Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου, 2021

Των ψυχών…

«Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε/ την πίκρα της ζωής. Οντας βυθίσει/ ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,/ μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι./ Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε/ στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση/ μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,/ α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε./ Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,/ διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι,/ πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται./ Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,/ τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν/ θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν». Το ποίημα “Λήθη” του Λορέντζου Μαβίλη. Καλότυχους θέλει τους νεκρούς ο ευπατρίδης ποιητής που έφυγε νωρίς για τον Επουράνιο Παρνασσό, στα 52 του χρόνια, στις 28 Νοεμβρίου 1912, στο Δρίσκο της Ηπείρου, πολεμώντας ως εθελοντής των Βαλκανικών Πολέμων στο τάγμα των Γαριβαλδηδών. Και στο σονέτο του γι’ αυτούς ο νους μου, Ψυχοσάββατο αύριο, ημέρα των Ψυχών.

«Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής ταυτίζεται στη λαϊκή συνείδηση με τη δοξασία που θέλει τις ψυχές να ετοιμάζονται για την επιστροφή τους στον Κάτω Κόσμο […] Οι μαυροφορεμένες γυναίκες της κρητικής υπαίθρου συνηθίζουν να αφήνουν ένα ποτήρι γεμάτο νερό στο τραπέζι, όπως συνήθιζαν παλιότερα να αφήνουν το σταμνί γεμάτο νερό στο κατώφλι του σπιτιού για να πιουν οι ψυχές και να μη διψούν στο μακρύ ταξίδι τους. Κι όταν φυσήξει άνεμος κι ακουστεί το θρόισμα των δέντρων λένε πως είναι οι ψυχές που κλαίνε γιατί φεύγουν από τους αγαπημένους τους τόπους». Τα που γράφει, μεταξύ των άλλων, ο Νίκος Ψιλάκης στο βιβλίο του “Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη”. Για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Σε όλη σχεδόν την Κρήτη η δοξασία για το κλάμα των ψυχών δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πλέγμα εθίμων όπως η τελετουργική σιωπή κατά την ώρα που παρασκευάζουν τα κόλλυβα ή το άναμμα των κεριών για να βρίσκουν οι ψυχές τον δρόμο της επιστροφής και να μη ταλαιπωρούνται». Μιας σκέψης δρόμος η απόσταση που χωρίζει τους Ζώντες απ’ τους Τεθνεώτες…

«Καλεί τον φίλο του/ που έφυγε νωρίς για το Υπερπέραν/ στα συναπαντήματά του,/ βραδινές ώρες./ Ερχεται πάντοτε/ με τα ρούχα που τον έθαψαν./ Πίνουν κρασί/ απ’ το ίδιο ποτήρι,/ τρώνε ψωμί και λάδι/ απ’ το ίδιο πιάτο,/ λένε τα νέα των./ Κι όταν το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα/ αντί για αντίο τραγουδούν./ Στον ουρανό γλεντίζουνε, στον Αδη κάνουν γάμο.// Ο ζωντανός με τους ζωντανούς/ κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους». Το ποίημα “Συναπαντήματα” του γράφοντος (Από την ποιητική συλλογή του γράφοντος “Τα χελιδόνια του μοναχού”).

Των Ψυχών… Του Ψυχού για τη μάνα μου. Να ετοιμάζει το πιάτο τα κόλλυβα, τη θυμάμαι σαν σήμερα… Να μην παραπονεθούν οι αποθαμένοι μας, η μόνη της έγνοια…

Κορωνοϊκά…
«Τα κρούσματα μειώθηκαν, υπάρχει μια ελπίδα/ ουράνιο τόξο φάνηκε μετά την καταιγίδα». Η πρώτη απ’ τις τρεις μαντινάδες που μου έστειλε, μέσω μέσεντζερ, η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. Χιουμοριστικές οι άλλες δυο, με κεντρικό πρόσωπο την… πεθερά: «Οσο καιρό η πεθερά στο σπίτι μας κοιμάται/ δε μας σιμώνει ο ιός γιατί τηνε φοβάται», η μια. «Μια ζωγραφιά της πεθεράς στην πόρτα κρεμασμένη, γι’ αυτό ο κορωνοϊός στο σπίτι μας δεν μπαίνει», η άλλη. Δεν παίζεται η Νεκταρία… Δεν προλαβαίνω να της στείλω την παραγγελιά κι έτοιμη η… “ποιοτική” μαντιναδοπαραγωγή!

Εθεάθη τουρίστας… Παίξτε μια μπαλωτέ! Και βέβαια περιμένουμε σαν μάνα εξ ουρανού τον τουρισμό ενώ έχουμε αρχίσει να διανύουμε την οικονομική έρημο. Να διασωθεί ότι είναι δυνατό να διασωθεί το ζητούμενο. Στο “για να δούμε, τι θα δούμε” είμαστε. Κορωνοϊού καμώματα…

Και βέβαια δεν ήταν του Ελύτη… “Παράθυρο χωρίς θέα”, ο τίτλος του “προφητικού”, αν μη τι άλλο, κειμένου που δημοσιεύθηκε στο Ιστολόγιο “Βιολιστής στη στέγη” στις 18/11/2009, ένα απόσπασμα του οποίου χρησιμοποίησε ο Σωτήρης Τσιόδρας στην τελευταία του ενημέρωση που έκανε. «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ/ και μυρσίνη εσύ δοξαστική/ μη παρακαλώ σα μη/ μη λησμονάτε τη χώρα μου». Διαδήλωναν οι στίχοι του Ποιητή στο εν λόγω κείμενο…

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες