11.7 C
Chania
Παρασκευή, 13 Μαρτίου, 2026

Βιβλίο: Ημερολόγια καρκίνου –  Audre Lorde

Ημερολόγια καρκίνου »Audre Lorde (µτφρ. Ισµήνη Θεοδωροπούλου, εκδόσεις Κείµενα)

Είναι πιθανότατα η λέξη που οι περισσότεροι αρνούνται να εκστοµίσουν, αν δεν την προφέρεις, δεν υπάρχει, ίσως να σκέφτονται, ίσως να ελπίζουν, ξόρκι, είναι πιθανότατα η λέξη που συχνότερα ακολουθεί τον µορφασµό πως µια δυσάρεστη εξέλιξη, για άτοµο γνωστό στον ηλικιακό περίγυρο πια, επίκειται να ανακοινωθεί, είναι η λέξη καρκίνος.

Βολόδερνα για µέρες µεταξύ του να διαβάσω ή όχι το βιβλίο αυτό, η ανάγνωση έχει γυµνάσει το στοµάχι µου επαρκώς νιώθω, το σίµωµα στο θανατικό, το τραύµα, τον πόνο, το µαρτύριο, αλλά ο καρκίνος είναι µια πίστα από µόνος του, είναι τόσο παρών που το λεπτό τσιγαρόχαρτο της µυθοπλασίας δεν το συγκρατεί, πόσο µάλλον εδώ που η µυθοπλασία δεν υπάρχει εξ αρχής, ηµερολόγια καρκίνου, πόσο πιο ευκρινώς να δοθεί. Πριν δύο χρόνια, είχα διαβάσει το Sister Outsider, µια συλλογή από κείµενα της Λορντ, πρώτη επαφή µαζί της, µέσα από τα κείµενά της και όχι µέσα από την ποίηση της µαύρης, λεσβίας, µητέρας, µαχήτριας, ποιήτριας, µε τα δικά της λόγια, η ανάγνωση εκείνη µε είχε κάνει να νιώσω άβολα, η άγνοια που το προνόµιο µου µου χαρίζει, η επαφή µε έναν κόσµο ανοίκειο, άγνωστο, ένας λόγος ευθύς, που δεν χαρίζει, που δεν καλοπιάνει, που δεν ελεηµονεί τη συµπόνοια αλλά προτάσσει το στήθος, ήµουν, είµαι µέρος του κόσµου που καταπιέζει, που δεν επιτρέπει στο διαφορετικό να αναπνεύσει, όσο και αν δεν το θέλω, όσο και αν η γαµατοσύνη µου αντιστέκεται, πως όχι, εγώ δεν είµαι σαν αυτούς τους άλλους, πως είµαι διαφορετικός, ένας από εκείνους είµαι.

Υπάρχει µια κρίσιµη στιγµή στην αναγνωστική µου διαδροµή, όταν µπόρεσε να ανθίσει διακριτός µέσα µου ο διπλός ανθός, να γίνει διαλογή ανάµεσα στο αυτή η ιστορία έπρεπε να ειπωθεί και στην αναγνωστική απόλαυση, ως τότε µπερδευόµουν, ένα µόνιµο και ηχηρό σκάσε και διάβαζε ακουγόταν από το βάθος, η όποια ένστασή µου επί της γραφής έπεφτε στο κενό εκείνο, σκάσε και διάβαζε, όµως, υπήρξε µια ανάγνωση, το αυτοβιογραφικό µυθιστόρηµα Κακή συνήθεια της Αλάνα Πορτέρο, που ξεκαθάρισε την οµίχλη, ναι, ήταν σηµαντικό πως αυτή η ιστορία ειπώθηκε, όµως, ταυτόχρονα, λογοτεχνικά µου φάνηκε αδύναµη, ήταν µια ανακούφιση εκείνη η στιγµή, είναι εξίσου ρατσιστικό, θεωρώ, µε το να µην θες να ακούγονται τέτοια άτοµα και οι ιστορίες τους, το να είναι αυτό το ποιοτικό κριτήριο της ανάγνωσης, ένα για τρανς άτοµο καλά γράφει κρύβεται τότε πίσω από την πόρτα, µια διάκριση.

Έχοντας διαβάσει τα κείµενα της Λορντ, ήξερα ως ένα βαθµό τι να περιµένω, ένιωθα πως το ήξερα, τουλάχιστον, γεγονός το οποίο επέτεινε την αναποφασιστικότητά µου, να διαβάσω ή όχι αυτό το βιβλίο, φοβόµουν το στρίµωγµα, ας είµαι ειλικρινής, όποια δικαιολογία άλλη και αν ψιθύριζα από µέσα µου, αυτό ήταν που συνέβαινε, φοβόµουν το στρίµωγµα. Και δεν φοβόµουν τόσο το στρίµωγµα του καρκίνου αλλά της πρόζας τής Λορντ, ευθείας και εύστοχης. Όσο και αν ισχυριζόµαστε, και εγώ ανάµεσά µας, πως διαβάζουµε για να καταρρίπτουµε τα κακοχτισµένα φρούρια των βεβαιοτήτων µας, για να µας γνωρίζουµε καλύτερα, για να µοιραζόµαστε έναν ολοένα και λιγότερο µονοσήµαντο κόσµο, εντούτοις κάτι τέτοιο διόλου εύκολο δεν είναι, διόλου ανακουφιστικό, πειθαρχία χρειάζεται, διάθεση κυβίστησης απέναντι στο ως τότε άγνωστο, το προνόµιο µας πλήττεται, δεν το χάνουµε, δυστυχώς δεν είναι τόσο απλό, το διατηρούµε αναλλοίωτο, απλώς αλλάζει, αν αλλάζει, η στάση µας απέναντί του, απέναντι σε εκείνο το υπερβολές είναι όλα αυτά, µια κριτική ενοχή φωλιάζει δίπλα του, αν όντως θέλουµε ο κόσµος να αλλάξει, γιατί αν δεν θέλουµε τότε όλα είναι κιόλας καλώς καµωµένα, δεν αρκεί να θεωρητικολογεί εξ αποστάσεως κανείς απέναντι στην αλλαγή.

Η ανάγνωση, ανάµεσα σε τόσα άλλα, µε µαθαίνει τον τριγύρω κόσµο, επαναληπτικά πλήγµατα της µονοσηµείας του, βολές απέναντι στο εγώ ξέρω, η επαφή µε την ανθρώπινη εµπειρία, έτσι τα κρακ ακούγονται, έτσι ελπίζω ο ορίζοντας να πλαταίνει, το βάρος να επιµερίζεται, η ευθύνη να σχηµατοποιείται, το εγώ να λαµβάνει ταυτόχρονα τη µοναδική αλλά όχι ξεχωριστή θέση του ανάµεσα στα υπόλοιπα των δισεκατοµµυρίων, ενώ η µοναξιά πλήττεται, κοινότητες δηµιουργούνται ακόµα και µε άτοµα που ποτέ δεν γνώρισα από κοντά, τα δίκτυα υποστήριξης και ελπίδας. Τώρα που νιώθω πιο επαρκής στη διάκριση ανάµεσα στο βίωµα και τη λογοτεχνία, ένα βήµα ακόµα έχει πραγµατοποιηθεί, ένα ξεκαθάρισµα. Η Λορντ, µε όλους τους προσδιορισµούς που εκείνη επέλεξε για την εαυτή της, και όχι µόνο εκείνον της ποιήτριας, σε µια εποχή µακρινή των κοινωνικών δικτύων, εκεί που ο Τρούµαν νιώθει αµήχανα, βλέποντας την πλειοψηφία του κόσµου να επιθυµεί τη φυλακή του, να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής και της κοινής θέας, τώρα έφαγα, τώρα ξάπλωσα, τώρα αυτό και τώρα εκείνο, η Λορντ, σε µια εποχή αναλογική, εκεί που το µοίρασµα ξεκινούσε από την άµεση ανθρώπινη επαφή και η έκδοση ενός βιβλίου, µιας µπροσούρας, ενός τυπωµένου κειµένου ήταν ο τρόπος του γράφοντος υποκειµένου να ανοίξει τον κύκλο, επιλέγει να δηµοσιεύσει αυτά τα ηµερολόγια, πιστεύοντας πως είναι κρίσιµα και σίγουρα βοηθητικά για άλλες γυναίκες που πέρασαν ή περνούν καρκίνο, και πιο συγκεκριµένα στο στήθος, εκεί που η µαστεκτοµή είναι ακόµα µια από τις πλέον βασικές θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Ξεκίνησα να διαβάζω τα ηµερολόγια αυτά, µια σύνθεση από ηµερολογιακές καταγραφές, εκεί που ο φόβος και ο πόνος, κυρίως αυτά τα δύο, επικρατούσαν, και το βλέµµα της ποιήτριας διαρρήγνυε την επιφάνεια, διαπραγµατευόταν µε εκπληκτική οξυδέρκεια, αποτέλεσµα χρόνων παρατήρησης και αναζήτησης της κατάλληλης λέξης, την εµπειρία της, την ανάγκη και την επιθυµία της να ζήσει, να δει ξανά αγαπηµένα πρόσωπα, να εκφράσει σ’ αυτά την ευγνωµοσύνη της, οι καταγραφέας διακόπτονταν (ή και το ανάποδο) από πιο δοκιµιακού χαρακτήρα αποσπάσµατα, εκεί που πια ο καρκίνος, όπως κάθε καθηµερινή µάχη της γυναίκας στον κόσµο αυτό, πέρασε στην αρένα της διεκδίκησης, µε άξονα περιστροφής την άρνησή της να προχωρήσει σε προσθετική στήθους εκεί που πια ο λόφος είχε επιπεδοποιηθεί, απόφαση που σύντοµα αποδείχτηκε πως δεν ήταν πλήρως δική της, όχι χωρίς οι άλλοι, µε το καλό ή µε το κακό, να βρίσκουν διαρκώς την ευκαιρία να την κατακρίνουν, και όταν είδαν πως σε προσωπικό επίπεδο η βούλησή της ήταν σταθερή, τότε, ως είθισται, πέρασαν στην επίθεση, καθιστώντας την υπεύθυνη για το πεσµένο ηθικό των άλλων γυναικών στην αναµονή του ιατρείου για παράδειγµα, επιµένοντας πως η προσθήκη στήθους θα ήταν η καλύτερη γέφυρα µε το πριν του καρκίνου, το µνηµείο που θα δήλωνε τη νίκη, το διαβατήριο που θα επιβεβαίωνε πως πια είναι µία σαν τις υπόλοιπες γυναίκες, µε δύο στήθη, και κανείς δεν θα µπορούσε να διακρίνει τη διαφορά.

Αυτό, λέει η Λορντ, ήταν εκείνο που τη θύµωνε, αυτό το σαν να µη συνέβη, αυτή η λήθη που περισσότερο µε ντροπή και ενοχή µοιάζει, αυτό το χαλάκι κάτω από το οποίο χώνονται τα συναισθήµατα, ο φόβος και ο πόνος, η αγωνία, αυτό το µία από όλες, µε όλο το βάρος στους ώµους της, χωρίς ένα κοινό έδαφος µοιράσµατος της µάχης. Και όλες αυτές οι παραινέσεις για το καλό της, γιατί, πάντα όµως, οι άλλοι ξέρουν καλύτερα τα πάντα, ακόµα και εκείνα που δεν ξέρουν, εκείνα που µόνο θεωρητικά γνωρίζουν, η Λορντ µπορούσε να διακρίνει τις καλές προθέσεις, µπορούσε όµως να διακρίνει και την καταπίεση, την αντίθεση στη δική της απόφαση, την επιθυµία της να πορευτεί χωρίς το ένα στήθος της.

Και αυτό που ξεκίνησε ως µια ποιητική καταγραφή των ηµερών εκείνων, από τη στιγµή που ψηλάφησε κάτι ύποπτο, µέχρι την αφαίρεση του στήθους, για να συνεχίσει ως ένα κατηγορώ απέναντι σε εκείνους που την έκριναν διαρκώς για την απροθυµία της να ακολουθήσει τον πλέον συνήθη δρόµο, εκείνο της προσθετικής, συνεχίζει µε ένα εµείς, παραθέτοντας νούµερα που δείχνουν τη δυσχερή θέση κάποιων πολλών απέναντι στον καρκίνο, την απροθυµία να πληγούν οι αιτίες γέννησης του καρκίνου, καθώς ελάχιστο κέρδος παράγουν, αλλά αντίθετα να αναπτυχθεί η καρκινική αγορά, µια ακόµα αγορά µε περιθώριο κέρδους υπό την πρόφαση της φροντίδας, φροντίδα η οποία προϋποθέτει πάσης φύσεως προνόµια.

∆εν ξέρω πώς θα στεκόταν η Λορντ σε µια ψηφιακή εποχή όπως η σηµερινή, εκεί που σχεδόν σε ζωντανή µετάδοση γίνεται η αφήγηση κάθε µικρής ή µεγάλης εµπειρίας, σε µια εποχή που το πεδίο φροντίδας έχει θεωρητικοποιηθεί σε µεγάλο βαθµό, δυσανάλογο του πόσο η δηµόσια υγεία καταρρέει και χάνεται, δεν ξέρω. Ξέρω όµως πως δεν θα το έκανε µε όρους νίκης αλλά µε όρους µάχης.

∆ύο, κυρίως, πράγµατα κρατώ προς ώρας από την ανάγνωση αυτή. Το πρώτο έχει να κάνει µε τον αναλογικό κόσµο εντός του οποίου η Λορντ επιλέγει να επικοινωνήσει την εµπειρία της, πια µοιάζει τόσο µακρινός και ανοίκειος, µια άλλη εποχή περασµένη. Το δεύτερο έχει να κάνει µε την κατάρριψη µιας βεβαιότητας, πως κάθε γυναίκα επιθυµεί αυτό που της συνίσταται, την προσθετική στήθους, αγνοούσα βαθιά πως και εκεί, αν και δεν θα έπρεπε να µου κάνει εντύπωση, κρύβεται ακόµα µια κοινωνική επιβολή, η γυναίκα ως αντικείµενο παρατήρησης, µε δύο στήθη, που η αφαίρεση του ενός µας χαλάει την εικόνα, µας στρεσάρει µε έναν τρόπο προκλητικό, καθώς στεκόµαστε µακριά και ψηλά από τη θέση της ασθενούς, της µαχήτριας. Και αυτή η θέση της Λορντ, αυστηρή και ευθεία, που ωστόσο δεν πλήττει τις υπόλοιπες µαχήτριες που επέλεξαν έναν άλλο από τον δικό της δρόµο.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα