Αδέσποτες σκύλες – Dahlia de la Cerda (µτφρ. Ασπασία Καµπύλη, εκδόσεις Carnívora)
Γεννηµένη το 1985, η Ντάλια δε λα Σέρδα είδε τις Αδέσποτες σκύλες της, µια συλλογή διηγηµάτων, να µεταφράζονται, να διαβάζονται, να συζητιούνται, να αποκτούν ένα hype στο διαδίκτυο, να προτείνονται για βράβευση, πρόσφατα κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, σε µετάφραση της Ασπασίας Καµπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora, µε το εστιασµένο ενδιαφέρον της κίτρινης σειράς, σε γυναικείες (κυρίως) ισπανόφωνες συγγραφείς.
∆εκατρία διηγήµατα µεσαίας έκτασης, όλα σε πρώτο θηλυκό πρόσωπο, µε ευθεία δευτεροπρόσωπη απεύθυνση σε ένα άλαλο, αµέτοχο εσύ, ένα µπουκέτο από διάφορες φωνές, πότε ηλικιωµένες, πότε νεκρές, πότε προνοµιούχες, πάντοτε ωστόσο µε έναν θυµό, λιγότερο ή περισσότερο εµφανή, µε µια διάθεση να ακουστούν, να πουν την ιστορία τους τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία, πριν σωπάσουν οριστικά, να στρέψουν το βλέµµα σε εκείνη την πρότερη ζωή, σε όσα την προσδιόρισαν και, αργά ή γρήγορα την καθόρισαν, όσα εκείνες υπήρξαν, ενάντια σε όσα οι άλλοι θεωρούσαν πως βλέπουν, πως έχουν απέναντί τους, όσα οι άλλοι καταδίκασαν.
Η συνοχή µιας συλλογής διηγηµάτων, το χτύπηµα απέναντι στην τυχαία συνύπαρξη πλάι πλάι, είναι καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη. Κάποια µικρά νήµατα ενώνουν κάποιες ιστορίες µεταξύ τους, ένας δεύτερος ρόλος σε κάποια γίνεται πρώτος, όµως αυτό δεν είναι το καθοριστικό νήµα, ο απαραίτητος άξονας περιστροφής. Ούτε η γλώσσα, µεγάλη εδώ η συνεισφορά της µεταφράστριας, είναι οµόφωνη, συναισθήµατα κοινά υπάρχουν, το γλωσσικό πλαίσιο είναι σύγχρονο, η αµεσότητα και η παντελής έλλειψη λογοτεχνικού ραφιναρίσµατος, επίσης, ωστόσο είναι διακριτές, όπως διακριτή είναι και η ζωή τους, το πλαίσιο ύπαρξης, µόνο µε πολλές υποχωρήσεις και συµβιβασµούς µπορούµε να µιλήσουµε για µια κοινή γυναικεία εµπειρία. Το νήµα, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η διακριτότητα µεταξύ των αφηγηµατικών υποκειµένων, αυτές οι δεκατρείς, που θα µπορούσαν να είναι ακόµα περισσότερες, αφηγήτριες που εξιστορούν πώς συνέβησαν τα πράγµατα, ποια ήταν η καθοριστική στιγµή που µε τον τρόπο της η καθεµία πήρε την απόφαση, την κρίσιµη απόφαση, επωµίστηκε δια παντός τον ρόλο του θύτη ή του θύµατος, έκλαψε όταν πια οι δακρυϊκοί αδένες απορρυθµίστηκαν.
Για µένα, το σοκαριστικό δεν είναι οι αφηγήσεις αυτές, αλλά το γεγονός πως ακούγονται σπάνια, σχεδόν ποτέ από τις ίδιες τις αφηγήτριες, τα ίδια τα υποκείµενα, αλλά ετεροκαθορίζονται, ετεροαφηγούνται. Σοκαριστικό, για µένα επίσης, είναι αυτή η αντανακλαστική σκέψη περί της πιθανότητας υπερβολής, αυτή η απόπειρα να εντοπιστεί και να καυτηριαστεί η αιµορραγούσα πληγή, να υποτιµηθεί, η ευκολία µε την οποία το προνόµιο λέει: τα παραλές. Θυµός, οργή και θλίψη. Κυρίως, ωστόσο, αµεσότητα και στεγνότητα, χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς φιοριτούρες. Ακόµα και σήµερα, που µπορούµε να πούµε πως οι γυναίκες πια ακούγονται περισσότερο από παλιά, το στερεότυπο της γλυκούλας αφηγήτριας δεν έχει κατατροπωθεί, όχι πλήρως, θέλουµε στυλ, θέλουµε υπαινιγµό, θέλουµε σκέρτσο και νάζι, θέλουµε µια επιβεβαίωση από µεριάς τους πως τα πράγµατα είναι καλύτερα, πως λίγη χαριτωµενιά χωράει. Όµως, πώς αλλιώς µπορούν τα υποκείµενα να αφηγηθούν;
Η βιοποικιλότητα των διηγηµάτων επιτρέπει στο φάσµα να αποκαλύψει τα µήκη κύµατος ή τη συχνότητα της ακτινοβολίας, η γυναικεία στενωπός διαρρηγνύεται, η συγκολλητική ουσία διαλύεται, το περισσεύον υλικό είναι ικανό να αποδείξει την ασφυξία, στερεοτυπική και εργαλειοποιηµένη, κατά πώς βολεύει το προνόµιο, τσουβάλιασµα άκριτο. Επιτρέπεται στο προνόµιο να επεκταθεί πέρα του φύλου, πέρα του σεξουαλικού προσανατολισµού, πέρα της ηλικίας, να επεκταθεί στο οικονοµικοκοινωνικό στάτους, στο προνόµιο της τάξης, όχι αποκλειστικά και µόνο για να εξαιρέσει ή να διαχωρίσει, να απορρίψει κάποιες από τις γυναίκες, αλλά για να δείξει πώς το προνόµιο που φέρει δύναµη επιβολής δύναται να χρησιµοποιηθεί, ίσως ακόµα πώς ο κόσµος, έτσι όπως πορεύεται, µια ζούγκλα που προσβάλει τη ζούγκλα, εκεί που ο δυνατός επιβάλλεται, λειτουργεί.
Η εκφραστική λιτότητα, ακόµα και σήµερα, έχουµε πια 2026, συγχέεται µε την ανικανότητα στη χρήση του λόγου, δεν της προσφέρεται ο χώρος που της αναλογεί, ο χώρος της επιλογής, της κατάλληλης χρήσης των εκφραστικών µέσων, της αµεσότητας, του θυµού, του στεγνού και γειωµένου ρεαλισµού, της καθηµερινότητας και της αποφοράς της. Η οµορφιά συγχέεται µε το µακιγιάρισµα, µε τον αναχωρητισµό, υπαινιγµό απαιτούν, απαιτούµε, σχηµατικές αφηγήσεις, δυσδιάκριτες αναλογίες µε το πραγµατικό. Η λογοτεχνία της Σέρδα έχει θυµό, οργή και θλίψη σε µεγάλες ποσότητες. ∆εν έχει σηµασία αν οι ιστορίες είναι βασισµένες σε πραγµατικά γεγονότα, είναι πραγµατικές γιατί είναι πιθανές, γιατί µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο συµβαίνουν καθηµερινά. Η λογοτεχνία της Σέρδα µάλλον δεν θα διαβαστεί από εκείνους που συντελούν στο µακελειό, εκείνοι, ακόµα και αν διαβάσουν τις ιστορίες αυτές, θα επιχειρήσουν να µετριάσουν, να πλήξουν, να επισηµάνουν, να προσθέσουν διάφορα αλλά, να αντιγυρίσουν και να στρεβλώσουν, να πετάξουν τη µπάλα στην κερκίδα, να µιλήσουν εν ονόµατι µιας λογοτεχνίας, ιερής και αγίας, αποστειρωµένης, να επισηµάνουν φορώντας τον φιλολογικό µανδύα, έχουνε µεγάλη γκαρνταρόµπα, ανάλογα µε την περίσταση ντύνονται.
Η λογοτεχνία, η έκφραση του ανθρώπινου εν γένει, υπάγεται σίγουρα στο προσωπικό γούστο, είναι και αυτό ένα προνόµιο, ένα µπούνκερ αναχωρητισµού, η επιλογή συνολικά έχει χαρακτηριστικά ελιτισµού, ακόµα και αν τα απαρνείται σαν σκυλί που σκούζει. Και δεν εξαντλείται µόνο στην τέχνη η ατάκα θέλω να περάσω καλά, να ξεχαστώ. Κοιτάξτε την πρόσληψη της πραγµατικότητας, της φρίκης, λίγες στιγµές µετά, ολοένα και πιο δυνατά ακούγονται οι φωνές που δηλώνουν πως βαρέθηκαν να ακούνε για το ένα ή το άλλο, λες και είναι µια τηλεοπτική σειρά και δεν σκοπεύουν να δουν το επόµενο επεισόδιο. Και ίσως το γεγονός πως η Σέρδα καταφεύγει, παρά τις όποιες επιρροές από την πραγµατικότητα, στη µυθοπλασία να επισηµαίνει ακόµα περισσότερο αυτή την επικράτεια αντιδράσεων, σαν να αποτελεί ένα άσσο στο µανίκι όσων λένε πως έχουν βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια, απλά, µικρή διαφορά, το να βαριέσαι κάτι είναι προνόµιο, δηλώνει µια δυνατότητα επιλογής, εκεί που µεγάλο ποσοστό της θηλυκότητας, στην προκειµένη περίπτωση, δεν έχει πρόσβαση, ο ζυγός του όποια θέλει µπορεί, όποια προσπαθήσει µπορεί, του λύσεις υπάρχουν και τα δηλωµένα αδιέξοδα δεν είναι παρά δικαιολογίες, είναι ο τρόπος του προνοµίου να σκέφτεται και να ετεροκαθορίζει άπαντες, εγώ θα έκανα αυτό, ναι, θα το έκανες γιατί µπορείς, τι διάολο σου είναι δύσκολο να καταλάβεις.
Τα δώδεκα πρώτα διηγήµατα προετοιµάζουν το έδαφος για το δέκατο τρίτο, εκεί που όλοι οι παραπόταµοι της φρίκης έρχονται να συναντηθούν και να ενωθούν, παρέα µε τις αφηγήσεις που δεν χώρεσαν στη συλλογή αυτή, πεπερασµένη η επιφάνεια και τόση η φρίκη, εδώ η όποια µυθοπλαστική αµφίεση ξηλώνεται για να αποκαλύψει τη γυµνή αλήθεια, είτε από το δοκίµιο, την έρευνα, τα στατιστικά δεδοµένα, είτε από τη µυθοπλασία, από όπου και να κινήσει κανείς εδώ στη µεγάλη δύσοσµη γούρνα του κόσµου πέφτει και παλεύει να επιπλεύσει, να αναπνεύσει, να κοιτάξει τον ουρανό.
Ακόµα µια φορά. Τα διηγήµατα της Σέρδα δεν σοκάρουν για αυτά που αφηγούνται, στη θεωρία, όσο ψεύτης και υποκριτής και αν είναι κανείς, τα γνωρίζουµε, όσο και αν εθελοτυφλούµε γιατί βαριόµαστε και δεν έχουµε όρεξη για τέτοια, µια ζωή την έχουµε και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά, τα διηγήµατα αυτά σοκάρουν, ακριβώς γιατί πατάνε πάνω στην άρνησή µας να αντικρίσουµε τον κόσµο που µας περιβάλλει, να στρέψουµε το βλέµµα πέρα και µακριά από το οικόπεδο που περιφράξαµε για να ζήσουµε ήσυχοι και καθησυχασµένοι, αυτό το τριγκάρισµα που ενεργοποιεί την αντανακλαστική κουβέντα: υπερβολές, έλα τώρα.


