Μια σκοτεινή, χειµωνιάτικη νύχτα, µε χαλάζι, βροχή και βοριάδες. Οι «λύκοι» περικυκλώνουν τα χωριά της ρίζας των Λευκών Ορέων και του Ανατολικού Σελίνου. Χτυπάνε τις πόρτες, ουρλιάζουν, βγάζουν έξω τους άνδρες χτυπώντας τους, ξέρουν ποιους θέλουν… Συµπληρώνονται 82 χρόνια από το µεγάλο µπλόκο της 10ης Φεβρουαρίου του 1944, του Αγίου Χαραλάµπου, όταν οι ναζί κατακτητές περικύκλωσαν τα χωριά της ορεινής Κυδωνίας και του Σελίνου συλλαµβάνοντας όλον τον ανδρικό πληθυσµό. Πρώτη διαλογή στην Αγιά και µετά για πολλούς από αυτούς µεταγωγή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κυρίως στο Μαουτχάουζεν, από όπου λίγοι επέστρεψαν πίσω…
«Το σπίτι µας στο Λειβαδά το είχαν κάψει οι Γερµανοί το Σεπτέµβρη του ‘43 και εκείνο το Φλεβάρη µέναµε στο σπίτι του παπά Στυλιανού, ο θεός να τον συγχωρέσει, στο Ροδοβάνι», θυµάται ο κ. Μιχάλης Τσουρής, από το Λιβαδά στο Ανατολικό Σέλινο που σε λίγες ηµέρες γίνεται 97 ετών (γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου του 1929) και το Φεβρουάριο του ΄44 ήταν 14 ετών.
Παρά την ηλικία του η µνήµη είναι εξαιρετική γιατί όπως µας εξηγεί: «Απού µικροµάθει δεν γεροντοξεχνά». Ο πατέρας του Γιώργος Τσουρής γεννηθείς στις 8 Οκτωβρίου του 1893, δολοφονήθηκε στον πύργο του Χαρτχάιµ (υπαγόταν στο Μαουτχάουζεν και εκεί δολοφονούνταν άνθρωποι µε αναπηρίες και πολιτικοί κρατούµενοι που δεν µπορούσαν να εργαστούν στα εργοστάσια) στις 7 Οκτωβρίου του 1944 σύµφωνα µε τα γερµανικά αρχεία.
«Τη νύχτα που χτύπησαν την πόρτα ήµουν εκεί. Είχαν πάρει αράδα τα σπίτια οι Γερµανοί και η µακαρίτισσα η µάνα µου τους είχε ακούσει. Ήλθαν και στο δικό µας βάρεσαν την πόρτα µε τα ντουφέκια, µπήκαν µέσα σήκωσαν τον πατέρα µου, ντύθηκε και τον πήραν για την Αγιά. ∆εν πρόλαβε να µας πει τίποτα, δεν του είπαµε και εµείς. Τι να τους πεις αυτήν την ώρα;», αφηγείται.
Ο Γιώργος Τσουρής ήταν στην αντίσταση µέλος της ΕΟΚ, στο φυλάκιο των Εγγλέζων στο Κουστογέρακο και είχε κατέβει µαζί µε άλλους στο Ροδοβάνι για να προµηθευτούν τρόφιµα.
«Πότε µάθαµε ότι δεν ζει; Πολύ καιρό µετά όταν άρχισαν να γυρίζουν πίσω οι Ανατολικοσελινιώτες που είχαν επιβιώσει όπως ο Θοδωρής Γεωργιακάκης και άλλοι. Κάναµε όλα τα µνηµόσυνα και τραπέζια στη µνήµη του όπως και όλοι οι χωριανοί γιατί είχαν χαθεί πολλοί» αναφέρει. Για τον ίδιο και τα άλλα 5 αδέλφια του τα επόµενα χρόνια ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολα. «Πως µας µεγάλωσε η µάνα µου! Αν δεν ήταν δυνατή και δραστήρια πως θα µας είχε αναθρέψει», λέει.
ΣΤΟΥΣ ΛΑΚΚΟΥΣ
«Ήταν 10 Φεβρουαρίου του 1944 ηµέρα του Αγ. Χαράλαµπου, ήλθαν δυνάµεις από τα Χανιά και µετά µε περίπολα που είχαν και άνδρα από το τοπικό φυλάκιο πήγαιναν από γειτονιά σε γειτονιά» είναι τα λόγια του κ. Βασίλη Ψυλλάκη, κάτοικου των Λάκκων που ως παιδί έζησε τα γεγονότα. Θυµάται πως «είχα ξυπνήσει πρωί – πρωί, δεν ακούγονταν φωνές παρά µόνο κάποιο σκυλί ή γαϊδούρι. Πήγα στην κάτω γειτονιά που είχα ένα θείο τον Σταµάτη Τζοτζολάκη που ήταν 23 ετών και µε έπαιζε και µόλις έφτασα, κατέφτασε και το περίπολο. Ζήτησαν την ταυτότητα του θείου µου και µε νοήµατα του είπαν να πάει στην εκκλησία. Με πήρε από το χέρι και κινήσαµε για την εκκλησία, δυστυχώς δεν έφυγε κάτω που ήταν κάτι αιωνόβιες ελιές και µπορούσε να κρυφτεί! Φτάσαµε στης γιαγιά µου, ζήτησε κάτι να φάει γιατί πίστευε ότι θα τον έπαιρναν οι Γερµανοί για αγγαρεία. Και πάνω που έτρωγε έφτασε πάλι το περίπολο στο οποίο ήταν ο σιτιστής. Αυτός κάτι τους έλεγε άλλα οι άλλοι δύο Γερµανοί ήταν ανένδοτοι.
Όταν πήραν τον µπάρµπα µου γύρισε προς τη µητέρα µου ο σιτιστής και έκανε µια κίνηση σαν να έλεγε “προσπάθησα να γλυτώσω τον αδελφό σου, αλλά…”. Ο θείος µου Σταµάτης Τζοτζολάκης πέθανε στο Μαουτχάουζεν».
ΙΑΣΟΝΑΣ ΧΑΝ∆ΡΙΝΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ: Το χρονικό των συλλήψεων – εκτοπίσεων µέσα από τις πηγές

Στις 15 Ιουνίου 1943 συνέβη στην Κρήτη ένα γεγονός που κατέδειξε πως, σύµφωνα µε τη διατύπωση ενός παλιού χρονικογράφου της Κατοχής, «η αγριότητα των Γερµανών άρχισε να παίρνει κι’ άλλη, σκληρότερη εκδήλωση», οδηγώντας σε µια «νέα αιµορραγία του Κρητικού λαού».1 Στο πλαίσιο ενός κύµατος οµαδικών συλλήψεων που κάλυψε και τους 4 νοµούς του νησιού, πιάστηκαν, σύµφωνα µε την τοπική ιστοριογραφία, συνολικά 202 άνδρες και γυναίκες (66 από το Λασίθι, 94 από το Ηράκλειο, 24 από το Ρέθυµνο και 18 από τα Χανιά2) οι οποίοι και οδηγήθηκαν στον προµαχώνα Μαρτινέγκο (γνωστός και ως Στοά Μακάσι) στο ενετικό φρούριο του Ηρακλείου. Στις αρχές Νοεµβρίου, οι 156 από αυτούς εκτοπίστηκαν µέσω Αθήνας και Βελιγραδίου στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν. Στις 10 Φεβρουαρίου 1944 ακολούθησε ένα ακόµα µαζικότερο ανθρωποµάζεµα, όταν οι γερµανικές δυνάµεις κατοχής επέδραµαν αιφνιδιαστικά και µε ισχυρές δυνάµεις στις επαρχίες Κυδωνίας και Σελίνου για να εξαρθρώσουν τα αντιστασιακά δίκτυα στην περιοχή µε τον µόνο τρόπο που θα µπορούσε να έχει επιτυχία, τη σύλληψη ολόκληρου σχεδόν του ανδρικού πληθυσµού. Το πολεµικό ανακοινωθέν του Ανώτατου Γερµανού ∆ιοικητή της ΝΑ Ευρώπης την επόµενη µέρα σηµείωνε λακωνικά: «Σε επιδροµή συλλήψεων ατόµων ύποπτων για συµµοριακή δράση, νότια των Χανίων, πέντε νεκροί και µεγάλος αριθµός συλληφθέντων υπόπτων».3
Συνολικά έπεσαν στα χέρια των Γερµανών περίπου 400 άνδρες όλων των ηλικιών, κυρίως από τις κοινότητες Μεσκλών, Ζούρβας, Λάκκων, Θερίσου, Φουρνέ, Ροδοβανίου, Σούγιας, Καµπανού και Επανοχωρίου. Μόνο από τα Μεσκλά, τη Ζούρβα και τους Λάκκους συνελήφθησαν 69 άνδρες.4 Η επιλογή των χωριών δεν ήταν τυχαία. Η επαρχία Σελίνου, µε επίκεντρο της κοινότητα Σούγιας και τα τρία χωριά της (Μονή, Λιβαδάς και Κουστογέρακο) ήταν από τα κυριότερα ορµητήρια της Αντίστασης στη δυτική Κρήτη, µε έντονη δράση Βρετανών αξιωµατικών – συνδέσµων και αιµατηρές συµπλοκές το φθινόπωρο του 1943. Τα χωριά της Κυδωνίας είχαν εξελιχθεί σε κέντρα του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ στον νοµό Χανίων, ενώ στα Μεσκλά είχε συγκροτηθεί η πρώτη αντάρτικη οµάδα του ΕΛΑΣ το καλοκαίρι του 1943 που είχε µάλιστα στο ενεργητικό της την εξόντωση µιας οκταµελούς οµάδας του γερµανοντυµένου Αποσπάσµατος Σούµπερτ που είχε επιδράµει στο χωριό την Πρωτοχρονιά του 1944. 5
Ο 19χρονος τότε ΕΠΟΝίτης Γιώργος Σταµατάκης από τη Ζούρβα άφησε µια λεπτοµερή περιγραφή της ηµέρας του µπλόκου: «Όλη την νύχτα έριχνε χαλάζι και φυσούσε δυνατός βοριάς. Την αυγή ακούσαµε τα σκυλιά να γαβγίζουν, χωρίς όµως να ανησυχήσουµε αφού είχαµε δει αντάρτες το προηγούµενο βράδυ. Η µητέρα µου σηκωνόταν πάντα πρωί-πρωί και µαγείρευε. Μόλις άνοιξε την πόρτα αντιλήφθηκε τους Γερµανούς στα “Αλώνια”. Τρέχει µέσα και µας λέει: “Οι Γερµανοί έχουν κυκλώσει το χωριό”. Μέσα στο δωµάτιο είχα φτιάξει ένα καταφύγιο κάτω από το κρεβάτι από τον πρώτο κιόλας χρόνο που ήρθαν οι Γερµανοί. Λέω στον πατέρα µου αµέσως να κρυφτούµε αλλά εκείνος µου είπε να µη φοβάµαι και πως δεν πρόκειται να µας πειράξουν. Την ώρα που συζητούσαµε ανοίγει η πόρτα και µπαίνουν µέσα δύο Γερµανοί. Εγώ ήµουν ξαπλωµένος στον καναπέ. Με ρώτησαν πόσο χρονών είµαι. Έκανα το λάθος και τους είπα δεκαέξι. Αν τους έλεγα δεκαπέντε, ίσως και να µην µε έπαιρναν. Είµαστε οι πρώτοι».6
Οι συλληφθέντες από τη Ζούρβα, τα Μεσκλά και τους Λάκκους κλείστηκαν στο δηµοτικό σχολείο των Μεσκλών, ώσπου στις 14:00 έφτασαν στρατιωτικά φορτηγά για να τους µεταφέρουν στις Φυλακές Αγιάς. Επιβιβάστηκαν µε χτυπήµατα και απειλές, ενώ οι Γερµανοί δεν άφησαν τις γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί να πλησιάσουν τα φορτηγά. Όταν η φάλαγγα πέρασε από το χωριό Φουρνέ, οι κρατούµενοι πίστεψαν ότι θα τους µετέφεραν στη γέφυρα του Κερίτη, έξω από το χωριό Αλικιανός, για να τους εκτελέσουν, όπως είχε γίνει τον Αύγουστο του 1941.7
ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ
Οι συλληφθέντες µεταφέρθηκαν µε φορτηγά στις Φυλακές Αγιάς, όπου έγινε εξακρίβωση στοιχείων και αναγνώριση των ενεχοµένων στην Αντίσταση από καταδότες. Οι συλληφθέντες δεν ήταν όλοι οργανωµένοι στην Αντίσταση, ωστόσο στο «χτένισµα» παγιδεύτηκαν µέλη του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, αντάρτες του ΕΛΑΣ και τουλάχιστον ένα στέλεχος, ο τοπικός καθοδηγητής του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, δικηγόρος Μανώλης Πισσαδάκης ή «Πισσάς» από το Πρόβαρµα Αποκορώνου που βρισκόταν στη Ζούρβα.8 Στην Αγιά, οι κρατούµενοι της 10ης Φεβρουαρίου συναντήθηκαν µε άλλους συλληφθέντες από διάφορες περιοχές της Κρήτης µε πολλούς από τους οποίους θα µοιράζονταν την ίδια τραγική µοίρα. Ο ΕΑΜίτης καθηγητής φυσικής από το Ρέθυµνο, Κώστας Ξεξάκης που είχε µεταφερθεί στην Αγιά πέντε µέρες νωρίτερα από τις φυλακές Ρεθύµνου (Φορτέτζα), περιγράφει την άφιξη των εκατοντάδων συλληφθέντων της 10ης Φεβρουαρίου τους (οποίους χαρακτηρίζει «Σελινιώτες» λόγω ελλιπών πληροφοριών γύρω από την πραγµατική γεωγραφική έκταση του µπλόκου): «Έφεραν τους Σελινιώτες.
Εµείς το µάθαµε αλλά δεν ξέραµε λεπτοµέρειες. Την άλλη µέρα, όπως ήµασταν κλεισµένοι στο κελί µας, ακούσαµε φοβερά ουρλιαχτά. Όλοι όσοι ήµασταν από χωριά θυµηθήκαµε το σφάξιµο των χοίρων τις απόκριες και τον ήχο που έκαναν τα ζώα. Ακούγαµε και νοµίζαµε ότι πράγµατι έσφαζαν γουρούνια. Σε λίγο λέει κάποιος «παιδιά, δεν είναι χοίροι, είναι άνθρωποι». Μάθαµε λοιπόν την επόµενη όταν ήταν Σελινιώτες. Απέναντι από την είσοδο του στρατοπέδου ήταν ένα χαµηλό παράπηγµα. Μέσα εκεί βρίσκονταν δύο κουκουλοφόροι καταδότες, περνούσαν από µπροστά τους Σελινιώτες πέντε-πέντε ή δέκα-δέκα, τους έβλεπαν οι κουκουλοφόροι και έλεγαν ποιον να κρατήσουν και ποιον να απελευθερώσουν. Όσους κατέδιδαν, έτρωγαν φοβερό ξύλο».9
Στις 12 Μαρτίου, σύµφωνα µε τη µαρτυρία του Γιώργου Σταµατάκη, και αφού είχαν προηγηθεί διαδοχικές διαλογές και αποφυλακίσεις, περίπου 250 κρατούµενοι από την Αγιά οδηγήθηκαν µε µεταγωγικά αεροσκάφη από το Μάλεµε στην Αθήνα και παρέµειναν στις Φυλακές Αβέρωφ σχεδόν όλο τον Μάρτιο έως ότου επιβιβάστηκαν σε εµπορικά τρένα και έφτασαν στο Βελιγράδι, µε προορισµό τις φυλακές της Μπάνιτσα.
Εκεί συγκεντρώθηκαν 366 πολιτικοί κρατούµενοι από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά, κρατούµενοι της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνοµίας (GFP) αλλά και των Ες-Ες, που είχαν επιλεγεί στις 31 Μαρτίου.10 Στις 26 Απριλίου και στις 2 Μαΐου 1944, συνολικά 452 άνδρες από την Ελλάδα περνούσαν τις πύλες του Μαουτχάουζεν, από τους οποίους περισσότεροι από τους µισούς (252) ήταν Κρητικοί.
ΠΗΓΕΣ:
1. Ι. ∆. Μουρέλλος, Η µάχη της Κρήτης, Μέρος 2ο, Η Αντίστασις, Ηράκλειο 1950 ς. 693
2. Στο ίδιο.
3. ΝΑRA, T-78, roll 331, Tagesmeldung OB Sudost, 11.2.1944
4. Θεόδωρος Ι. Γεωργιακάκης, Η ζωή µας στο ναζιστικό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν, σελ. 5
5. Θανάσης Σ. Φωτίου, Η ναζιστική τροµοκρατία στην Ελλάδα. Η αιµατηρή πορεία του Φ. Σούµπερτ και του ελληνικού “Σώµατος Κυνηγών” στην κατοχική Κρήτη και Μακεδονία, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011 σελ. 189-192.
6. Γεώργιος Φρ. Σταµατάκης, Η σκάλα του θανάτου από το Μαουτχάουζεν στον Εµφύλιο (1988) σελ. 27.
7. Σταµατάκης , Η σκάλα του θανάτου, σελ. 28.
8. Σταµατάκης , Η σκάλα του θανάτου, σελ. 27.
9. Αντώνης Σανουδάκης, Ράους. Στην κόλαση του Μελκ ο Κώστας Α. Ξεξάκης, Ρέθυµνο 1996, σ. 53
10. Γιώργος Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης 1941-1944, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 341, 342.


