Τραγικές φιγούρες οι άνθρωποι -ειδικά των µεγάλων ηλικιών- των οποίων τα σπίτια τους καίγονται στις πυρκαγιές που ξεσπάνε κάθε καλοκαίρι. Η φρίκη και η απόγνωση τόσο ανελέητα αποτυπωµένες στα πρόσωπά τους, σαν τη φωτιά που κατακαίει µε λυσσαλέα ορµή και παράφορο µένος το καταφύγιό τους, που γι’ αυτούς τους ανθρώπους ήταν: «Ένα σπίτι για να γεννηθείς/ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις/ένας στίχος για να κρυφτείς/ένας κόσµος για να πεθάνεις» (Τάσος Λειβαδίτης).
∆εν το περιφρόνησαν ποτέ, όσο φτωχικό κι αν ήταν, όσες ανέσεις κι αν στερούνταν. Το φρόντιζαν, το κανάκευαν, το προστάτευαν. Καταχώνιαζαν µέσα στις κάµαρές του τις λύπες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τους καηµούς τους. Φανέρωναν τις προσδοκίες, τις χαρές, τα γλέντια τους στις αυλές και στις βεράντες του. ∆εν το εγκατέλειψαν ποτέ. Κειµήλιο παντοτινό βιωµάτων και αναµνήσεων: «Το σπίτι σαν το καλοκοιτάξεις µέσα από παλιές κορνίζες /ξυπνά µε τα πατήµατα της µητέρας στα σκαλοπάτια…» (Γιώργος Σεφέρης).
Ακόµη κι όταν η ξενιτιά-κοντινή ή πολύ µακρινή-έριχνε τη βαριά οµίχλη της πάνω του, το σπίτι, ως ενσάρκωση της πατρίδας, παρέµενε διαυγές και φωτεινό από όσους έµεναν πίσω, ιερή παρακαταθήκη για τις επόµενες γενιές, τους καλότυχους παλιννοστούντες ή τους ξενιτεµένους που κάθε καλοκαίρι έρχονταν για να προσκυνήσουν τη γενέθλια γη και το πατρογονικό σπίτι.
Οι άνθρωποι µε τα σπίτια τους σφυρηλατούν µια σχέση αέναη και αδιατάρακτη στον χρόνο , καθώς «Αυτοί που ακόµα µένουν,/έχουν τα πρόσωπα εκείνων/που φεύγουν» (Γκεζίµ Χαϊντάρι). Τα σπίτια είναι φτιαγµένα µε «υλικά» ανέγγιχτα από «αντικειµενικές αξίες»:«Τα σπίτια τα επιπλώνουµε µε/ την ανάσα µας/ και όταν αυτή τελειώσει /µε την ψυχή µας» (Ελένη Κοσµά).
Καµιά αποζηµίωση, όσο παχυλή κι αν είναι, καµιά τραπεζική ρύθµιση, όσο ευνοϊκή κι αν είναι, δεν µπορεί να φέρει πίσω τα ζωντανά ίχνη της µνήµης που έγιναν αποκαϊδια. Τις κορνίζες µε τις αναµνηστικές φωτογραφίες πάνω στον µπουφέ, τα λευκώµατα µε τις οικογενειακές και συγγενικές χαρές πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, τα βιβλία πάνω σε κάποιο ράφι ή στη σκαλιστή βιβλιοθήκη, που έγιναν καράβι για να αρµενίσουν οι άνθρωποι των σπιτιών αυτών σε άλλες χώρες κι άλλες εποχές, τα στέφανα του γάµου τους, τα εικονίσµατα της πίστης τους, τα χειροποίητα δώρα µε τις χειρόγραφες αφιερώσεις…
Πόσο οδυνηρός είναι ο πόνος αυτών των ανθρώπων, µε το σώµα το ανέπαφο από την πύρινη λαίλαπα αλλά µε απανθρακωµένες τις ψυχές τους… Με το σπίτι τους, όµως, να ζει µέσα τους…
σπίτια τα επιπλώνουµε µε
την ανάσα µας
και όταν αυτή τελειώσει
µε την ψυχή µας.