένα µου άρεσε πολύ, µε ενθουσίασε για την ακρίβεια, και µάλιστα, για τους ίδιους λόγους.


