25.3 C
Chania
Τρίτη, 14 Ιουλίου, 2026

Το ψωµί του λαού (διήγηµα*)

Μια φορά κι έναν καιρό, σε µια χώρα που καµάρωνε όλη µέρα για τα δηµοκρατικά και τα φιλολαϊκά της γονίδια, αλλά έκανε πως δεν θυµόταν ούτε δικτατορίες, ούτε αρχοµανίες, ούτε εµφύλιους (λες και δεν τα ’χει στο αίµα της), βγήκαν ο πρωθυπουργός και οι πρώτοι-πρώτοι υπουργοί στα µπαλκόνια, µε ύφος βαρύ κι ασήκωτο, και ανακοίνωσαν το µεγάλο τους κατόρθωµα:
«Φέραµε φθηνό ψωµί!»
Ο κόσµος, τι να κάνει, χάρηκε. Γιατί το ψωµί είναι ψωµί. ∆εν είναι πολυτέλεια. Είναι το πρώτο που µπαίνει στο τραπέζι, πριν απ’ όλα τα άλλα.
∆εν πέρασαν όµως πολλές µέρες και άρχισαν οι νοικοκυραίοι να ξύνουν το κεφάλι τους. Γιατί κάτι δεν κόλλαγε.
Το ψωµί, λέει, φτηνότερο.
Αλλά το αλεύρι… φωτιά.
Το ρεύµα… φωτιά.
Το νερό… φωτιά.
Η βενζίνη… µην το συζητάς.
Και οι µισθοί; Ή στον πάτο ή κολληµένοι σαν ξεθωριασµένο αγγελτήριο γραφείου κηδειών στο στύλο της ∆ΕΗ. Κι αυτές οι αυξήσεις που έταζαν; Ψίχουλα για τα περιστέρια — ίσα να πέφτει καµιά ψήφος. Για αναπροσαρµογή στις συντάξεις ούτε λόγος να γίνεται…
Και τότε, το κατάλαβε κι ο πιο αδιάφορος. ∆εν ήθελε δα και µυαλό ξυράφι.
Το κόλπο ήταν απλό: Οι επικοινωνιολόγοι δασκάλευαν «Κόψτε µια φετούλα από το καρβέλι, σηκώστε τη ψηλά να τη βλέπει ο κόσµος και πείτε “ορίστε, φθηνό ψωµί!”».
Το υπόλοιπο καρβέλι; Το µίκρυναν, το ζύγισαν αλλιώς και του φόρτωσαν από πάνω χρεώσεις που ούτε λογαριασµός ∆ΕΚΟ δεν έχει τόσες.
Κι οι υπουργοί; Εκεί, το χαβά τους.
Κάθε εβδοµάδα µέχρι τις εκλογές και ανακοίνωση, από τα γνωστά φιλικά κανάλια — οι µεν καλοί µαθητές των επικοινωνιολόγων, οι δε µε το χέρι απλωµένο για επιχορήγηση:
«Μειώσαµε το κόστος!»
«Στηρίξαµε τον λαό!»
«∆ώσαµε ανάσα!»
Κι όσο τα λέγανε αυτά, τόσο λιγόστευε το ψωµί στο τραπέζι.
Μια µέρα, λοιπόν, ένας παλιός φούρναρης — απ’ αυτούς που έχουν δει τη ζυγαριά να λέει πάντα την αλήθεια — τους έστειλε απηυδισµένος ένα γράµµα:
«Αφού το ψωµί είναι τόσο φθηνό, όπως λέτε, γιατί ο κόσµος παίρνει κάθε µέρα λιγότερο;»
Την άλλη µέρα, πριν το µεσηµέρι, σκάσανε µύτη στο φούρνο ο υπουργός µε όλο το σόι των αυλοκολάκων.
«Εσύ δεν ξέρεις από αριθµούς», του λένε µε ύφος χιλίων καρδιναλίων.
«Μπορεί», λέει ο φούρναρης. «Αλλά ξέρω από ζυγαριές. Κι όταν η ζυγαριά δείχνει λιγότερο, δεν την ταΐζεις µε ανακοινώσεις.»
∆εν του απάντησαν. Έφυγαν θυµωµένοι αλλά δίχως να πάρουν το µάθηµά τους.
Παρά ταύτα, όλοι οι κυβερνώντες αµετανόητοι συνέχισαν τα ίδια. Να µιλάνε για το ψωµί του λαού.
Κι ο λαός; Εξακολουθούσε να ακούει. Μόνο που κάτι είχε αλλάξει για την πλέµπα: κάθε φορά που άκουγε έκτοτε για “φθηνά καρβέλια”, έπιανε πρώτα το ψωµί, το ζύγιζε καλά στο χέρι… και µετά χαµογελούσε πικρά.
Γιατί είχε µάθει πια: Άλλοι σε χορταίνουν µε ψωµί, κι άλλοι µε παχείς τίτλους. Και ότι τις περισσότερες φορές το πιο ακριβό ψωµί… είναι αυτό που σου το πουλάνε τάχα για το πιο φθηνό ….

* Το παρόν αφιερώνεται στη µνήµη του εκ µητρός παππού µου, Παναγιώτη Σαριδάκη (1900- Ιούνης 1983) και αποτελεί προϊόν µυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε οµοιότητα είναι συµπτωµατική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα