ΤΟ 1973 πήρα µετάθεση από τα ∆ωδεκάνησα στη Θεσσαλονίκη. Ξαναντίκριζα την αγαπηµένη µου πόλη στην οποία οι αναµνήσεις ξεκινούσαν από τα χρόνια του ανταρτοπόλεµου (1947), την µακροχρόνια παραµονή µου στις παιδοπόλεις της Βασιλικής Πρόνοιας και έφταναν µέχρι τα µεταφοιτητικά µου χρόνια…
ΗΞΕΡΑ ότι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, αγαπηµένος µου ποιητής, είχε κυκλοφορήσει νέο τόµο ποιηµάτων µε τίτλο”Το Βάθος του Κόσµου”. Μάλιστα, ως προεισαγωγικό σηµείωµα έθεσε µια επιστολή του συµπαιδοπολίτη και αγαπητού µου φίλου, Κρίτωνα Ζωάκου, µε το καυτό ερώτηµα τί είναι η ποίηση; Έψαχνα στα βιβλιοπωλεία, ώσπου µπήκα και στου “Αµπατζιάδη”, ένα Βιβλιοχαρτοπωλείο λίγο πιο πάνω από την Αχειροποιήτου. Ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης και παλιός οµαδαρχης στην παιδόπολη “Αγιος ∆ηµήτριος” Θεσσαλονίκης, είχε το β ι β λ ί ο· όµως, µε α π έ τ ρ ε ψ ε να το αγοράσω διότι συµπεριλαµβανόταν στον Index Librorum Prohibitorum * (Λίστα απαγορευµένων βιβλίων) της χούντας!
ΑΝΤΙΛΗΦΘΗΚΑ πως η σχέση δικτατόρων και τέχνης, ειδικότερα λογοτεχνίας, ήταν απαγορευτική. Κάθε µορφή ολοκληρωτισµού επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο της καλλιτεχνικής-και όχι µόνο-δηµιουργίας. Ως αντίβαρο, χρησιµοποιεί την “υποταγµένη” σ’ αυτήν δηµιουργία, για προπαγάνδα. Επιβάλλει προληπτική λογοκρισία και εφαρµόζει κ α τ α σ τ α λ τ ι κ ά µέτρα εναντίον κάθε θεωρούµενης αντι-καθεστωτικής δραστηριότητας… Έτσι, οι ΝΑΖΙ έκαψαν, µεσαιωνικώ τω τρόπω, 25.000 βιβλία (1933) ως “αντι-γερµανικά!”. Το ίδιο, στην Ελλαδα του Ιωάννη Μεταξα (16 Αυγούστου 1936) έγιναν δηµόσιες καύσεις βιβλίων: στην πυρά Μαρξ, Γκόρκι, Φρόιντ, αλλά και Παπαδιαµάντης, Μυριβήλης, Καρκαβίτσας, Καζαντζάκης, Σοφοκλής-Αντιγόνη, Πλάτωνας, Θουκυδίδης, Ξενοφώντας κ.ά. Στη χούντα των συνταγµαταρχών (1967-1974) η “Μαύρη Λίστα” ήταν τεράστια! Περιελάµβανε το έργο του Ν. Καζαντζάκη, τα “18 Κείµενα” του Μ. Αναγνωστάκη, Σεφέρη, Ρίτσο, Βρεττάκο, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, αλλά και Φλωµπέρ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι κ.ά. Στην κοµµουνιστική Ρωσία του Στάλιν-αργότερα και στη Σοβιετία- επιβλήθηκε ως… τέχνη ο λεγόµενος “σοσιαλιστικός ρεαλισµός” που εξυµνούσε, µε ογκώδη ακαλαίσθητα δηµιουργήµατα το κράτος του ζόφου.
ΣΕ ΚΑΘΕ µορφή δικτατορίας (φασισµός, ναζισµός, κοµµουνισµός, ισλαµοφασισµός κ.λπ.) η “τ έ χ ν η” (αγάλµατα, πορτρέτα, εµβατήρια, α φ ί σ ε ς, κινηµατογράφος, λογοτεχνία κ.λπ.) χρησιµοποιείται προς θεοποίηση και ισχυροποίηση του συστήµατος. Μάλιστα, οι περισότεροι δικτάτορες συγγράφουν και βιβλία εν είδει νουθεσίας!
… ΟΜΩΣ, η πραγµατική τέχνη κατορθώνει να “αναπνέει” εµπνεόµενη από τον έρωτα ελευθερίας. Και, µε οποιοδήποτε τίµηµα, αντιδρά στο σκότος µεταφέροντας στο λαό µε αλληγο ρίες τα φωτεινά µηνύµατά της. Αλλά κι ο λαός σκαρφίζεται τον σαρκασµό για να καυτηριάσει το ανελεύθερο του καθεστώτος. Ποιος λησµονεί τα α ν έ κ δ ο τ α εναντίον των χουντικών Παπαδόπουλου και Πατακού; Ποιος λησµονεί τους Μπ. Πάστερνακ, Αλ. Σολζενίτσιν (Νόµπελ λογοτεχνίας), τον Βλαντ. Μαγιακόβσκι και την Αννα Αχµάτοβα, τον Αντρέι Ζαχάρωφ (Νόµπελ Φυσικής) στην άλλοτε µεγαλόσχηµη Σοβιετία; Ή τον Φ. Γκ. Λόρκα στην Ισπανία του Φράνκο, τον Σεφέρη στην Ελλάδα;
… ΚΑΙ, να πως έζησε ένας Αλβανός δηµιουργός (από τους πρώτους µετανάστες στην Ελλάδα του 1990), ο Γκαζµέτ Καπλάνι, την έννοια του απαγορευµένου βιβλίου στην εποχή του δικτάτορα Ενβέρ Χότζα στην πατρίδα του. (Απόσπασµα από κείµενό του. Πρωτοδηµοσιεύτηκε στο περιοδικό “Το ∆έντρο” , Μάρτιος, 2012, http://gazikapllani.blogspot.gr/):
«Υπάρχουν σπίτια χωρίς βιβλιοθήκες. Υπάρχουν σπίτια µε φτωχές βιβλιοθήκες. Υπάρχουν σπίτια µε δήθεν-βιβλιοθήκες. Υπάρχουν σπίτια µε υπέροχες βιβλιοθήκες. Υπάρχουν και άλλα µε καµένες, κατεστραµµένες ή κρυφές βιβλιοθήκες. (Νοµίζω ότι τέτοια σπίτια ήταν εκείνα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Κατοχή). Οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες του εικοστού αιώνα µπορούν να αφηγούνται την πολιτική του ιστορία και υστερία. Τα µεγάλα του πάθη, τα µεγάλα του εγκλήµατα, τις κραυγαλέες του αντιφάσεις.
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου υπήρχε µια µεσαίου µεγέθους βιβλιοθήκη, γεµάτη βιβλία, τα περισσότερα των οποίων τα απεχθανόµουν. Οι φοβισµένοι γονείς µου, διωκόµενοι από το καθεστώς, προσπαθούσαν να φτιάξουν µια βιβλιοθήκη-βιτρίνα που θα αποδείκνυε την πίστη τους στο καθεστώς, µε την ελπίδα ότι θα γλίτωναν περισσότερες διώξεις και βάσανα. Ήταν γνωστό σε όλους ότι το µάτι ενός χαφιέ του καθεστώτος έπεφτε ανελλιπώς πάνω στην βιβλιοθήκη, εφόσον υπήρχε…Τα ράφια της βιβλιοθήκης µας ήταν γεµάτα από βιβλία των «Ηγετών του Κόµµατος» και τα λαµπρά πνεύµατα του µαρξισµού-λενινισµού. Μόνο έργα του Ενβέρ Χότζα υπήρχαν καµιά εβδοµηνταριά και συνεχώς προσθέτονταν και άλλα. Μετά, έρχονταν τα βιβλία των «αγαπηµένων συντρόφων» του Κόµµατος. Λιγότερα από εκείνα του Ηγέτη, φυσικά. Κανείς δεν επιτρεπόταν να τον ξεπεράσει! Έπειτα έρχονταν τα ξένα βιβλία, τα «καθώς πρέπει», µεταφρασµένα στα αλβανικά. Το «Μανιφέστο του Κοµµουνιστικού Κόµµατος» του Μαρξ και δίπλα του το «Κεφάλαιο». Με κόκκινο εξώφυλλο το ένα, µε µαύρο το άλλο. Κάποια βιβλία του Ένγκελς, µε πράσινα εξώφυλλα. Τα βιβλία του Λένιν. Ακολουθούσαν βιβλία του Στάλιν, σχεδόν όλα µε γκρι εξώφυλλα. Κάποια στιγµή προστέθηκαν και τα βιβλία του Μάο. Ένα από αυτά ήταν συλλογή ποιηµάτων, γραµµένα, εάν δεν κάνω λάθος, στη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης. Την περίοδο της µεγάλης σφαγής, τον σύντροφο Μάο, τον είχε συνεπάρει ο ποιητικός οίστρος. Υπήρχε επίσης, αν θυµάµαι καλά, η «Η Μάνα» του Γκόρκι και δυο τόµοι του «∆ον Κιχώτη»…
Η βιβλιοθήκη µε την οποία µεγάλωσα είχε µια άλλη ιδιαιτερότητα: πάθαινε αυξοµειώσεις. Καινούργια βιβλία προσθέτονταν και άλλα εξαφανίζονταν. Όχι επειδή δεν υπήρχε θέση πια στη βιβλιοθήκη, αλλά επειδή έµπαιναν στη µαύρη λίστα και γίνονταν ανεπιθύµητα. Έτσι εξαφανίστηκαν µια µέρα, ξαφνικά, τα βιβλία του συντρόφου Μάο, όταν η Αλβανία διέρρηξε τις σχέσεις µε την Κίνα. Κάθε τόσο, επίσης, εξαφανίζονταν τα βιβλία των προδοτών, πρώην «αγαπηµένοι σύντροφοι» του Κόµµατος.
Μεγαλώνοντας, ανακάλυψα ότι εκτός από αυτήν τη βιβλιοθήκη-βιτρίνα, οι γονείς µου φύλαγαν και «επικίνδυνα», απαγορευµένα, τα λεγόµενα «καταραµένα βιβλία». Συνήθως τα κράταγαν στο υπνοδωµάτιο, κλεισµένα προσεχτικά στα κοµοδίνα, δεξιά και αριστερά του κρεβατιού. Σαν αµαρτωλές αποδείξεις που έπρεπε να µείνουν κρυµµένες στο σκοτάδι. Τέτοια βιβλία δεν κυκλοφορούσαν ποτέ στο σπίτι. ∆εν τα έβρισκες ξεχασµένα πάνω σε τραπέζι ή στον καναπέ. Ήταν σαν φοβερά µυστικά που προέρχονταν και αποσύρονταν στο σκοτάδι. Η πρόσβασή µου στα «καταραµένα βιβλία» έγινε εφικτή µόνο όταν µπήκα στην εφηβεία. Και υπό τον όρο και τον όρκο ότι δεν θα συζητούσα έξω από το σπίτι για αυτά. Τότε, λοιπόν, έγινε η µύησή µου στα «καταραµένα βιβλία». Αυτά που έπρεπε να διαβάσεις και να µην συζητήσεις. Αυτά που δεν τα έβρισκες σε καµία βιβλιοθήκη, δηµόσια η ιδιωτική… Τότε είχαµε πολύ χρόνο στη διάθεσή µας για να διαβάσουµε βιβλία. ∆εν είχαµε όµως τη δυνατότητα να διαβάσουµε τα βιβλία που θέλαµε. Σήµερα, που έχω την δυνατότητα να διαβάσω τα βιβλία που θέλω, δεν έχω πια τον χρόνο.
Τα σπίτια των µεταναστών είναι συνήθως σπίτια χωρίς βιβλιοθήκες. Εγώ ανήκω στους τυχερούς µετανάστες της πρώτης γενιάς που έχουν την πολυτέλεια µιας βιβλιοθήκης. Βλέποντας τα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης, πολλές φορές µε ένα αίσθηµα ηττοπάθειας, νοσταλγώ εκείνη την εποχή, όπου το διάβασµα των «καταραµένων βιβλίων» αποτελούσε πραγµατική ιεροτελεστία. Η σχέση µε το βιβλίο ήταν ερωτική…»
ΑΝΕΚΑΘΕΝ το πρώτο θύµα των ολοκληρωτισµών παραµένει το βιβλίο-η ελεύθερη έκφραση. Προκαλεί µίσος και δΙώκεται, ακριβώς επειδή είναι το απόλυτο µέσο ελευθερίας και αφύπνισης των δηµκρατικών συνειδήσεων (https://www.naftemporiki.gr/stories/1657435/i-nychta-poy-25-000-vivlia-epesan-stin-pyra-opoy-kapoios-kaiei-idees-tha-kapsei-syntoma-kai-anthropoys/)
∆ΥΣΤΥΧΩΣ, σήµερα, εν καιρώ ανόητων πολέµων γύρω µας, είµαστε “βαριά” αιχµάλωτοι µιας ψευδεπίγραφης “ελευθερης έκφρασης” που δήθεν προσφέρει ο νέος παγκόσµιος δυνάστης, το δ ι α δ ί κ τ υ ο …


