
Με ιδιαίτερη τιµή σας χαιρετίζουµε εκ µέρους της ∆ιεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών και εκφράζουµε την χαρά µας για την συµµετοχή µας στην σηµερινή εκδήλωση του Ελληνικού Σχηµατισµού της ∆ιεθνούς Ενώσεως της Πολιτιστικής ∆ιπλωµατίας µε αφορµή την παρουσίαση του καλλιτεχνικού λευκώµατος της πολυβραβευµένης εικαστικού Σοφίας Φουντουλάκη µε τίτλο: «Ελληνικές Αρχαιότητες και Σύµβολα – Η τέχνη που συγκινεί και διδάσκει – Ζωγραφική».
Το έργο αυτό αποτελεί µια πράξη αισθητικής γνώσης για την ανάδειξη της πεµπτουσίας του Ελληνικού πολιτισµού. Γεννήθηκε ως φόρος τιµής στην απαράµιλλη πολιτιστική κληρονοµιά της Ελλάδας και ταυτόχρονα ως στοχαστική ερµηνεία της.
Στην Αίθουσα «Κωστής Παλαµάς», του ΕΚΠΑ, έναν χώρο βαθιά συµβολικό, όπου ο λόγος συνοµιλεί µε την ιστορία και η παιδεία µετατρέπεται σε πράξη ευθύνης και πολιτισµικής αυτογνωσίας, έχουµε τη χαρά να συναντιόµαστε σήµερα για να αποδώσουµε την οφειλόµενη εκτίµηση σε ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια µιας απλής έκδοσης.
Είναι φυσικό, καθήµενοι στον χώρο που φέρει το όνοµα του µεγάλου µας ποιητή, Κωστή Παλαµά, να θυµηθούµε τα λόγια του, που µοιάζουν να συνοδεύουν ιδανικά τη σηµερινή στιγµή: «∆εν ζει χωρίς πατρίδες η ψυχή» γιατί η τέχνη -όπως και η ποίηση- διασώζει, ερµηνεύει και αναγεννά τις πατρίδες της µνήµης, του πολιτισµού και της συλλογικής µας συνείδησης.
Σε αυτό το λεύκωµα, τα µνηµεία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονοµιάς αναγεννώνται µέσα από τη µατιά της ζωγραφικής.
Η εικαστική αναπαράσταση λειτουργεί ως µεταγραφή ποιητικού λόγου σε οπτική γλώσσα.
Κάθε έργο τέχνης που περιέχεται στις σελίδες του αποτελεί έναν διάλογο ανάµεσα στο παρελθόν και το παρόν· µια προσωπική ερµηνεία που γεφυρώνει την ιστορία µε τη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση.
Είναι έργο που µας θυµίζει πως η Τέχνη δεν κατοικεί µόνο στα µουσεία· κατοικεί στην ικανότητά µας να συγκινούµαστε, να κατανοούµε και —τελικά— να γινόµαστε καλύτεροι άνθρωποι (…).
Το βιβλίο «Ελληνικές Αρχαιότητες και Σύµβολα» της Εικαστικού Σοφίας Φουντουλάκη συγκροτεί ένα συνεκτικό πολιτισµικό έργο, είναι µια διπλή κατάθεση µε δύο επίπεδα: Πρώτον, στο θεωρητικό επίπεδο, αποτελεί ένα στοχαστικό, τεκµηριωµένο πλαίσιο για την αξία των Καλών Τεχνών και την επίδρασή τους στον άνθρωπο τεκµηριώνοντας τον ρόλο τους στη συνειδησιακή, ψυχοπνευµατική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου· δεύτερον, στο εικαστικό επίπεδο, µέσω µιας ενιαίας ζωγραφικής πρότασης, όπου τα έργα έχουν φιλοτεχνηθεί από την ίδια τη δηµιουργό, γεγονός που προσδίδει αυθεντικότητα, ενότητα ύφους και ερµηνευτική συνέπεια. Πρόκειται, εποµένως, για µια συµβολή που δεν περιορίζεται στην αναφορά της κληρονοµιάς, αλλά την επαναπροσεγγίζει δηµιουργικά, µετατρέποντας την ιστορική µνήµη σε σύγχρονη αισθητική εµπειρία και σε εφαλτήριο πολιτισµικού διαλόγου.
Κι έτσι υπάρχει κάτι πολύ ουσιώδες, που κάνει την δουλεία της να υπερέχει και το οποίο θέλω να τονίσω από την αρχή: η δηµιουργός δεν “παρουσιάζει” απλώς την κληρονοµιά. Την ζωγραφίζει η ίδια µε το χέρι της, µε την επιµονή της, µε τη δική της χρωµατική αναπνοή. Είναι συνοµιλία πάνω στον καµβά, σε πρώτο πρόσωπο.
Και, ακόµη, το λεύκωµα είναι δίγλωσσο – Ελληνικά και Αγγλικά. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτοµέρεια. Είναι επιλογή πολιτισµικής εξωστρέφειας: η Ελλάδα δεν µιλά µόνο στον εαυτό της· προσφέρει τη µνήµη της, το φως της, τα σύµβολά της, σε έναν διεθνή ορίζοντα, σαν άνοιγµα της ελληνικής µνήµης και του ελληνικού φωτός προς έναν ευρύτερο, διεθνή ορίζοντα.
∆ιακειµενικά, το έργο τοποθετείται ανάµεσα στην αρχαία ποίηση και τη σύγχρονη εικαστική πράξη, ανάµεσα στο µνηµειακό παρελθόν και τη ζώσα πολιτισµική ταυτότητα, ανάµεσα στην ιστορία της τέχνης και τη σύγχρονη ερµηνευτική ανάγνωση.
Στον πυρήνα του λευκώµατος στέκει µια θεµελιώδης ιδέα, διατυπωµένη µε ακαδηµαϊκή σαφήνεια: οι Καλές Τέχνες υπηρετούν την αισθητική συγκίνηση και το δέος της οµορφιάς – και η οµορφιά δεν είναι «αγλάισµα». Είναι αξία που ενεργεί µέσα στη συνειδησιακή ζωή. Όταν η αισθητική συνείδηση αποτιµά µια παράσταση ως άξια, τότε µιλάµε για οµορφιά: εκείνη που εξυψώνει πνεύµα και ψυχή.
Η Τέχνη, όπως διατυπώνεται, είναι: έκφραση του βαθύτερου εαυτού, δίοδος του ασυνείδητου προς µορφή, σωµατική και ψυχοπνευµατική συνέργεια, και ακόµα, ένας δρόµος ανακούφισης ή και απελευθέρωσης από ψυχικό πόνο.
Με επιστηµονικούς όρους, θα λέγαµε ότι η τέχνη λειτουργεί ως γλώσσα συναισθήµατος: δεν απευθύνεται πρωτίστως στη λογική, αλλά σε έναν κόσµο εξίσου αληθινό – απλώς λιγότερο µετρήσιµο. Και η ζωγραφική ειδικότερα, µε τις χρωµατικές εντάσεις και τις τονικότητες, µεταφέρει στον θεατή «δονήσεις»· κάθε χρώµα γίνεται συνειδησιακό περιεχόµενο, ένα µήνυµα που διασταυρώνεται µε την ηθική, την εµπειρία και την ευαισθησία του θεατή.
Αυτή η θεωρητική βάση είναι κρίσιµη, γιατί προετοιµάζει το βλέµµα µας:
το λεύκωµα δεν θέλει να µας δείξει απλώς «τι ζωγραφίστηκε». Θέλει να µας δείξει τι µετακινείται µέσα µας όταν το βλέπουµε.
Έτσι αναδεικνύεται και η πρωτοτυπία της δηµιουργού:
παίρνει στοιχεία που όλοι γνωρίζουµε – την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τις Καρυάτιδες – και δεν τα µεταφέρει ως φωτογραφική αναπαραγωγή, αλλά ως συµβολικό σύστηµα.
Ενώνει επιστηµονικό λόγο και λυρική ατµόσφαιρα,
ενώνει πολιτισµική µνήµη και προσωπική εικαστική φωνή.
Έτσι αναδεικνύει την ζωγραφική ως πολιτισµική διπλωµατία του φωτός.
Με άλλα λόγια: δεν «αντιγράφει» το µνηµείο.
Το ερµηνεύει.
Το ξαναφωτίζει.
Και αυτό γίνεται µόνο όταν ο καλλιτέχνης έχει προσωπικό ιδίωµα, αλλά και πνευµατική πειθαρχία.
Το έργο «Ελληνικές Αρχαιότητες και Σύµβολα – Η τέχνη που συγκινεί και διδάσκει – Ζωγραφική» εντάσσεται σε µια µακρά και ουσιαστική διακειµενική και εικαστική παράδοση, όπου η αρχαιότητα δεν προσεγγίζεται ως αισθητικό απολίθωµα, αλλά ως ζώσα πνευµατική παρακαταθήκη.
Από τον στοχαστικό λόγο του Γιώργου Σεφέρη, «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα µε πληγώνει» που αντιλαµβάνεται το αρχαίο τοπίο ως πεδίο ιστορικής αυτογνωσίας, έως τη µεταφυσική διαύγεια του φωτός στον Οδυσσέα Ελύτη, «Αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου αποµένουν µια ελιά, ένα αµπέλι κι ένα καράβι…» και από τη δραµατική επανερµηνεία των αρχαίων µορφών στον Γιάννη Ρίτσο έως τη ζωγραφική µεταστοιχείωση του µύθου στον ∆οµήνικο Θεοτοκόπουλο (El Greco) και τη συµβολική καθαρότητα του Κωνσταντίνου Παρθένη, η ελληνική δηµιουργία αποδεικνύει ότι τα αρχαιοελληνικά σύµβολα λειτουργούν ως διαχρονικά σηµεία αναφοράς παιδείας, µέτρου και ήθους.
Στο πλαίσιο αυτό, η ζωγραφική ερµηνεύει αξίες µε το δικό της ενεργό πολιτισµικό κώδικα που συγκινεί, επειδή ενεργοποιεί τη συλλογική µνήµη, και διδάσκει, επειδή προτείνει µια αισθητική και ηθική στάση απέναντι στον άνθρωπο και στην ιστορία.
Η ζωγραφική, ως διαχρονική γλώσσα, φωτίζει τα µνηµεία µε νέους τρόπους, προσκαλώντας τον θεατή να τα θαυµάσει, να τα νιώσει – να τα βιώσει.
Η άφθαρτη οµορφιά των µνηµείων και η δύναµη τους, υπήρξε πηγή ανεξάντλητης έµπνευσης για την πολυβραβευµένη εικαστικό Σοφία Φουντουλάκη. Με βαθύ σεβασµό και µια εσωτερική σύνδεση µε τον χώρο και το νόηµά του, η καλλιτέχνης αποτύπωσε µέσα από τη δική της εικαστική µατιά τα µνηµεία του Ιερού Βράχου, θέλοντας να τα «ξαναδεί» ως ζωντανούς φορείς ιδεών, αξιών και συναισθηµάτων προσκαλώντας τον θεατή να γίνει συµµέτοχος στη σιωπηλή αλλά εύγλωττη µαρτυρία του χρόνου.
Η καλλιτεχνική της προσέγγιση αναπαριστά, ερµηνεύει και συνοµιλεί µε τα σύµβολα και το ταξίδι του βιβλίου ξεκινά µε τον:
Συµβολισµό του Παρθενώνα: Η αρχιτεκτονική τελειότητα του Παρθενώνα γίνεται ιδέα· Γίνεται «µέτρο», στάση ζωής: αρµονία, ισορροπία, ηθική γεωµετρία· Γίνεται αιώνιο σύµβολο της ελληνικής ταυτότητας, της δηµοκρατίας, της τέχνης και του πνεύµατος· Στέκεται αγέρωχα στους αιώνες, µαρτυρώντας την ακµή ενός πολιτισµού που καθόρισε ανεξίτηλα την πορεία της ανθρωπότητας. Κάθε λίθος, κάθε ανάγλυφο, κάθε αποµεινάρι κουβαλά τη σοφία αιώνων και την ψυχή του λαού µας.
Το Φως της Ακρόπολης – Ερέχθειο: Όπου το φως δεν είναι «φωτισµός». Είναι νοηµατοδότηση. Το φως ως µορφοποιός – ως εκείνο που αποκαλύπτει την ουσία. Η δηµιουργός αξιοποιεί το φως ως κεντρικό δοµικό στοιχείο, όπως εύστοχα επισηµαίνεται και στα κριτικά υποµνήµατα: «το φως πλάθει µορφές, διαµορφώνει τονικότητες, εγκαθιστά ατµόσφαιρα».
Τις Καρυάτιδες ως σύµβολα ιερότητας: Εδώ δεν έχουµε µόνο γλυπτική αναφορά. Έχουµε την ιδέα της στήριξης: οι Καρυάτιδες ως «φορείς» ενός κόσµου. Η ιερότητα τους αναδύεται από τη σιωπηλή αντοχή, από την αξιοπρέπεια της µορφής.
(…) Η ∆ηµιουργός Συνοµιλεί µε την Αρχαία Ελληνική Γραµµατεία. Οι µορφές της Αθηνάς, της Νίκης και της Αφροδίτης λειτουργούν ως φορείς λόγου.
Το έργο διαλέγεται έµµεσα µε: τον Όµηρο (ηρωική διάσταση), τον Ησίοδο (κοσµογονική και θεογονική συµβολική) και την τραγική ποίηση (ηθικό και υπαρξιακό βάθος).
(…) Στο δεύτερο µέρος, καταγόµενη από τα Χανιά, κατεβαίνει στη γη της γενέτειρας. Και αυτό έχει µεγάλη σηµασία:
Ο τόπος της είναι µήτρα βλέµµατος.
Ζωγραφίζει: τµήµα της Μονής στην αρχαία Απτέρα (Χανιά) (…) Και έπειτα, η σκέψη της δηµιουργού διευρύνεται:
στρέφεται στους φιλοσόφους – Επίκουρο, Όµηρο – και στον µουσικό πολιτισµό της αρχαιότητας: χορδόφωνα, αερόφωνα, κρουστά. ∆ηλαδή µας περνά στη γνώση. Από το «βλέπω» – στο «κατανοώ».
Ακολουθεί η διαδροµή στους θεούς, στους «ρυθµιστές του σύµπαντος» – στον Απόλλωνα – και στο µη ορατό του Μαντείου των ∆ελφών: εκεί όπου το αόρατο γίνεται εµπειρία, όπου η σιωπή αποκτά νόηµα.
Και έπειτα, η τραγωδία – Ορέστεια του Αισχύλου:
ο πολιτισµός ως ηθική περιπέτεια, ως πάλη δικαίου, ως αγωνία συνείδησης.
(…) Το λεύκωµα «Ελληνικές Αρχαιότητες και Σύµβολα» εντάσσεται στο διακειµενικό συνεχές της νεοελληνικής τέχνης, προσεγγίζοντας την αρχαιότητα ως ζωντανό πολιτισµικό υπόστρωµα.
Εικαστικά, συγγενεύει µε την ιδεατή και συµβολιστική πρόσληψη της µορφής στον Κωνσταντίνο Παρθένη και τη στοχαστική ελληνικότητα του Γιάννη Τσαρούχη.
Ποιητικά, συνοµιλεί µε τη µνήµη και το φως όπως τα ανέδειξαν ο Γιώργος Σεφέρης και ο Οδυσσέας Ελύτης, ενώ η τελετουργική και ιεροπρεπής διάσταση της εικαστικής γλώσσας προσεγγίζει τη δελφική ιδεολογία του Άγγελου Σικελιανού.
Η αρχαιότητα ανανοηµατοδοτείται ως στοιχείο σύγχρονης ταυτότητας και εσωτερικού στοχασµού. Η διατήρηση των συµβόλων προβάλλεται ως συλλογική ευθύνη πολιτισµού.
Κλείνοντας, ας κρατήσουµε αυτό: ότι εδώ η Ακρόπολη δεν στέκει µόνο ως µνηµείο, αλλά ως φως που επιµένει. Και ότι τα σύµβολα – οι Καρυάτιδες, η Αθηνά, η Νίκη – δεν είναι απλώς µορφές του παρελθόντος, αλλά ζωντανές σιωπές που µας µιλούν, όταν έχουµε τη διάθεση να ακούµε.
Αυτό το λεύκωµα, «Ελληνικές Αρχαιότητες και Σύµβολα – Η τέχνη που συγκινεί και διδάσκει – Ζωγραφική» δίγλωσσο και ανοιχτό στον κόσµο, γίνεται ένα πέρασµα: από το µάρµαρο στο χρώµα, από το φως στο βλέµµα µας, από την παράδοση στη σύγχρονη ευθύνη µας.
Η Τέχνη της εικαστικού µας και κάθε Τέχνη που συγκινεί, διδάσκει. Και αν η Τέχνη έχει έναν βαθύτερο σκοπό, είναι ακριβώς αυτός: να µας θυµίζει ότι µπορούµε ακόµη να υψωνόµαστε – µε µέτρο, µε ευγένεια, µε φως.
Ελπίζουµε τούτο το έργο να εµπνεύσει σεβασµό, θαυµασµό και µια βαθύτερη σύνδεση µε τις ρίζες µας· µε ένα παρελθόν που δεν ανήκει µόνο στην Ιστορία, αλλά συνεχίζει να φωτίζει το παρόν και να οδηγεί το µέλλον.
*Το κείµενο αποτελεί µέρος της οµιλίας της Αικατερίνης Βλαχοπαναγιώτου Μπατάλια, την οποία πραγµατοποίησε µε αφορµή την παρουσίαση του καλλιτεχνικού λευκώµατος της Εικαστικού, Ζωγράφoυ, Συγγραφέα και ∆ιευθύντριας εικαστικών Unesco Piraeus & Islands, Σοφίας Φουντουλάκη, που πραγµατοποιήθηκε στις 2 Μαρτίου 2026 στην «Κωστής Παλαµάς», του ΕΚΠΑ.
**Η Αικατερίνη Βλαχοπαναγιώτου Μπατάλια είναι πρόεδρος του ∆.Σ. της ∆ιεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών – ∆.Ε.Ε.Λ. Πολιτικός Επιστήµων, Εκπαιδευτικός, Ph. D. Βυζαντινού Ουµανισµού, Συντ. Οικονοµολόγος.


