Παρασκευή, 14 Μαΐου, 2021

Το κρεμασμένο αυτοκινητάκι

Δεκαετία του 1960 – Παράδειγμα ή τιμωρία;

Πρώτη ημέρα και πρώτη χρονιά στο σχολείο ο Μιχαλάκης. Πρωτάκι.

Πρωί-πρωί με την μπλε ποδιά μου, το λευκό γιακά και την τσάντα μου, χέρι-χέρι με την αδελφούλα μου την Γαρυφαλλιά, που πηγαίνει στην έκτη δημοτικού, και ίσια στο σχολείο. Το πρωινό αεράκι, έχει βαλθεί να σκορπίζει στον αέρα τις μαθητικές μας μυρωδιές, που αναδύονται από την πάστρα, τις γομολάστιχες, τα φρεσκοξυσμένα μολύβια και τη μυρωδιά του δέρματος από τις σχολικές τσάντες.

Νηπιαγωγεία δεν υπάρχουν, γι αυτό κατευθείαν στην πρώτη. Πρώτη ημέρα λοιπόν στο σχολείο, και όλα άγνωστα για μένα. Η αίθουσα, ο μαυροπίνακας, οι κιμωλίες, η δασκάλα, οι συμμαθητές, ακόμα και το κουδούνι του διαλείμματος. Πρώτη ημέρα για την επίσημη είσοδο στην κοινωνία των ανθρώπων, της μάθησης, μετέπειτα της εργασίας και της βιοπάλης για την επιβίωση.

Επάνω στα θρανία, από τα μολύβια και τις κασετίνες και τις τσάντες, ξεχωρίζουν οι μαθητές των πλουσίων και φτωχών οικογενειών. Περνώντας όμως ο καιρός, με την συναναστροφή, ξεχώριζαν από τις συμπεριφορές οι μαθητές που προέρχονταν από ισορροπημένες ή προβληματικές οικογένειες, από καλούς ή κακούς γονείς. Γιατί, άλλο το χρήμα και άλλο η αγάπη.

Η είσοδος στην πραγματικότητα της ζωής που με περίμενε όμως δεν ήταν η σχολική χρονιά, που τελείωσε κάποια στιγμή, αλλά ήταν η δουλειά και μαθήματα ζωής πολύ πιο διαφορετικά από το σχολείο.

Έτσι βρέθηκα επτά χρονών να δουλεύω το καλοκαίρι των διακοπών στο μαγαζί του θείου μου του Μήτσου, αδελφού της μητέρας μου, που έφτιαχνε μπουριά για σόμπες, σερμπετίνες για ψυγεία πάγου, ντεπόζιτα νερού και ό,τι φτιαχνόταν από λαμαρίνα. Αμοιβή, 5 δραχμές βδομαδιάτικο, αλλά οι μέρες να μην κυλάνε γρήγορα για την πληρωμή και για την ξεκούραση της Κυριακής. Τα καθήκοντά μου ήταν να μαζεύω τις ψαλιδιές που πέφτανε από τους μαστόρους, με αποτέλεσμα να κόβω τα χέρια μου οκτώ στις δέκα φορές. Να αποφεύγω τις καρπαζιές για να μην αργώ και να πηγαίνω σε όποιον με φώναζε να τον βοηθήσω.
Κάθε μέρα εκτός από τις άλλες δουλειές, με έστελναν στο κοντινό ψιλικατζίδικο του κυρ-Νίκου για τσιγάρα και άλλες παραγγελίες. Το ψιλικατζίδικο του κυρ-Νίκου μπορεί για τους μεγαλύτερους να ήταν ένα συνηθισμένο κατάστημα στην γειτονιά, αλλά για ένα πρωτάκι όπως εγώ, ήταν όλα πρωτόγνωρα. Τότε οι τσίχλες και οι καραμέλες είχαν μια έντονη μυρωδιά που ανακατευόταν με όλα τα εμπορεύματα, και ό,τι και αν αγόραζες είχε την πολυτέλεια της μυρωδιάς από τα ζαχαρωτά. Μέσα σε όλα τα εμπορεύματα και μια κούρσα, ένα κόκκινο μεταλλικό αυτοκινητάκι, το οποίο κάθε φορά που το έβλεπα, πήγαινα και μια φανταστική βόλτα.

Ήθελα να το ζητήσω από τον κυρ-Νίκο, να το πιάσω λίγο στα χέρια μου, αλλά τα χέρια μου ήταν μουτζουρωμένα από τις λαμαρίνες και δεν θα μου το έδινε να το λερώσω. Κάποια μέρα σκέφτηκα, θα έχω πλύνει καλά τα χέρια μου, θα φοράω και ρούχα καθαρά και θα του το ζητήσω να το δω από κοντά. Έκανε πέντε δραχμές, δηλαδή για μένα μιας εβδομάδας δουλειά.

Έφτασε το πρώτο Σάββατο, έφτασε το σχόλασμα και η ώρα πληρωμής. Ο θείος ο Μήτσος με φώναξε και μου έδωσε δύο δίφραγκα και ένα φράγκο που γέμισαν την παιδική μου παλάμη. Το προσωπικό ένα γύρω από μένα με κοιτάζανε και γέλαγαν που ήταν μάρτυρες της πρώτης μου αμοιβής. Εγώ έστεκα αμήχανος, κοιτάζοντας τους προς τα επάνω, με την παλάμη ανοικτή και τις πέντε δραχμές σε δημόσια θέα.

Στο δρόμο για το σπίτι ήταν το ψιλικατζίδικο του κυρ-Νίκου. Μπήκα μέσα με τράκ και αγωνία, και ζήτησα να αγοράσω το κόκκινο αυτοκινητάκι. Με αργές κινήσεις το κατέβασε από το ράφι, κι εγω ωστόσο να ανησυχώ βασανιστικά μήπως αλλάξει γνώμη και δεν μου το πουλήσει. Κατέθεσα τον κόπο της δουλειάς μιας εβδομάδας, πέντε δραχμές, οι οποίες είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους στην παλάμη μου από το σφίξιμο να μην τις χάσω, και πήρα στα χέρια μου το αυτοκινητάκι.

Το κοιτούσα και δεν το πίστευα .Έφτασα στο σπίτι και η Μητέρα μου κοίταξε στα χέρια μου το κόκκινο αυτοκινητάκι. Τι είναι αυτό; Ρώτησε.

Το αγόρασα με τα λεφτά που μου έδωσε ο Θείος για το βδομαδιάτικο.

Και χάλασες όλα σου τα λεφτά, παιδί μου; Τι να έκανα; Το ήθελα πολύ.

Όλο το υπόλοιπο Σαββατοκύριακο, ταξίδεψα όλο τον κόσμο μαζί του, αλλά δεν ήξερα ότι αυτά θα ήταν τα τελευταία μαγικά ταξίδια με το αυτοκινητάκι μου.

Την Δευτέρα το πρωί πήγα στη δουλειά, με το αυτοκινητάκι στη τσέπη. Ο θείος ο Ανδρέας, αδελφός του θείου Μήτσου, είχε ενημερωθεί για το γεγονός, και μου ζήτησε το αυτοκινητάκι. Του το έδωσα. Τότε προς μεγάλη μου έκπληξη, τον είδα να ανεβαίνει σε μια σκάλα και να βάζει ψηλά στο ξύλο του ταβανιού μια πρόκα. Μετά τύλιξε το αυτοκινητάκι με ένα σύρμα και το κρέμασε στη πρόκα. Κατέβηκε από τη σκάλα και μου είπε. Το αυτοκινητάκι θα μείνει εκεί όλο το καλοκαίρι, για να σου θυμίζει ότι δεν πρέπει να σπαταλάς όλα σου τα λεφτά για παιχνίδια. Έπρεπε να περιμένεις, να συγκεντρώσεις κάποια χρήματα, και μετά να ξόδευες ένα μέρος των χρημάτων σου για διασκέδαση. Αυτή η τιμωρία θα σου θυμίζει πάντα ότι δεν πρέπει να είσαι σπάταλος.

Κάθε μέρα που πήγαινα στη δουλειά, τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο ταβάνι. Στο κρεμασμένο αυτοκινητάκι. Με έβλεπαν οι άλλοι μαστόροι, και από τη μια γελούσαν, από την άλλη με λυπόντουσταν. Έτσι πέρασε όλο το καλοκαίρι, 8 εβδομάδες. Το τελευταίο Σάββατο, μετά την πληρωμή, ο θείος Ανδρέας ανέβηκε στη σκάλα, ξεκρέμασε το αυτοκινητάκι και μου το έδωσε.

Το πήρα στα χέρια μου και ήταν παγωμένο, λες και την ζέστη που είχε όταν το αγόρασα την είχε κλέψει η τιμωρία. Όλοι οι μαστόροι, ένα γύρω, με κοιτούσαν και γελούσαν χαρούμενοι, κι εγώ με το κεφάλι ψηλά να τους κοιτάζω αμήχανος. Είχε τελειώσει η τιμωρία, και κρατούσα το αυτοκινητάκι στα χέρια μου, αλλά η μαγεία του είχε μείνει για πάντα κρεμασμένη στη πρόκα.

Λοιπόν, άκουσε, θείε Ανδρέα. Τώρα που είμαι μεγάλος πια κι εσύ μεγαλύτερος, θα σου πω τα εξής. Πήρα ένα μάθημα, αλλά όχι περί σπατάλης, διότι δεν με ωφέλησε η τιμωρία για τον λόγο που την επέβαλες. Το μάθημα που πήρα είναι ότι και οι μεγάλοι κάνουν λάθη. Βλέπεις, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από παρατηρήσεις και τιμωρίες, αλλά από παραδείγματα.

Η αγάπη μου προς εσένα είναι δεδομένη, και μπορώ να πω ότι από τα καλά σου παραδείγματα πήρα περισσότερα μαθήματα παρά από τις τιμωρίες σου. Σ΄ αγαπώ πολύ.

3 Comments

  1. Ωραίο κείμενο, προβάλλει την αθωότητα και την τρυφεράδα της παιδικής ηλικίας. Μια ένσταση μόνο: στα μέσα παιδαγωγίας εκτός από το παράδειγμα συγκαταλέγεται και η τιμωρία. Όχι σαν εκείνες του παλιού καιρού (σημάδι, πάντως, της εποχής), αλλά προσαρμοσμένη στην ηλικία και στα γενικότερα γνωρίσματα του παιδιού. Αν μάλιστα, όπως και επιβάλλεται, συνδυάζεται με το σεβασμό και την αγάπη που δικαιούται το παιδί, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη (παιδαγωγική) αξία. Δεν είναι επωφελές το να φτάνουμε από το ένα άκρο στο άλλο.

    • Η τιμωρία, η αν θέλετε οι συνέπειες, έχουν και αυτές σίγουρα την θέση τους στην διαπαιδαγώγηση.
      Την εποχή εκείνη, ακόμα και οι τιμωρίες της χειροδικίας , ήταν κοινωνικά αποδεκτές και τις αντιμετωπίζαμε οι μικρότεροι με σεβασμό. Βέβαια ξεχώριζαν οι ακρότητες. Αλλά το καλό παράδειγμα από τον μεγαλύτερο, αποτελεί το καλλίτερο μάθημα για τον μικρό.
      Σας ευχαριστώ που μοιραστήκατε τις σκέψεις σας μαζί μας. Καλή σας μέρα.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες