28.3 C
Chania
Πέμπτη, 11 Ιουνίου, 2026

Βιβλίο: Ναπάλμ στην καρδιά

Ναπάλμ στην καρδιά »  Pol Guasch (µτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδόσεις Κείµενα)

«Ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ένα πρωινό σηκώνεσαι και το έδαφος είναι άσπρο. Οι µέρες ήταν σύντοµες και παγωµένες. Από το παράθυρο όλα γίνονταν µικροσκοπικά και αδιάφορα».

Ο τίτλος, το εξώφυλλο, ο µεταφραστής, ο εκδοτικός οίκος. Ναπάλµ στην καρδιά, λευκή επιφάνεια µε µια εικαστική όρθια σύνθεση δεξιά, Ευρυβιάδης Σοφός, Κείµενα. Και ένα άγνωστο όνοµα. Πολ Γουάσκ.

∆εν διάβασα το οπισθόφυλλο. Γύρισα την πρώτη σελίδα, ήρθε το κρύο, όπως έρχεται πάντα. Ήταν αρκετό αυτό, το επόµενο βιβλίο είχε λάβει θέση. Όλα συνέβησαν γρήγορα. Ο ορίζοντας προσδοκιών, επίσης. Από ποια µονοπάτια άραγε, η εικόνα από το εξώφυλλο του Στη γη είµαστε πρόσκαιρα υπέροχη αναδύθηκε. Μια κουήρ αυτοµυθοπλασία περίµενα. Η εικόνα ολοένα και εξασθενούσε καθώς οι σελίδες γύριζαν, αποµακρυνόταν η συγγένεια, κάτι άλλο δοκίµαζε να κάνει ο Γουάσκ.

Πάνε δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια που διάβασα την Κίτρινη βροχή, τον µονόλογο του τελευταίου κατοίκου ενός χωριού στα Πυρηναία. Το σκεφτόµουν όλο και περισσότερο το βιβλίο εκείνο διαβάζοντας το Ναπάλµ στην καρδιά, εκεί όπου, σε ένα ερηµωµένο χωριό στρατιωτικοποιηµένης ζώνης, ένας ανώνυµος νεαρός περιµένει µια ευκαιρία για να δραπετεύσει.

Υπάρχουν δύο κύρια µονοπάτια σε ένα δυστοπικό µυθιστόρηµα, στο ένα ο αφηγητής ξεναγεί και εξηγεί, στο άλλο απλώς καταγράφει τη συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Ο ανώνυµος νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής ακολουθεί το δεύτερο. Κάθε αφηγηµατική επιλογή έχει τα πλεονεκτήµατά της, αρκεί να χρησιµοποιηθεί κατάλληλα. Μια ηµερολογιακή καταγραφή του τώρα, µια αφήγηση του τότε και µια σειρά από επιστολές στον αγαπηµένο του Μπόρις, αυτές οι τρεις αφηγηµατικές ροές συνθέτουν το µυθιστόρηµα αυτό. Ο αφηγητής ξέρει για τι πράγµα µιλάει, ο Μπόρις επίσης, οι όποιες επεξηγήσεις είναι, αν είναι, αναγκαίες και απαραίτητες για τον αναγνώστη.

Υπάρχουν στιγµές, ειδικά στην αρχή και όσο η ανάγνωση είναι αποσπασµατική, που ο αναγνώστης ίσως νιώσει πως βαδίζει στα τυφλά, όσο η ανάγνωση προοδεύει και διαρκεί, αυτό το συναίσθηµα δεν απολύεται µεν, µετατρέπεται σε οργανικό συστατικό της εµπειρίας δε, επιτρέπει σε µια κοινή επικράτεια να αναπτυχθεί, µια ιδιότυπη, σίγουρα, κοινή επικράτεια. Ο αφηγητής δεν απευθύνεται άµεσα σε κανέναν πλην του Μπόρις και του ίδιου του του εαυτού, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα κυριαρχούν. Σκέφτηκα να προσθέσω και την απελπισία, όµως θα έπρεπε, αποφασίζω, να την παρατάξω παρέα µε την ελπίδα, σχήµα µάλλον οξύµωρο, ωστόσο παρόν. Μπορεί κάποιος που είναι απελπισµένος να ελπίζει; Μα και βέβαια. Κυρίως αυτό συµβαίνει.

Κανείς δεν µπορεί να βρεθεί στη θέση του άλλου, ακόµα περισσότερο όταν η µυθοπλαστική µεµβράνη τυλίγει την εξιστόρηση. Και όµως, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα χαρακτηρίζουν την ανάγνωση εξαιτίας αυτού του αόριστου και του αφηρηµένου κόσµου στον οποίο κινείται εγκλωβισµένος ο αφηγητής, το συναίσθηµα του να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωµάτιο και να ακούς µια ιστορία τρόµου, κάπως έτσι. Οι σελίδες συνεχίζουν να γυρίζουν, κάποια κοµµάτια έρχονται να προστεθούν στο παζλ, κάποιες χαραµάδες αφήνουν κάποια ελάχιστα φωτόνια να εισέλθουν, ωστόσο εκείνο που µάλλον συµβαίνει είναι να ατονήσει σιγά σιγά το ενδιαφέρον του τι συµβαίνει και του πού βρισκόµαστε, δεν είναι αυτό το διακύβευµα.

Το δίπτυχο ελπίδα απελπισία δεν είναι το µόνο αντιθετικό και οξύµωρο. Η ποιητικότητα συµπορεύεται µε τον κακοτράχαλο θυµό, η αναχωρητικότητα µε τον σκληρό ρεαλισµό, η οικογενειακή ασφυξία µε τον πόνο της απώλειας. Ο Γουάσκ, µε αρκετές λογοτεχνικές σπουδές στο βιογραφικό του, περισσότερο από µια ιδέα, δείχνει να έχει ένα αρκετά προσωπικό όραµα, ένα σύµπαν, έναν τρόπο, µια φωνή, αυτά τα στοιχεία είναι που συνέχουν κυρίως το αφήγηµα αυτό, που διατηρούν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα, που το καθιστούν ξεχωριστό. Η ιδιαιτερότητα, παρότι οµόφωνα ποθητή, στην πράξη διχάζει, τα φιλόδοξα έργα το έχουν αυτό το χαρακτηριστικό, η αδιαφορία δεν τα αγγίζει, συνηθίζουν να διχάζουν και να πολώνουν, εκεί που κάποιος διακρίνει ένα αριστούργηµα, κάποιος άλλος ισχυρίζεται πως η όση ανάγνωση ήταν απλώς και µόνο χάσιµο χρόνου. ∆εν προσδίδει παράσηµα η µία ή η άλλη υποδοχή, απλά συµβαίνει.

Τι και αν περίµενα κάτι διαφορετικό, το Ναπάλµ στην καρδιά µε υπνώτισε και µε βύθισε στον κόσµο του, τι και αν δεν µπόρεσα παρά ελάχιστα να τον αποτυπώσω στη φαντασία µου, η δυσφορία, η δυσκολία και η πνιγηρότητα µε κατέλαβαν πλήρως, κάτω από την επιφάνεια της ανάγνωσης ο βυθός βίωνε µια αναστάτωση, µια ανάγνωση ανησυχαστική. Όσο παραβολικά ή µεταφορικά και αν σκέφτηκα επί του βιβλίου κατά τη διάρκεια και µετά το πέρας της ανάγνωσης δεν κατάφερα να ξεχωρίσω τα νήµατα αναµεταξύ µας, τα κοµµάτια που µέσα µου κινούνταν, µετατοπίσεις και µικροσεισµοί, οι αναλογίες δεν υπήρχαν, όσο και αν ένιωθα δυσφορία, δυσκολία και πνιγηρότητα, δεν µπορούσα να εντοπίσω τι ήταν εκείνο που τις προκαλούσε, σίγουρα δεν ήταν απόλυτη, αν υπάρχει τέτοιο πράγµα, ενσυναίσθηση, κάτι δικό µου µε απασχολούσε. Σε αυτό το κενό βυθίστηκα, σε αυτό το άγνωστο γιατί. Η αφαιρετικότητα της αφήγησης ενίσχυε αυτό το βύθισµα, γνώριζα καλά έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω πραγµατικά, διάβαζα µια αφήγηση που δεν απευθυνόταν σε µένα, που δεν µου ζητούσε, που δεν την ενδιέφερα.

Και ακριβώς επειδή δεν της προκαλούσα το ενδιαφέρον της απεύθυνσης ή του αιτήµατος, δεν επιχειρούσε να µε υπονοµεύσει ή να µε εκβιάσει συναισθηµατικά, δεν επιχειρούσε να λάβει το στέµµα του θύµατος, να γιατί µπορεί η ελπίδα να χορεύει σφιχτά πιασµένη µε την απελπισία, να γιατί δεν χρειάζεται κάθε πρωτοπρόσωπη αφήγηση να πάσχει από εγωπάθεια και εγωκεντρισµό. Ίσως, σκέφτοµαι, επειδή περίµενα µια κουήρ αυτουµυθοπλασία, και δεν τη διάβασα, ίσως γι’ αυτό να µου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο αυτό, γιατί παρέα µε αυτό που περίµενα υπήρχαν και ένα µάτσο ενστάσεις και φοβίες ειδολογικού ή της µόδας χαρακτήρα. ∆ιαβάζοντας κάτι εντελώς, ή όχι και τόσο υπό µια έννοια, διαφορετικό, κάτι που δεν περίµενα και διόλου προετοιµασµένος δεν ήµουν, αλλά και πώς να ήµουν, το Ναπάλµ στην καρδιά σε σηµεία µε πήρε και µε σήκωσε, να πώς µπορεί η δυσφορία να συνέρχεται µε την απόλαυση, να πώς ο κόµπος στο στοµάχι βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το διάφραγµα που ανεβοκατεβαίνει ελεύθερο.

Αυτό είναι ένα πρωτόλειο έργο. Σκέφτοµαι πάντα πως το δεύτερο βήµα ενός συγγραφέα ίσως και να είναι το πλέον κρίσιµο, στο πρώτο έχει αφιερώσει χρόνο, κόπο, συναίσθηµα και βίωµα, η κυοφορία διήρκεσε αρκετά. Τώρα, έχοντας διαβάσει δύο φορές αυτό το βιβλίο, σκέφτοµαι πως η αναµονή για το επόµενο διαθέτει µια διαφορετική ποιότητα. Σίγουρα ο χρόνος θα δείξει, αλλά σήµερα θα πόνταρα πως εδώ έχουµε την ανατολή µιας ενδιαφέρουσας και ιδιαίτερης λογοτεχνικής φωνής.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα