Στην αρχή της πανδηµίας του 2020, σε εκείνες τις αλλόκοτες µέρες που ο κόσµος είχε παγώσει, ένας φύλακας ζωολογικού κήπου στο Λονδίνο είπε σε µια τηλεοπτική εκποµπή κάτι φαινοµενικά απλό αλλά βαθιά συγκλονιστικό: «Τώρα που είµαι µόνος µου µαζί τους, τα ζώα για πρώτη φορά µε κοιτάζουν στα µάτια. Με αναγνωρίζουν. Προηγουµένως δεν υπήρχα. Είναι σαν να µε βλέπουν για πρώτη φορά». Το περιστατικό αυτό κατέγραψαν οι Φωτεινή Τσαλίκογλου και Τασούλα Επτακοίλη στο τρυφερό τους βιβλίο «Με βλέπεις;» (εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2020), που αποτυπώνει το κοινό βίωµα του εγκλεισµού.
Η εικόνα που περιέγραψε ο φύλακας έχει κάτι το υπαρξιακά σπαραξικάρδιο. Τι συνέβη στην πραγµατικότητα; Τα ζώα είδαν για πρώτη φορά τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος είδε για πρώτη φορά τα ζώα; Ή µήπως ήταν µια αµοιβαία αποκάλυψη; Το βλέµµα ενός ανθρώπου που συναντάει για πρώτη φορά το βλέµµα µιας αιχµάλωτης ζέβρας, ενός ιπποπόταµου, ενός λύκου. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία ανοίγει µια ρωγµή στη σιωπή που έχουµε επιβάλει στα ζώα: εκεί όπου δύο βλέµµατα συναντιούνται, αρχίζει µια σχέση που δύσκολα συγχωρεί την αυταπάτη.
Αν σταθούµε πραγµατικά µπροστά στα ζώα των ζωολογικών κήπων, θα δούµε κάτι που συνήθως αποφεύγουµε: τη µελαγχολία του εγκλεισµού. Τα ζώα δεν είναι οι χαριτωµένες φιγούρες που παρουσιάζονται στα ενηµερωτικά φυλλάδια των πάρκων ούτε οι «πρεσβευτές» κάποιου αόριστου εκπαιδευτικού σκοπού. Είναι αισθανόµενα όντα που ζουν σε ένα µόνιµο παράδοξο: οι τοίχοι που τα προστατεύουν, υποτίθεται, από την εξαφάνιση είναι οι ίδιοι τοίχοι που στερούν την ελευθερία, τη φυσική τους ταυτότητα, την ίδια τους την ύπαρξη.
Η µελαγχολία τους δεν είναι ποιητική υπερβολή. Είναι η βουβή συστολή των πλασµάτων που έχουν αποκοπεί από τον κόσµο τους. Η ταπεινωµένη συνθηκολόγηση της αιχµαλωσίας. Είναι ο ρυθµός που δεν βρίσκει ποτέ διέξοδο, η κίνηση που συναντά ξανά και ξανά το ίδιο όριο, το ίδιο συρµατόπλεγµα. Είναι το βλέµµα που αιωρείται ανάµεσα στην παρηγοριά και στην απειλή της ανθρώπινης παρουσίας.
Κι εµείς; Περνάµε µπροστά τους βιαστικά, βγάζοντας φωτογραφίες, σχολιάζοντας το µέγεθος ή την εξωτική τους µορφή. ∆εν κοιτάζουµε πραγµατικά τα ζώα, παρά µόνο το ολόγραµµά τους. Ίσως γιατί, αν το κάνουµε, θα πρέπει να αναµετρηθούµε µε µια αλήθεια που δεν βολεύει: ότι πίσω από κάθε κλουβί, όσο σύγχρονο κι αν είναι, υπάρχει µια πράξη αδικίας.
Μία από τις συγγραφείς του βιβλίου σηµειώνει: «Θα έρθει η στιγµή που θα µιλήσουµε για την ευτυχία ενός βλέµµατος». Το βλέµµα των ανθρώπων µα και το βλέµµα των ζώων. Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, αν ξεκινούσαµε από εκεί; Αν στεκόµασταν απέναντι στα ζώα όχι ως ιδιοκτήτες του πλανήτη αλλά ως συγκάτοικοι; Αν τους επιτρέπαµε να µας κοιτάξουν και αν εµείς αντέχαµε να τα κοιτάξουµε; Το βλέµµα µπορεί να γίνει πρόσκληση για µια νέα ηθική: για µια συνύπαρξη που δεν στηρίζεται στην κυριαρχία αλλά στον σεβασµό.
Ίσως τότε ανακαλύψουµε, όπως έλεγε ο φύλακας, το «αγνοηµένο µέσα στο πλήθος βλέµµα». Αυτό που ζητά απλώς να ακουστεί. Που µας δείχνει, χωρίς κραυγές, το κακό που έχουµε προκαλέσει – και ταυτόχρονα την ευθύνη που έχουµε να το επανορθώσουµε. Γιατί ο τρόπος µε τον οποίο αντιµετωπίζουµε τα πιο αδύναµα πλάσµατα του πλανήτη λέει πάντοτε περισσότερα για εµάς απ’ ό,τι για εκείνα.
Και ίσως, αν επιτέλους κοιτάξουµε τα ζώα, αρχίσουµε και να τα βλέπουµε.
Φιλοζωικός Σύλλογος Χανίων «Η Προστασία των Ζώων»


