18.8 C
Chania
Τετάρτη, 15 Απριλίου, 2026

Το Ιράν πεδίο στρατηγικών ανταγωνισµών ΗΠΑ-Κίνας

Η τρέχουσα σύγκρουση (επιθέσεις ΗΠΑ/Ισραήλ στο Ιράν και ιρανικές αντιδράσεις) δεν είναι αποκλειστικά τοπική διαµάχη, αλλά  αντιθέτως είναι ένα κρίσιµο επεισόδιο ενός ευρύτερου και µακροπρόθεσµου στρατηγικού ανταγωνισµού ανάµεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, στον οποίο πυλώνες είναι: (α) η νοµισµατική/ χρηµατοπιστωτική υπεροχή (δολάριο), (β) ο έλεγχος ενεργειακών ροών (πετρέλαιο) και (γ) ο ναυτικός έλεγχος των κρίσιµων θαλάσσιων στενών (π.χ. Ορµούζ).

Τα κύρια σηµεία µόχλευσης είναι τα έσοδα και οι διαδροµές ενέργειας, η ικανότητα επιβολής κυρώσεων και η δυνατότητα να διασφαλίζεται ή να διαταράσσεται η διέλευση εµπορευµάτων.

Η Κίνα είχε αυξήσει τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου ως τρόπο µερικής παράκαµψης των δυτικών περιορισµών και ενίσχυσης επιλογών πληρωµής σε µη-δολάρια. Το Πεκίνο απορροφά µεγάλο ποσοστό των εξαγωγών του Ιράν, γεγονός που το καθιστά κρίσιµο για το κινεζικό ενεργειακό µείγµα.  Εάν οι ροές διαταραχθούν µόνιµα ή το Ιράν αποµακρυνθεί από την ενεργειακή αγορά, µειώνεται η ευελιξία του Πεκίνου να «πολλαπλασιάζει» µη-δολαριακές συναλλαγές — και άρα το πείραµα αποδυνάµωσης της δολαριακής δοµής χάνει µοχλό.

Η αναµέτρηση που έχει ανοίξει στον Περσικό Κόλπο δοκιµάζει την ανθεκτικότητα ολόκληρου του διεθνούς συστήµατος εφοδιασµού ενέργειας. Το βασικό δίληµµα που τίθεται σήµερα δεν είναι µόνο «ποιος θα κερδίσει στο πεδίο της µάχης», αλλά «ποιο πολιτικό σχήµα θα προκύψει µετά τη µάχη», ποιος θα ελέγξει τις ένοπλες δυνάµεις του Ιράν και, κυρίως, αν το κρίσιµο πέρασµα του στενού του Ορµούζ θα µείνει ανοιχτό  ή αν θα γίνει το πιο ισχυρό γεωοικονοµικό όπλο της Τεχεράνης.

Η συρροή αεροπορικών επιθέσεων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στοχεύει, τον «σκληρό πυρήνα» της ιρανικής ισχύος: τη Φρουρά της Ισλαµικής Επανάστασης (IRGC) που αποτελεί το θεσµικά και οργανωτικά ισχυρότερο σώµα στην ιρανική πολιτική µηχανή. Η πρώτη φάση δεν εξάλειψε πλήρως τον στόχο, αλλά η συνέχεια όµως προσανατολίστηκε στην αποδυνάµωση της IRGC, ώστε να µην µπορεί να λειτουργεί ως αυτόνοµος οργανισµός στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής. Αυτή η στρατηγική αποσκοπεί είτε στη διευκόλυνση µιας µελλοντικής «αλλαγής καθεστώτος» είτε στην αδυναµία του Ιράν ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα.

Το θεµελιώδες ερώτηµα είναι ποιος θα ασκήσει την εξουσία µέσα στην Τεχεράνη όταν οι επίπονες συνέπειες από τις επιθέσεις και τη φθορά του κρατικού µηχανισµού καταγραφούν: α) ένας νέος ισχυρός ανώτατος ηγέτης µε έλεγχο στην IRGC, β) µια κυβέρνηση αδυναµίας που θα βλέπει την IRGC ως de-facto εταίρο/αντίπαλο, ή γ) µία οµάδα διαχειριστών κρίσεων που θα επιχειρήσει να περιορίσει την ζηµία; Η απάντηση καθορίζει και την επιλογή για το κλείσιµο του στενού, συνέχιση επιθέσεων σε υποδοµές ή επίτευξη συµφωνίας ειρήνευσης.

Η σηµασία του Στενού είναι τεράστια καθώς, περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσµιου θαλάσσιου εµπορίου πετρελαίου διέρχεται από εκεί, και οι επιλογές παράκαµψης είναι περιορισµένες. Μια παρατεταµένη ή και κρατική,  άµεση ή εµµέσου τύπου,  προσπάθεια διακοπής των ροών έχει άµεσα αποτελέσµατα στις διεθνείς τιµές, στην ασφάλιση και στη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων ενέργειας. Η ∆ιεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) επισηµαίνει ότι οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στο Ορµούζ θα έχει «τεράστιες συνέπειες» για τις διεθνείς αγορές πετρελαίου.

Πρακτικά, ακόµη και η απειλή κλείσιµου του στενού από την Τεχεράνη λειτουργεί ως µοχλός πίεσης: αυξάνει τα ασφάλιστρα νηογνώµων και πλοιοκτητών, ωθεί σε αλλαγές διαδροµών που κοστίζουν χρόνο και χρήµα, και πυροδοτεί κερδοσκοπικές κινήσεις στις αγορές. Οι πρόσφατες εκτιµήσεις µεγάλων επενδυτικών οίκων δείχνουν αναπροσαρµογές στην τιµή του Brent και της WTI εξαιτίας της παρατεταµένης αβεβαιότητας γύρω από το Ορµούζ.

Οικονοµικές επιπτώσεις: Όταν ένα στενό ή άλλη κρίσιµη θαλάσσια δίοδος τεθεί υπό πίεση, η πρώτη αντίδραση της αγοράς είναι οικονοµική. Οι ασφαλιστικές εταιρείες επανεκτιµούν τον κίνδυνο και ανεβάζουν τα ασφάλιστρα, ενώ οι ναυτιλιακοί πράκτορες αναπροσαρµόζουν τις διαδροµές τους για να αποφύγουν επικίνδυνες ζώνες. Το αποτέλεσµα είναι ένα συστηµατικό κόστος το οποίο µεταβιβάζεται κατά µήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας όπου αρχικά επιβαρύνονται οι πλοιοκτήτες και οι φορτωτές, στη συνέχεια οι προµηθευτές και τελικώς, οι καταναλωτές µέσω υψηλότερων τιµών. Αυτός ο αλυσιδωτός µηχανισµός εξηγεί πώς ένα τοπικό στρατιωτικό επεισόδιο αποκτά άµεσες µακροοικονοµικές προεκτάσεις: η αύξηση στις διεθνείς τιµές ενέργειας αυξάνει το κόστος µεταφοράς, το οποίο µε τη σειρά του ωθεί ανοδικά τα γενικά επίπεδα τιµών και αναµορφώνει τις µεσοπρόθεσµες προσδοκίες για τον πληθωρισµό. Οι προσδοκίες αυτές παίζουν κρίσιµο ρόλο καθώς καθοδηγούν τη νοµισµατική πολιτική και επηρεάζουν τη διαµόρφωση αποδόσεων στις αγορές οµολόγων.

Όταν η προσφορά πετρελαίου πιέζεται, οι αγορές αρχίζουν να τιµολογούν υψηλότερο µελλοντικό πληθωρισµό και  αυτό προκαλεί άνοδο στις αποδόσεις των οµολόγων. Η αύξηση των αποδόσεων αυξάνει το κόστος δανεισµού, µειώνοντας τις αποτιµήσεις µετοχών και όταν οι µετοχικές αποτιµήσεις διολισθαίνουν, πλήττονται ιδίως συνταξιοδοτικά ταµεία, κρατικά επενδυτικά κεφάλαια και η περιουσιακή θέση των νοικοκυριών. Με άλλα λόγια, ακόµη και ένα µεµονωµένο περιστατικό βίας σε έναν στενό µπορεί, µέσω αυτών των µηχανισµών, να αλλάξει τα επιτόκια στεγαστικών δανείων και να επηρεάσει άµεσα την καθηµερινότητα των πολιτών.

Η ευαισθησία της παγκόσµιας οικονοµίας σε αυτά τα εξωτερικά σοκ ενισχύεται από το επίπεδο µόχλευσης καθώς το συνολικό χρέος παγκοσµίως προσεγγίζει περίπου το 300% του ΑΕΠ, τα δηµόσια χρέη παραµένουν σε ιστορικά υψηλά γύρω στο 100% του ΑΕΠ, η εταιρική µόχλευση είναι αυξηµένη και τα νοικοκυριά έχουν σηµαντική έκθεση σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. Σε αυτό το περιβάλλον, οι µεταβολές σε τιµές ενέργειας και επιτόκια µεταφράζονται πολύ γρήγορα σε πραγµατικό οικονοµικό πόνο και χρηµατοπιστωτική αβεβαιότητα. Οι αδύναµες οικονοµίες ήδη δέχονται πιέσεις υποτίµησης του νοµίσµατος τους, π.χ. η Τουρκία πρόσφατα ξόδεψε πάνω από $12 δις για να στηρίξει το νόµισµα της. Τράπεζες

Τα πρακτικά αποτελέσµατα είναι ήδη ορατά από τις  έκτακτες µειώσεις παραγωγής σε επιτιθέµενα κράτη, προσωρινές διακοπές εξαγωγών LNG και πετρελαίου, και άνοδος spot τιµών που µεταφράζεται σε πληθωριστική πίεση για οικονοµίες-εισαγωγείς. Ορισµένες εγκαταστάσεις χρειάζονται εβδοµάδες ή µήνες για να επανέλθουν σε πλήρη λειτουργία, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις η αποκατάσταση µπορεί να απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο µία παράµετρος που πολλαπλασιάζει το σοκ προσφοράς ενέργειας.

Επιπλέον, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι τράπεζες επανατιµολογούν τον κίνδυνο, έτσι οι όροι χρηµατοδότησης ναυτιλιακών επιχειρήσεων σφίγγουν, οι ναυλώσεις καθίστανται ακριβότερες και οι τελικοί καταναλωτές αντιµετωπίζουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος,  ένα µείγµα που µπορεί να προκαλέσει στασιµοπληθωρισµό σε ευαίσθητες οικονοµίες. Την ίδια ώρα, χώρες-παραγωγοί που βρίσκονται εκτός κρίσης (και ιδιαίτερα η Ρωσία) επωφελούνται σχετικώς από την άνοδο των διεθνών τιµών πετρελαίου.

Η IRGC είναι οργανωτικά περίπλοκη καθώς περιλαµβάνει επίλεκτες χερσαίες δυνάµεις, ρουκέτες και πυραυλικά συστήµατα, αλλά και ισχυρή υποδοµή για χρήση drones. Η στρατηγική αντίδραση των ΗΠΑ και του Ισραήλ έχει ως λογική να στόχευσει όχι απλώς τα όπλα, αλλά τα δίκτυα εφοδιασµού και τα σηµεία αποθήκευσης. Αυτές οι υποδοµές φαίνεται ότι είναι εντοπίσιµες µε δορυφορική παρατήρηση και βρίσκονται συνήθως µακριά από πυκνοκατοικηµένες ζώνες. Αυτό καθορίζει και το χαρακτήρα της σύγκρουσης, παρατηρώντας πολλή µάχη «εκτός πόλεων», µε στόχο τη συστηµατική αποσύνδεση του οργανωµένου εφοδιασµού της IRGC.

Ωστόσο, η επιχείρηση αυτή έχει παρενέργειες καθώς όταν κτυπάς την υποδοµή ενός φορέα που λειτουργεί εσωτερικά και εξωτερικά (ασφάλεια, επιχειρήσεις, οικονοµικές ροές), τα αποτελέσµατα µπορεί να περιλαµβάνουν απόπειρες εκδίκησης σε υποδοµές τρίτων  π.χ. πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στην περιοχή, ενισχύοντας τον κύκλο της αστάθειας.

Η σύγκρουση επανασχεδιάζει τις περιφερειακές ισορροπίες: χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Αζερµπαϊτζάν βλέπουν πιθανότητες να επεκτείνουν την επιρροή τους, αλλά φοβούνται και το κόστος µιας «ανεξέλεγκτης κατάρρευσης» στο Ιράν, τις ροές προσφύγων, εξάρσεις εθνοθρησκευτικής βίας, και διατάραξη εµπορικών συνδέσεων. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί ταυτόχρονα να συγκροτήσει ένα πλαίσιο «διαµοιρασµού βάρους» στην περιοχή, αλλά η εµπλοκή του Ισραήλ και οι διαφορετικοί στοχευµένοι στόχοι προκαλούν ασυνέχεια στη στρατηγική αυτή και ανησυχία στους περιφερειακούς εταίρους. Αυξάνεται η σηµασία του διαδρόµου India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC) ο οποίος θα παρακάµπτει το στενό του Ορµούζ.  Ο διάδροµος IMEC έχει στόχο να συνδέσει την Ινδία µε την Ευρώπη, διαµέσου των Ηνωµένων Αραβικών Εµιράτων, της Σαουδικής Αραβίας, της Ιορδανίας, του Ισραήλ και της Ελλάδας, γεφυρώνοντας θαλάσσιες και σιδηροδροµικές υποδοµές σε µια ενιαία, πολυτροπική εφοδιαστική αλυσίδα. Ο IMEC µπορεί να γίνει ο «Ινδικός ∆ρόµος του Μεταξιού» που θα αλλάξει την ευρωπαϊκή θέση στο διεθνές εµπόριο καθώς η Ευρώπη αποκτά µια εναλλακτική λύση ώστε να απεξαρτηθεί από την Τουρκία, τη Ρωσία και την Κίνα.

Με βάση τα παραπάνω, οι επιλογές που έχει η Ουάσινγκτον (και οι σύµµαχοι της) συνοψίζονται πρακτικά σε τρεις κατηγορίες — κάθε µία µε σοβαρές προκλήσεις:

Γρήγορη εξουδετέρωση των πυραύλων/drones της IRGC. Το πλεονέκτηµα είναι ότι περιορίζει την ικανότητα άµεσης απειλής σε γειτονικές υποδοµές και στο ναυτικό. Ο κίνδυνος είναι η κλιµάκωση που οδηγεί σε µεγαλύτερη καταστροφή και σε ασταθή µετακαθεστωτική φάση.

Πολιτική προσπάθεια διαµορφωµένης αλλαγής καθεστώτος/συνεργασίας. Το πλεονέκτηµα είναι η µακροπρόθεσµη λύση εάν επιτύχει. Ο κίνδυνος είναι ένας απρόβλεπτος µετασχηµατισµός, κενό εξουσίας, εµφάνιση ανταγωνιστικών δυνάµεων.

Εστίαση στην αποτροπή στο θαλάσσιο πέρασµα µε ναυτικές συνοδείες, διεθνής εγγύηση διαδροµών και αποθέµατα. Το πλεονέκτηµα είναι ότι περιορίζει άµεσα το οικονοµικό σοκ. Ο κίνδυνος είναι ότι απαιτείται διεθνή συνεννόηση και ευθεία αντιπαράθεση µε τις προειδοποιήσεις/ενέργειες της Τεχεράνης.

Στην πράξη, το πιθανότερο σενάριο είναι ένας συνδυασµός αυτών, αλλά η επιλογή της αναλογίας µεταξύ στρατιωτικής πίεσης και διπλωµατικής διαχείρισης καθορίζει αν η περιοχή θα οδηγηθεί σε µακροχρόνια αποσταθεροποίηση ή σε συγκρατηµένη αναδιάταξη ισχύος.

Ο πόλεµος στο Ιράν δεν είναι απλώς σύγκρουση όπλων, είναι ανταγωνισµός για την αρχιτεκτονική εξουσίας στα πλαίσια ενός ευρύτερου σχεδίου ελέγχου των διαύλων της ενέργειας και των εµπορευµάτων.  Εάν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ καταφέρουν να συρρικνώσουν λειτουργικά την IRGC χωρίς να προκαλέσουν κενό κρατικής εξουσίας, θα ανοίξει ένας χώρος για περιφερειακή αναδιάταξη που ενδεχοµένως θα στηρίξει µια νέα ισορροπία. Αν αντίθετα η σύγκρουση οδηγήσει σε συνεχή πλήγµατα σε πετρελαϊκές υποδοµές και σε παρατεταµένη αβεβαιότητα γύρω από το στενό του Ορµούζ, οι οικονοµικές και πολιτικές συνέπειες θα είναι βαθιές και µακροπρόθεσµες, µε άµεσο κόστος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις παγκοσµίως.

Το κρίσιµο στοίχηµα για τη διεθνή κοινότητα είναι να βρει τρόπους να αποµονώσει στρατηγικά το πεδίο µάχης από τις ευρύτερες ροές ενέργειας, είτε µέσω διεθνικών ναυτικών πρωτοβουλιών, στρατηγικών αποθεµάτων και διπλωµατικής πίεσης, είτε µέσω πολιτικής που µειώνει την εξάρτηση από ευάλωτες διόδους. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να «νικηθεί» µια απειλή αλλά θα  πρέπει να ανασχεδιαστεί το οικοσύστηµα του κινδύνου. Μια κατεύθυνση θα ήταν το στενό του Ορµούζ, τα στενά του Ελλήσποντου και του Βοσπόρου, αλλά και άλλα κρίσιµα στενά να περάσουν σε διεθνή έλεγχο έτσι ώστε να µη µπορούν φιλόδοξες ηγεσίες να διαταράσσουν την παγκόσµια οικονοµία.

*Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονοµολόγος,

Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστηµονικών ∆εδοµένων


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα