Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί » Helen DeWitt (µτφρ. Μαριλένα Καραµολέγκου, εκδόσεις ∆ώµα)
Το 2002, από τις εκδόσεις Ψυχογιός, κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµα της Έλεν Ντε Γουίτ, Ο τελευταίος Σαµουράι. ∆εν το είχα πάρει χαµπάρι, το όνοµά της συγγραφέα δεν µου έλεγε κάτι, µέχρι που έπιασα στα χέρια µου τη νουβέλα Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το µαλλί, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, σε µετάφραση Μαριλένας Καραµολέγκου, από τις εκδόσεις ∆ώµα. Είναι αρκετά παράξενο, µου είπε ο Σ. που το είχε κιόλας διαβάσει, µε την καλή έννοια, συµπλήρωσε.
Ο τίτλος, ακριβής και παράξενος, κυριολεκτικά έχει να κάνει µε την ικανότητα των Άγγλων να καταλαβαίνουν το καλής ποιότητας µαλλί, γνώση που αποτελεί σηµαντική παράµετρο της γενικότερης παιδείας καλών τρόπων που έλαβε η δεκαεπτάχρονη, στο αφηγηµατικό παρόν της ιστορίας, Μαργκερίτ. Από µικρή εγκλωβίστηκε σε αυτό το σύστηµα, για εκείνη ήταν ό,τι υπήρχε, ένας µονόδροµος χωρίς δυνατότητα ελιγµών και αναστροφής, η maman ήταν διαρκώς παρούσα, επιβλέποντας και δίνοντας τις κατάλληλες εντολές, η επισηµότητα του κάθε γεύµατος, η υψηλή ραπτική, το πιάνο, όλα όσα συνθέτουν τους καλούς τρόπους για µια εκκολαπτόµενη δεσποινίδα. Κατά την παραµονή της στην Αγγλία, οι γονείς θα εξαφανιστούν, το µπαούλο µε τα µυστικά θα ανοίξει, ένας λογοτεχνικός ατζέντης θα πετύχει µια φαινοµενικά συµφέρουσα συµφωνία, η Μαργκερίτ θα αφηγηθεί την ιστορία της, ως αντάλλαγµα θα λάβει µια δυσθεώρητη προκαταβολή.
Το µέγεθος και η κατασκευή δεν επιτρέπουν περισσότερα να ειπωθούν σχετικά µε την πλοκή, ο εύκολος δρόµος για να φανεί η παραξενιά της νουβέλας δεν είναι ανοιχτός. Η περιφερειακή οδός περνάει απαρέγκλιτα από τους σταθµούς της µορφής και του περιεχοµένου. Αν υπάρχει κάτι το οποίο εκλείπει από τη νεότερη λογοτεχνία, ως θέµα, ως καµβάς, είναι η υψηλή κοινωνία, η µεγαλοαστική, γνήσια ή φαντασµένη, εκείνη, όπως και να έχει, στην οποία ένα συγκεκριµένο πρωτόκολλο συµπεριφοράς κατέχει θέση αυστηρού εγχειριδίου, η περιδιάβαση στην επικράτεια αυτή, την οποία η Ντε Γουίτ προσεγγίζει µε όρους αναπόφευκτου, χωρίς να την κρίνει εµφανώς ως καλή ή κακή, γελοία ή σοβαρή, φέρει κάτι το παλιακό, κάτι το ξεπερασµένο, κάτι που εµείς οι µη µεγαλοαστοί δύσκολα πιστεύουµε πως ακόµα συµβαίνει, έχοντας στο µυαλό µας εικόνες από ξέφρενα πάρτι και θυελλώδεις προσωπικές ζωές των γόνων της, τα φώτα της λογοτεχνίας έχουν ριχτεί πια στα πιο µεσαία και χαµηλά στρώµατα, όχι µόνο ως αποτύπωση αλλά και ως προς το συναίσθηµα.
∆εν προκαλεί εντύπωση, όχι µεγάλη τουλάχιστον, η υποκρισία και η ψυχρότητα που χαρακτηρίζουν τη σχέση, ο θεός να την κάνει, µητέρας κόρης. Η Ντε Γουίτ ξέρει πως για να λειτουργήσει η κατασκευή πρέπει να σταθεί όσο το δυνατόν πιο απαθής και αµέτοχη, να µη δείξει τη συναισθηµατική της παλέτα, να δώσει τον λόγο στη Μαργκερίτ, άλλωστε εκείνη είναι που πρέπει να παραδώσει το προσχέδιο της ιστορίας της, εκείνη έχει υπογράψει το σχετικό συµβόλαιο, εκείνη ξέρει, τέλος πάντων. Της δίνει χώρο και χρόνο να µιλήσει για όσα εκείνη θεωρεί πως πρέπει να συµπεριλαµβάνονται στην αφήγησή της. Και κάπως έτσι φτάνουµε στον δεύτερο σταθµό της περιµετρικής οδού, εκείνο που στεγάζει τη µορφή.
Συγκρατηµένα µεταµοντέρνα κατασκευή, εκεί που η εγκιβωτισµένη συγγραφή του βιβλίου πορεύεται παράλληλα µε τις σκέψεις και τα γεγονότα που σχετίζονται µε το υπό συγγραφή βιβλίο. Εδώ, στη µορφή, αντίθετα µε το περιεχόµενο, η Ντε Γουίτ βρίσκει τον χώρο ώστε να φανερώσει κάποιες από τις προθέσεις της, να ασχοληθεί εκ του ασφαλούς και από σχετική απόσταση µε ζητήµατα όπως η αυτοµυθοπλασία, ο χώρος των εκδόσεων, η ακριβή ζωή, η υποκρισία της υψηλής κοινωνίας, τις σκοτεινές πλευρές της, το χρήµα ως κορωνίδα σε θρόνο µονοθέσιο. Η µορφή είναι αυτή που καθιστά τη νουβέλα παράξενη, µε την καλή έννοια. Η µορφή είναι εκείνη που δηµιουργεί το αντιστικτικό αντίβαρο στην παλιακότητα του περιεχοµένου, κάτι φρέσκο που συµπορεύεται µε κάτι το κλασικό, ο ιδιότυπος τρόπος της να πει µια ιστορία που µέρος της έχει ήδη ειπωθεί χρόνια πριν, όταν η λογοτεχνία, οι τέχνες εν γένει, αφορούσαν µια ολιγοµελή κάστα ανθρώπων, τα πάθη και τις έριδες, τον τρόπο τους να ζουν και να πορεύονται, τα προβλήµατά τους παρά τα µύρια προνόµιά τους, αλλά και µια τάξη τη ζωή της οποίας ένα µέρος του πληβείου πληθυσµού εξακολουθεί να παρακολουθεί σαν ένα παραµύθι, σαν αυτό που είναι, πέρα και µακριά από την καθηµερινότητά του.
Η νουβέλα της Ντε Γουίτ, ατµοσφαιρική και παράξενη, διαβάζεται σε λίγο χρόνο, το µέγεθος της εξυπηρετεί τη φαινοµενική επιφανειακότητά της. Η Μαργκερίτ δεν µοιάζει µε τους σύγχρονους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, η ενσυναίσθηση δεν ανθίζει παρά µόνο ως απόηχος αντανακλαστικού κεκτηµένης ταχύτητας, η ταύτιση δύσκολα επιτυγχάνεται, ίσα ίσα, µια απόσταση παραµένει διαρκώς παρούσα ανάµεσα σε εκείνη και τον αναγνώστη, στο όριο της περιφρόνησης ή και της διακωµώδησης, οι καλοί τρόποι του αναγνωστικού υποκειµένου είναι εκείνοι, αν υπάρχουν, που συγκρατούν τον κανιβαλισµό, το γέλιο µε τον δείκτη προτεταµένο, ένα τι µε νοιάζει εµένα βασιλεύει. Και όµως, ο τρόπος της Ντε Γουίτ προσφέρει µια ενδιαφέρουσα ουδετεροποίηση, ένα ψυχρό υπό µελέτη δείγµα παρατήρησης, ένα περιβάλλον εργαστηριακό. Υπάρχει κάτι το αντιφατικό, αντιστικτικό το ονόµασα πιο πάνω, µια έλξη απώθηση, ένα ενδιαφέρον αδιαφορία, κάτι το παλιό και κάτι το νέο, κάτι σίγουρα ενδιαφέρον, µε τον τρόπο του πάντα, κάτι ξεχωριστό απ’ όσα είµαστε συνηθισµένοι να διαβάζουµε, µια εκδοχή ιστορίας που θα έκανε τα βρετανικά ταµπλόιντ να έχουν για εβδοµάδες υλικό, η Ντε Γουίτ φλερτάρει µε αυτό, άλλωστε η συγγραφική δεξιότητα της Μαργκερίτ δεν είναι υψηλού επιπέδου, το προσχέδιο, αν όντως παραδοθεί, θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να µετατραπεί σε βιβλίο, έστω και αν αυτό το βιβλίο θα απευθύνεται σε ένα µέρος του κοινού των ταµπλόιντ.
Αν θεωρήσουµε την αδιαφορία ως τη µέγιστη κατάρα ενός βιβλίου, τότε σίγουρα του σκοπέλου διέρχεται µε άνεση η νουβέλα αυτή, αδιάφορη δύσκολα να φανεί σε κάποιον, κάτι σε αυτή θα είναι ενοχλητικά γοητευτικό, κάτι θα τον καθηλώσει για τη λίγη ώρα που θα διαρκέσει η ανάγνωσή της, ύστερα κάτι θα µείνει, για πόσο, ποιος να ξέρει; ∆εν είµαι σίγουρος, ποτέ δεν είµαι αλλά κάνω συχνά υποθέσεις, σχετικά µε τις συγγραφικές προσδοκίες, τους στόχους της γραφής, το γιατί να ειπωθεί αυτή η ιστορία µε αυτόν τον τρόπο, αυτή η άγνοια επιτείνει ακόµα περισσότερο αυτό το αµφιλεγόµενο αίσθηµα κατά τη διάρκεια αλλά και µετά το τέλος της ανάγνωσης, ίσως συνολικά η αµφιβολία να έγκειται στο αναπάντητο ερώτηµα γύρω από το πόσο σοβαρά ή σαρκαστικά στέκεται η συγγραφέας απέναντι στην Μαργκερίτ και τον κόσµο της, από αυτό θα µπορούσε να εξαχθεί ένα κάποιο συµπέρασµα, αν, για παράδειγµα, ο σαρκασµός επικρατούσε, τότε το Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το µαλλί θα µπορούσε µε τον τρόπο του να είναι ένα πολιτικό βιβλίο, µια αναχωρητική της κατάστασης του πλανήτη πραγµατικότητα, ένα παράλληλο µικρό σύµπαν που ενώ ο κόσµος καίγεται εκείνο ράβει ταγιέρ. Η απουσία ευθείας κρίσης και η έλλειψη πρόσηµου, ο αναγνώστης, που πάντα έτσι και αλλιώς διαβάζει από τη δική του θέση στον κόσµο, νιώθει απελευθερωµένα αβοήθητος σε αυτό το σύντοµο ταξίδι, κάτι υπάρχει εδώ, τι όµως;


